Αρχική

Η ΑΠΟΒΛΑΚΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ-ΔΟΥΛΟΙ Η ΛΕΥΤΕΡΟΙ;;;;;[ΣΥΝΤΟΜΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ]

110 Σχόλια

Η αποβλάκωση των νεο-Ελλήνων – δούλοι ή Λεύτεροι ;;

συμπλήρωμα …. σύντομο !!

‘‘Ο σκλάβος δεν Λευτερώνεται κάνοντας έκκληση 

στην πονοψυχιά του αφέντη του 

… παρά μόνο … 

αν τον πατήσει στον λαιμό και του κόψει το λαρύγγι !! ’’

Παλαιός

Ελπίζοντας ότι δεν θα κάνω χαλάστρα, σε όποια συνέχεια έχει σκεφτεί ο «Εργοδότης», λέω να ‘πώ δυό λόγια και να ρίξω μερικές γραμμές, σαν συμπλήρωμα στο εν λόγω θέμα.

Πολύ ωραία και σωστά σε όσα αναφέρθηκε, θα ήθελα όμως να το πιάσουμε από και από μιάν άλλη πλευρά και να προσθέσουμε μιάν ακόμη παράμετρο … πάμε λοιπόν !!

____*____

Πρέπει κάποιος να είναι τελείως ηλίθιος ή να ζεί απομονωμένος σε κάποιο λαγούμι, ώστε να μην έχει πάρει είδηση … όχι το που έχουμε φτάσει σαν χώρα και λαός … αλλά το που οδηγούμαστε και που μοιραία θα φτάσουμε, με όλα αυτά που μηχανεύονται και πράττουν όλα τα προδοτικά σούργελα που το παίζουν κυβερνήτες αυτής της δύσμοιρης χώρας … της δικής μας χώρας … της πατρίδας μας !!

Έχουμε ‘πει και αναλύσει επανειλημμένως, ξανά και ξανά, όλα αυτά που γίνανε και γίνονται … αλλά φαίνεται ότι ο λαός έχει αποβλακωθεί τελείως, έτσι που δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό του όλα αυτά που έρχονται, όλα αυτά που όλο και με περισσότερη ορμή θα ξεσπάσουν πάνω στην δικήν του καμπούρα … μένοντας τελείως απαθής, λες και όλα αυτά αφορούν κάποιον άλλον … κάποιον μακριά στο διάστημα και όχι αυτόν τον ίδιο. Δεν φαίνεται να κατανοεί ότι όλοι αυτοί οι λούληδες της πωλητικής ξεπούλησαν και χάρισαν τα πάντα, ότι εκχώρησαν την χώρα, την γή, το νερό, τον ήλιο και τον αέρα, αλλά και όλους τους κατοίκους της, δεμένους πισθάγκωνα, στους πάτρονες τους. Δεν κατανοεί ότι δέσανε την χώρα, τα πάντα, πάνω-κάτω και μέσα σ’ αυτήν, χειροπόδαρα για εκατονταετίες στο μέλλον. Δεν κατανοεί ότι από ημιελεύθεροι άνθρωποι (γιατί ποτέ δεν είμαστε πλήρως ελεύθεροι μετά το ’21) που είμαστε μέχρι τώρα, ξαφνικά μας κατέστησαν και πάλι σκλάβους, σκλάβους μιας ιδιότυπης κατηγορίας, αλλά όμως σκλάβους !! 

Μας φόρεσαν τον χαλκά και μας έκλεισαν στην φυλακή.

____**____

Δεν δείχνει να κατανοεί ότι δεν είμαστε πλέον μιά ελεύθερη χώρα, αλλά κανονικό και πλήρες προτεκτοράτο, χωρίς εθνική κυριαρχία … μας πούλησαν κανονικά και ‘μείς δεν φαίνεται να πήραμε είδηση. 

Αλλά ούτε εκ των υστέρων δείχνουμε να κατανοούμε ότι μόνο σε μιά ελεύθερη χώρα οι πολίτες της μπορούν να έχουν Δικαιώματα και Ελευθερίες, ενώ σε μιά υπόδουλη και υποτελή έχουν μόνο υποχρεώσεις, και αυτή η έρμη χώρα τίποτε δεν μπορεί και δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί και να παράσχει στους κατοίκους της.

Το λένε ξεκάθαρα … μας το τρίβουν στην μούρη … και ‘μείς κοιτάζουμε σαν χάνοι, αδιαφορούμε πλήρως, λες και δεν πρόκειται για την δικήν μας ζωή, την δικήν μας περιουσία και των παιδιών μας … και όταν τελικά κάνουμε κάτι … αντί να τους πηδήξουμε το κέρατο που τους πέταγε … κλαψουρίζουμε σαν ηλίθιοι, φουντάρουμε από τις ταράτσες ή δοκιμάζουμε στις κρεμάλες πόσο αντέχει το σχοινί κι ο σβέρκος μας.  

Ρε πάμε καλά ;;;

____***____

Μα πως να πάμε καλά ;; … αφού καιρούς πολλούς τώρα χάσαμε τον μπούσουλα ;;

Είδατε, πολλές φορές, ζώο δεμένο στο παλούκι, ακόμη και αν μπορεί, αν είναι παιχνιδάκι γι’ αυτό να σπάσει τα δεσμά του … να το κάνει ;; 

Βλέπουμε εκείνα τα μεγαθήρια, τους ελέφαντες, να είναι δεμένοι με ένα σχοινί … μιά αλυσιδούλα σ’ ένα παλούκι, και ενώ τους κακομεταχειρίζονται δεν κάνουν μιά έτσι και να μην αφήσουν τίποτε στο διάβα τους, αλλά υπομένουν μοιρολατρικά κάθε ταλαιπωρία και βαναυσότητα … Δεν είναι αυτό για ν’ απορεί κανείς ;;

Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με κάποιον ψύλλο που τον κλείσαν σε σπιρτόκουτο, που έστω κι αν αργότερα αφαιρέσανε το κάλυμμα ‘κείνος κάθεται άπραγος και δεν δίνει έναν πήδο να εξαφανιστεί ;;

Μάλλον κάτι τέτοιο φαίνεται έγινε με μας … μας δέσαν σε κάποιο παλούκι και μας πείσανε ότι έτσι πρέπει … ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε … και πρέπει να υφιστάμεθα όλα αυτά που κάποιοι επιβάλουν στην καμπούρα μας.

Μήπως όμως και μας το φέρανε σιγά-σιγά και την πατήσαμε χωρίς να το πάρουμε είδηση, σαν τον βάτραχο που τον βάλανε με κρύο νερό πάνω στην φωτιά να βράσει;;

____****____

Είναι δηλαδή κάτι που έγινε τελευταία … για μήπως και έχει πιό βαθιές και παλιές ρίζες ;;

Αναρωτιέται το λοιπόν (για την ανάπτυξη του θέματος) ο φίλτατος «Εργοδότης» … τι διάολο έφταιξε κι ο κόσμος δεν αντιδρά ;;

Παράλληλα και ‘μείς απ’ την πλευρά μας οφείλουμε να ψάξουμε και να το πάμε πολύ πιό πέρα απ’ όλα εκείνα, που πολύ καλά και σωστά παραθέτει ως λόγους γι’ αυτό μας το κατάντημα, και οφείλουμε με την σειρά μας να αναρωτηθούμε μήπως υπάρχουν και άλλοι λόγοι βαθύτεροι ;; … οφείλουμε να αναρωτηθούμε και να το ψάξουμε .

Σωστά … πολύ σωστά, μας έφερε το παράδειγμα με την μπανάνα και τις μαϊμούδες  … και αν τούτο το σπρώξουμε λίγο πιό πέρα … στους γονείς (κάθε είδους) που εκπαιδεύουν και κάνουν το ίδιο με τα παιδιά τους, όπως οι πρώτες μαϊμούδες με όλες τις νεοεισερχόμενες … θα έχουμε μιαν απόλυτη αντιστοιχία !!  

Ελάχιστες περιπτώσεις είναι που βλέπουμε να υπάρχουν εξαιρέσεις, όπου τα νέα μέλη δεν πείθονται να δεχθούν τα καθιερωμένα, και επαναστατούν … οδηγώντας τα πράγματα σε νέους δρόμους, ανοίγοντας νέες σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητος.

Οι πολλοί, το μπούγιο, όμως δεν θα το κάνει ποτέ … έχοντας αποδεχτεί ή επειδή έτσι το βρήκαν, έτσι τους είπανε και τους πείσανε ότι πρέπει να είναι … εύκολα θα δεχτούν και κάτι παραπέρα. Να ας πούμε σαν τους διάφορους νόμους, που ψηφίζουν αβέρτα κουβέρτα, τα πωλητικά σούργελα, χωρίς να μας ρωτούν και να παίρνουν την σύμφωνη γνώμην μας, και αναλαμβάνουν να τους εφαρμόσουν τα λοιπά κοπρόσκυλα (κρατικός και δικαστικός μηχανισμός) … και ‘μείς … σχεδόν το σύνολο αυτού του ηλίθιου λαού, αντί να τους πηδήξουμε το κέρατο που τους πέταγε … σαν το μεγαλύτερο χάπατο της οικουμένης, λέμε … έεε αφού είναι Νόμος !! 

Τι λέτε ρε ηλίθιοι ;; … επειδή κάποιοι ψήφισαν νόμο να μας πηδήξουν εμείς θα καθίσουμε και μάλιστα θα τουρλώσουμε τον κώλο μας ;; … για θα τους περάσουμε άκρη μπάντα κάποιο παλούκι ;;

____*****____

Βέβαια τι μπορεί να περιμένει κάποιος από βλακόζωα … που αποδέχονται να είναι «Υπήκοοι» και όχι Πολίτες, που όχι μόνο έχουν απλά και μόνο λόγο αλλά οι Ίδιοι είναι που καθορίζουν τα πράγματα ;;

Όμως πως μπορεί … πως υπάρχει περίπτωση να αντιδράσει, κάποιος, ένας λαός, που δέχτηκε να είναι ΥΠΗΚΟΟΣ και ΔΟΥΛΟΣ ;; 

… τι σας ξυνίζει το τελευταίο ;; … γιατί ωρέ κοπρίτες είναι ψέματα ;; 

… Δούλοι δεν δεχτήκατε να είστε ;; 

… τι ακόμα να πάρετε χαμπάρι ;; … έεε βέβαια, αφού τα μυαλά σας έχουν γίνει μαρμελάδα … τι είδηση να πάρετε ;; … εσείς σανό μόνο να έχετε να μασάτε και όλα καλά !!

Γιατί μανάρια μου, ΔΟΥΛΟΙ δεν δηλώνεστε από την στιγμή που γεννιέστε αλλά και για πολύ πολύ μετά τον Ψώφο σας ;;

Γεννιέται … βαφτίζεται … αρραβωνιάζεται … παντρεύεται … γαμιέται … ψωφάει … μνημονεύεται … ο ΔΟΥΛΟΣ κάποιου «κερατά» … αλλά που να πάρετε είδηση εσείς … εκεί στην καρακοσμάρα σας !!

Στιγμή δεν περνάει στην γαμημένη σας ζωή, χωρίς να αποζητήσετε μετά πάθους την ΔΟΥΛΙΚΟΤΗΤΑ σας … χωρίς να ζητήσετε τον αφέντη … τον Τσοπάνη σας !! 

… έε μετά τι ;; … θα σας πειράξει να είσαστε και Υπή-κοοι ;; … θα αντιδράσετε αν σας ρίξουν εκατό ή χίλιους νόμους ακόμα ;; … ή αν θα σας ξεσκίσουν και την σούφρα ;;

____******____

Ώη … ώη !!

Σαν να μου φαίνεται ότι βρήκαμε την ρίζα !!

Για ψάξτε λοιπόν μανάρια μου, μήπως βαδίζετε με σημαία και σλόγκαν σας το : 

‘‘ Μιά φορά δούλος … για πάντα δούλος !! ’’   … και δεν το έχετε πάρει είδηση !! 

Και καλά το βρήκαμε !! … και τώρα τί ;;

Λοιπόν όπως ξεκάθαρα είπε ο Μάρκος, εκεί στην τελευταία του ανάρτηση … και μετέφερα σαν τμήμα σχολίου εδώ στο μπλόγκι [ https://ergdhmerg.wordpress.com/2017/12/20/η-αποβλάκωση-των-νεο-ελλήνων-τα-αίτια/#comment-23146 ]  :

«Κανένας δούλος δεν ξεφορτώθηκε ποτέ τις αλυσίδες του, αν προηγουμένως δεν είχε ξεπαστρέψει τον αφέντη του. Αν αυτός που τον καταπίεζε παρέμενε ζωντανός, απλά γινόταν ένα διάλειμμα στο κάτεργο και σύντομα οι αλυσίδες επανέρχονταν βαρύτερες ή ακόμα χειρότερα … η σκλαβιά περνούσε σε άλλο επίπεδο, γινόταν αόρατη μαζί με τις σιδεριές, και ενώ έπαυε να πληγώνει τα χέρια και τα πόδια του δούλου, περνούσε ύπουλα στο υποσυνείδητό του, εξουσιάζοντάς τον καθολικά.»

Βέβαια τούτο δεν είναι το μόνο αίτιο, είναι ίσως το ριζικό αίτιο, αυτό που μπολιάστηκε παλιά, όταν η φυλή που έχοντας χάσει τον μπούσουλα, αφέθηκε και δέχτηκε και από Λεύτερη μετέπεσε σε Δούλη … τούτο είν’ το αίτιο που έθρεψε όλα όσα επακολούθησαν … όλα όσα φυτρώνουν συνέχεια και συνέχεια, είναι το αίτιο που δεν άφησε να γίνει ξεκαθάρισμα όλων των ζιζανίων, όλων των πουλημένων ανά τους αιώνες και έμειναν να διαιωνίζονται συνεχώς μέχρι σήμερα, σαπίζοντας και ότι άλλο σωστό υπήρχε, έτσι που φτάσαμε στην τραγική κατάσταση των ημερών μας.

____*******____

Το ερώτημα που γεννάται λοιπόν, και η επιλογή που έχουμε μπροστά μας, είναι ξεκάθαρα πλέον : 

Δούλοι ή Λεύτεροι ;; 

Εάν το πρώτο (Δούλοι) εντάξει !! … καλά πηγαίνουμε (;) !! … δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, ούτε να κάνουμε κάτι !! … όλα είναι απόλυτα σχεδιασμένα και προγραμματισμένα !! … θα φάμε καλά !!

Εάν όμως θέλουμε και επιλέγουμε να είμαστε ΛΕΥΤΕΡΟΙ … τότε πρέπει να σπάσουμε οριστικά και αμετάκλητα όλες τις αλυσίδες και να ΞΕΠΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ πλήρως κάθε λογής αφέντες και όλο το σόϊ τους, όλους τους παρατρεχάμενούς τους (μέχρι και τα κατσικομούλαρά τους που λέει ο λόγος) χωρίς να αφήσουμε ρουθούνι !! … να απαλείψουμε κάθε τι σάπιο !! … αλλιώς δεν πρόκειται ποτέ να Λευτερωθούμε, να είμαστε Πολίτες και όχι υπήκοοι, να είμαστε εμείς ΑΦΕΝΤΕΣ και όχι υπηρέτες και δούλοι …

Εάν δεν αποφασίσουμε να απαγκιστρωθούμε από κάθε τι που μας περιορίζει, να γίνουμε λεύτεροι, αυτόνομοι και αυτεξούσιοι … κόβοντας μαχαίρι τα πάντα, και αναλαμβάνοντας τον πλήρη έλεγχο … συνέχεια και συνέχεια θα βυθιζόμαστε στο τέλμα (τι να βυθιζόμαστε δηλαδή αφού ήδη έχουμε βαρέσει πάτο) οπότε όσο και να σκούζουμε … όσο και να κάνουμε έκκληση στην πονοψυχιά των αφεντάδων, αυτοί δεν πρόκειται να ελευθερώσουν τα υποζύγια (δηλαδή εμάς) … σίγουρα δεν είναι κορόϊδα να πετάξουν αυτά που γεμίζουν την κοιλιά ή την τσέπη τους … και οτιδήποτε ίσως κάνουν, δεν θα είναι προς δικό μας όφελος, αλλά επειδή θα έχουν βρεί κάποιον πιό πρόσφορο τρόπο να αρμέξουν και να πάρουν περισσότερα !!

____********____

Η μόνη λύση ήταν … και θα είναι πάντα … η επανάσταση !! και το σπάσιμο των αλυσίδων !! … όλων των αλυσίδων χωρίς καμμιά απολύτως εξαίρεση … μαζί με το «μακέλεμα» εννοείται όλων αυτών που μέχρι εκείνη την στιγμή κρατούσαν τα λουριά !!

Advertisements

Η αποβλάκωση των νεο-Ελλήνων – η θεραπεία

39 Σχόλια

(προηγούμενο)

υσικά κι επιδεινώνουν αγρίως την κατάσταση τα εις βάρος του λαού οικονομικά μέτρα, τα οποία ουδόλως παραβλέπω. Αυτά, παρέα με τον μεταφυσικό φόβο καί τα υπόλοιπα συναφή, ξεκινάνε έναν στρόβιλο, που παρασύρει τους πάντες καί τα πάντα προς την άβυσσο. Καί το ένα φέρνει τ’ άλλο, το άλλο το παράλλο, καί το παράλλο ξανά το πρώτο. Σε μιά διαρκή θανατηφόρα περιδίνηση.

Είναι, δηλαδή, σαφέστατο ότι -υπό τις ίδιες σημερινές συνθήκες- δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει οικονομική (ή άλλη) ανάκαμψη της Ελλάδας, διότι τα οικονομικά μέτρα δεν είναι τυχαίες βλακείες, που ξεπήδησαν μέσα σε κεφάλια φελλών καί προδοτών. (Σαν τα μέλη των -φερομένων ως- κυβερνήσεων του ψευτο-Ρωμαίϊκου καί των βουλευτάδων τους.) Τέτοια αρνητικά οικονομικά μέτρα προέρχονται από «ραβασάκια» των αιωνίων εχθρών της Ελλάδας, οι οποίοι πρώτα τα μελέτησαν εξαντλητικά «επί χάρτου» (σε προσομοιώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών), πρίν τα παραδώσουν στα τσουτσέκια τους προς εφαρμογή. (Τί τά ‘χουν τα γκομπιούτερζ, δηλαδή; γιά φιγούρα; )

Εν πάσει περιπτώσει, αν καί δεν παραγνωρίζω τη βαρύτητα της αρνητικής οικονομικής κατάστασης, δεν θα προχωρήσω σε ανάλυσή της. Εδώ, στο αρθράκι μας, το ζητούμενο είναι η αντιστροφή του όλου αρνητικού κλίματος.

 

Λοιπόν; πώς αντιστρέφουμε το κλίμα;

Εννοώ, με όσα μπορούμε – σαφώς όχι όσα δεν μπορούμε. Διότι, αν πχ είχαμε πάρα πολλά λεφτά, θα μπορούσαμε να χαρίσουμε σε κάθε Έλληνα φερ’ ειπείν από εκατό χιλιάρικα ευρά, καί να τον απαλλάξουμε από οικονομικές έγνοιες. Αλλά δεν έχουμε! (Καί δυστυχώς γιά τους αφελείς, ούτε ο Ψώρρας είχε.)

Τί μπορούμε, όμως;

Πρώτα-πρώτα καί κυριώτατα, να διώξουμε τον μεταφυσικό φόβο, που φώλιασε στον Έλληνα. Καί ειλικρινά, δεν ξέρω τί φοβούνται οι συμπατριώτες μας περισσότερο στις μέρες μας! Τον θάνατο τον δικό τους, την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων (κυρίως των παιδιών τους), ή μιά μαρτυρική ζωή μέχρι το -νομοτελειακό- τέλος; Το οποίο αναγκαστικά θα περιμένουν (μετά από κατασχέσεις των χρημάτων και των σπιτιών τους)…

δειλοί, μοιραίοι, κι άβουλοι αντάμα

…εκτός κι αν κάποιοι σαλτάρουν τόσο πολύ, που θα επισπεύσουν το τέλος τους – συνεχίζοντας την αλυσίδα των δεκάδων χιλιάδων συγχρόνων αυτοκτονιών. Τέλος πάντων, εμείς οφείλουμε (στο μέτρο του εφικτού) να τα προλάβουμε καί να τα θεραπεύσουμε όλ’ αυτά.

Ειδικά τον φόβο του θανάτου, την αρχαία εποχή φρόντιζαν να τον διώχνουν τα Ελευσίνεια Μυστήρια. Αλλά σήμερα, τα πράγματα είναι απλούστερα. Αφ’ ενός «ξυπνούν» πολλοί καί «αναμιμνήσκονται», αφ’ ετέρου όλ’ αυτά τα θέματα (πχ μετενσάρκωση) συζητιούνται ανοιχτά. Άρα, κάπου θα βρείς έναν φίλο να σου μιλήσει σχετικά, κάπου θ’ ακούσεις κάτι. Ειδικά γιά τον θάνατο, λοιπόν, μην το σκέφτεστε! Όλοι πεθαίνουμε, κι όλοι ξαναρχόμαστε. (Προφανώς, αυτό το αντι-θανατοφοβικό φυλαχτό ήθελε ν’ αφαιρέσει διά παντός απ’ τους Έλληνες εκείνος ο παλιάνθρωπος -καί σκοτεινής καταγωγής-, ο Ιουστινιανός, γι’ αυτό επέβαλε ως δόγμα της Εκκλησίας μας το ότι δεν υπάρχει μετενσάρκωση.) Πάντα πονάει, βέβαια, ο αποχωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα, αλλά μην το σκέφτεστε πέραν του δέοντος. Περιορίστε το πένθος στα ειωθότα, καί μην το επεκτείνετε.

 

Οπότε, αφού όλοι πεθαίνουμε κάποια στιγμή (καί το ξέρουμε), τί ακριβώς φοβούνται οι συν-Έλληνες, καί τί τους πονάει με την παρούσα κατάσταση; Ποιά η διαφορά  να πεθάνεις από ανίατο νόσημα, καί να πεθάνεις άφραγκος κι άστεγος; Σχεδόν καμμία!… Εκτός του ότι η δεύτερη -υπό προϋποθέσεις- προλαμβάνεται καί θεραπεύεται.

Λογικά, λοιπόν, συμπεραίνουμε πως οι Έλληνες φοβούνται μιά μαρτυρική (υπόλοιπη) ζωή χωρίς υλικά αγαθά, καί χωρίς αξιοπρέπεια – όπως την εννοούν οι πολλοί την αξιοπρέπεια. Σύμφωνα μ’ όσα είπαμε, αυτό μας έμεινε ως αιτία του μεταφυσικού φόβου των Ελλήνων. Επομένως, δεν υπάρχει κάτι άλλο να εξετάσουμε…

…Παρεκτός από ένα πράγμα: το γιατί ο νεο-Έλλην δεν αντιδράει. Ακόμη καί το πλέον πανίσχυρο ένστικτο, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δείχνει μιά τρομερή υποχωρητικότητα στον νεο-Έλληνα.

Χμμμ… εδώ έχουμε ακόμη ένα στοιχείο του εγκλήματος! Οπότε, σηκώνει πολύ χοντρή θεραπευτική παρέμβαση. Πάμε γιά χειρουργείο, όχι χαπάκια καί χαδάκια!

Η «αξιοπρέπεια» του νεο-Έλληνα δεν είναι η κλασική έννοια της τηρήσεως ατομικών καί κοινωνικών κανόνων ηθικής, αλλά κάτι άλλο. Το οποίο συνοψίζεται σε μία καί μόνη φράση: να μην του «την πούν» οι άλλοι! Αυτός είν’ όλος κι όλος ο καημός του, καί τίποτ’ άλλο. Καί γι’ αυτό δεν αντιδράει – επειδή δεν έχει τί να πεί, άμα την πατήσει. Δηλαδή, καί γιά παράδειγμα: «- Εσύ που μας κουνιόσουν ότι κέρδιζες στο χρηματιστήριο, καί μας έλεγες ‘κορόϊδα’ που δουλεύουμε, φάε τώρα τα σκατά, που σ’ τα πήρε όλα το κράτος!»

Φυσικά, ακόμη καί στους καλούς καιρούς, αυτή η στραβή αντίληψη περί αξιοπρέπειας εφαρμοζόταν μ’ άλλο τόσο στραβό τρόπο… πχ το παιδί μου να πάρει ένα οποιοδήποτε κωλοπτυχίο (άσχετο αν δε θέλει να δεί τα βιβλία ούτε ζωγραφιστά), απλά γιά να μή μας τη λέει ο γείτονας – που το δικό του σπουδάζει. Κι εννοείται, τέτοιες αντιλήψεις οδηγούν σε λάθος ιεράρχηση αναγκών καί κατασπατάληση χρημάτων σε μαλακίες.

Τί να σου κάνει, μετά, ωρέ Έλληνα, καί το κωλοκράτος, αφού σε βρήκε μπόσικον; σε πειράζει να τα δίνεις σε φόρους, αλλά δεν σε πειράζει να ξοδέψεις τριάντα χιλιάρικα ευρά (καί πλέον), γιά να σπουδάσει το ανεπρόκοπό σου, που βλέπει βιβλίο καί βγάζει σπυριά! (Κι ούτε σκέφτηκες ποτέ σου πότε θα κάνει το παιδί σου απόσβεση τόσων χρημάτων -δηλαδή των οικονομιών μιάς ζωής-, καί με ποιόν τρόπο!)

Εν ολίγοις, αυτή η κίβδηλη «αξιοπρέπεια» λέγεται κι αλλοιώς: αν θυμάμαι καλά, ονομάζεται εγωϊκό σύμπλεγμα. Αν δεν το τσακίσεις αυτό, αδελφέ μου Έλληνα, προκοπή δε βλέπεις.

Δε θα δεί κανένας μας, δηλαδή.

 

Ο εγωϊσμός, σε μικρές ποσότητες, είναι ευεργετικός. Σα φάρμακο. Σε μεγάλες, όμως, είναι δηλητήριο. Κι απ’ αυτόν ακριβώς, τον υπέρμετρο εγωϊσμό, πάσχει ολόκληρη η σημερινή νεο-Ελληνική κοινωνία – γι’ αυτό μας πήρε καί μας σήκωσε συλλήβδην.

Ο υπέρμετρος εγωϊσμός οδηγεί στον ατομοκεντρισμό, στον παρτακισμό, επομένως στη χαλάρωση καί τη διάλυση κάθε κοινωνικής δομής. Επομένως, στην αδυναμία άμυνας – διότι, μή μου πήτε ότι μόνος του ο καθένας θ’ αμυνθεί απέναντι στις συμφορές καί στα θηρία! (Ούτε ο Τσάκ Νόρρις νά ‘τανε! Lol!!!) Κι αυτός ακριβώς ο υπέρμετρος εγωϊσμός είναι το δόλωμα, που πετάνε οι πονηροί κρατούντες στον κάθε ολιγόμυαλο. Κι αυτή ακριβώς είναι η αιτία, που παρατηρούμε το φαινόμενο διάφοροι να γλείφουν αισχρά τον κάθε εκπρόσωπο της εξουσίας – τάχαμου γιά ν’ «ανέβουν επίπεδο» πάνω απ’ την πλέμπα, ως δήθεν «εκλεκτοί». Στην οποία πλέμπα φέρονται μετά (αφού «ανεβούν επίπεδο», δηλαδή) σα σατράπηδες, περιττό να πούμε.

Γι’ αυτό καί η κοινωνική συνοχή του ψευτο-Ρωμαίϊκου βρίσκεται κοντά στο απόλυτο μηδέν, γι’ αυτό δεν ενδιαφέρεται κανένας γιά κανέναν.

Εν πάσει περιπτώσει… Τούτων ειπωθέντων, τώρα βλέπουμε εύκολα καί τη θεραπεία της σάπιας αυτής κατάστασης.

 

Η αρχική αιτία του υπερβολικού εγωϊσμού (αν αυτός δεν είναι σύμφυτος), είναι το να τον βλέπουμε στους άλλους· παρέα με ψυχρή κι ανάλγητη συμπεριφορά απέναντί μας. Αυτή η ιστορία, δηλ. το να έχουμε έναν αρχικό πυρήνα άκρως εγωϊστών αρχόντων (τους οποίους μιμούνται όλοι οι υπόλοιποι, δηλ. οι αρχόμενοι), δεν ξέρω -σε παρελθοντικό βάθος- πότε καί πώς ξεκίνησε, αλλά γνωρίζω πώς σταματάει. Σπάει, μηδενίζεται με την αγάπη – κι ίσως μόνο μ’ αυτήν. Μαζί κι ο φόβος – κι αυτός γίνεται κομμάτια με την αγάπη.

Προσέξτε, όμως! Δεν εννοώ τίποτε κλαψιάρικες ιστορίες, ή το να υποχωρήσουμε εμείς, γιά να κάνει ο άλλος το κέφι του εις βάρος μας. (Αυτό το τελευταίο δεν είναι αγάπη, μαλακία είναι.) Εννοώ την αγάπη, που έχουν οι παλιόφιλοι μεταξύ τους. Αυτοί -οι φίλοι μας, δηλαδή- είναι η σωτηρία μας!

Εμένα μου είναι αδιανότητο να υποφέρει κάποιος κολλητός μου, καί να μην καθήσω να τον ακούσω, ή να μην τον βοηθήσω – στο κατά δύναμιν. Ή να μην πιούμε κρασί μαζί. Ή να μήν τσοντάρω στον λογαριασμό, έχει-δεν έχει το πορτοφόλι του. Ή να μη φροντίσω να τον πάω σπίτι, αν δεν μπορεί να οδηγήσει λόγωι σούρας. Δυστυχώς, όλ’ αυτά οι νεο-Έλληνες τα πέταξαν στα σκουπίδια, βάζοντας στη θέση τους στόχους ηλίθιους, εφήμερους, άνευ νοήματος στην τελική. Πχ το να πάρουν ακριβό κινητό, το να ρίξουν τον άλλον στη δουλειά, το να γίνουν πλούσιοι σε μιά νύχτα με χρηματιστήρια καί τέτοιες πορδές… (Αν διάβαζαν λιγάκι Ιστορία, θα ξέραν τί επιπτώσεις είχε στα χρηματιστήρια πχ το σκάνδαλο του Παναμά – αλλά η Ιστορία είναι χάσιμο χρόνου, έ; Όμως, τώρα που δεν έχουν μία, ίσως είναι χρήσιμο να κάτσουν να διαβάσουν τίποτε. Η μόρφωση δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.)

Οπότε, καιρός να τα επαναφέρουμε!

Γι’ αυτό φωνάζω εδώ καί καιρό να φτιάξετε μικρές ομάδες αλληλοβοήθειας (καί άμυνας). Ποιός, μωρέ θα ενδιαφερθεί γιά σας στις τρείς τα μεσάνυχτα, όταν υποφέρετε, παρά μόνον ένας πραγματικός φίλος; Η -φερόμενη ως- κυβέρνησή μας, μήπως;  🙂

[Παρένθεση: Θυμάμαι, πρίν χρόνια, είχε ρίξει ένα ψιλόχιονο δέκα πόντων στα βόρεια προάστεια της Αθήνας… καί πήγανε κάτι αρδ ενός καναλιού γιά ρεπορτάζ. Μέγα γεγονός τα δέκα εκατοστά χιόνι, άξιο τηλεοπτικής προβολής κατά τη γνώμη τους! (Στην ορεινή Φωκίδα, όμως -με ένα μέτρο χιόνι-, δεν πήγαν.) Οπότε φτάνουν με τις κάμερες καί τα μαρκούτσια μπροστά σε μιά βίλλα, που μέσα στο γκαράζ είχε ένα μεγάλο τζίπ –«τζιπούρα», κοινώς- δίλιτρο, μπορεί και παραπάνω. Καί μιά θειά απόξω -προφανώς η ιδιοκτήτρια- ξεχιόνιζε το πεζοδρόμιο με μιά σκούπα, ταυτοχρόνως ωρυόμενη: «- Πού είναι το κράτος!!!»

Έ, άμα νομίζετε πως το «κράτος» λείπει κι απ’ τα δικά σας τα βάσανα, ενώ «θά ‘πρεπε» να παρευρίσκεται καί να …χοροστατεί, καθήστε να το περιμένετε!  🙂   ]

 

Λοιπόν. Συνοψίζω.

α. Μικρές ομάδες αλληλοβοήθειας καί άμυνας. Κι όχι του χρόνου. ΤΩΡΑ!!!!!!!

β. Συμπάθεια στον συν-Έλληνα, όχι τσακωμοί μαζί του με το παραμικρό. Ένας ταλαιπωρημένος είναι κι αυτός, σαν αυτόν που βλέπεις στον καθρέφτη κάθε μέρα.

γ. Αναβίωση της φιλίας.

δ. Αγάπη στα μικρά Ελληνόπουλα. (Χρειάζεται καί λίγη αυστηρότητα, βέβαια. Καί λίγες ξυλιές στον κώλο. Όχι όλα χύμα.)

Μακριά από ψεύτες / λωποδύτες / προδότες, όπως οι κατ’ εξοχήν εκπρόσωποι του είδους, οι πωλητικοί. Δεν θα βγεί τίποτε καλό, ψηφίζοντάς τους ξανά. Τ’ αρχίδια τους θα ξαναπαίρνετε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, καταλάβετέ το. Δεν αλλάζει το έργον, όσες φορές κι αν παιχτεί. (Στις επόμενες εκλογές, θα λάβετε οδηγίες περί του πρακτέου.)

Καί κάτι τελευταίο:

ε. Τραγουδήστε!!!

Αλήθεια, έχετε παρατηρήσει πως τώρα τελευταία δεν τραγουδάει κανένας; Εκτός από σκυλοκαψουροτράγουδα …της συμφοράς (που βρήκε τον καψουρεμένον, ο οποίος καί τα …γαυγίζει τα βάσανά του στη διαπασών). Υπάρχουν αμέτρητες όμορφες μελωδίες, Ελληνικές καί ξένες. Τόσο λυρικές, όσο κι επικές. Τραγουδήστε κατά προτίμηση τις τελευταίες. Βάλτε (δυνατά!) τους Τού Στέπς φρομ Χέλλ, ή το «Καλάσνικωφ» του Μπρέγκοβιτς! Ή, εν τέλει, το αθάνατο Ιμάτζιν.

Υπάρχουν κι άλλες εναλλακτικές – φαντασία να υπάρχει! Πχ το να βλέπετε να περνάει πωλητικός, καί να τραγουδάτε αποκριάτικα γαμωτράγουδα (κι ας μην είναι η εποχή τους). Όπως το φοβερό: «Τις μεγάλες Αποκριές σ’κώνοντ’ οι ψωλές ορθές!» Καρα-lol!!! Ν’ αρχίσουν καί να το πιάνουν οι πωλητικοί το νόημα, τί τους περιμένει!  🙂

 

Δεν ξέρω αν είμαι καλός γιατρός της συλλογικής ψυχής μας (καί δή, με θεραπεία-εξπρέςς), αλλά πιστεύω πως έδωσα όσα μπόρεσα.

Τώρα, ο λόγος κι η πράξη σ’ εσάς!

 

Η αποβλάκωση των νεο-Ελλήνων – τα αίτια

57 Σχόλια

κόμη ένα απ’ τα πρωθύστερά μου… Ξεκινάμε γι’ Ανάσταση της Ελλάδας, γιά αισυμνητείες καί τα ρέστα, χωρίς πρώτα να ξεκαθαρίσουμε πού οφείλεται το κακό που μας βρήκε. Πώς θα βάλουμε νυστέρι, αν δεν δούμε πού πάσχουμε; Τί ακριβώς θα διορθώσουμε;

Εκείνο, όμως, που τώρα αμέσως μπορούμε να διορθώσουμε, είναι το λογικό πρωθύστερο που διέπραξα! Ας δούμε, λοιπόν, μαζί όλες τις αιτίες της νοητικής, ψυχικής, καί ηθικής σημερινής κατάντιας μας.

Τα βρισίδια στους ελαττωματικούς συν-Έλληνές μας είναι πανεύκολα· αλλά, αν είναι να περιμένουμε να διορθωθούν οι άλλοι εντελώς από μόνοι τους, θα περιμένουμε γιά πολύ. Όχι μόνο θα βγάλουμε άσπρα μαλλιά, αλλά θα μετενσαρκωθούμε πεντέξη φορές ακόμη… καί προκοπή δεν θα έχουμε δεί. Συνεπώς, όσοι πήραμε χαμπάρι το αδιέξοδο, οφείλουμε μιά βοήθεια στους μακαρίως κοιμώμενους συμπατριώτες μας. (Πρώτη καί τελευταία, όμως – να εξηγούμεθα. Καί φροντίστε, κοιμώμενοι συν-Έλληνες να πιάσει, διότι δεν υπάρχει χρόνος γιά δεύτερη ευκαιρία. Ή μαθαίνετε κολύμπι, ή πνίγεστε.)

Το σημερινό απευθύνεται σε όσους σημερινούς Έλληνες πράγματι αγαπούν την Ελλάδα, αλλ’ ακόμη διστάζουν ν’ αρπάξουν τα -κάθε είδους- όπλα. Καί γιά κάποιους λόγους (που μόνον αυτοί γνωρίζουν), βαυκαλίζονται με τζάμπα ελπίδες, ότι τα πράγματα θα ξαναγίνουν καλά, όπως πρώτα… αυτομάτως. (Ή, ακόμη χειρότερα, με την …ειλικρινή βοήθεια των …πωλητικών, μή χέσω.)

 

Ξεκινώντας τη διάγνωση, θα παραδεχθώ αμέσως-αμέσως δύο πράγματα:

  • Ότι μπαίνω σε ξένα χωράφια.

Με τις επιστήμες «του ανθρώπου» -Ιατρική, Ψυχολογία, κτλ- δεν τα πάω καθόλου καλά. Αλλά θα το τολμήσω, διότι δεν γίνεται αλλοιώς.

  • Κι ότι δεν κατέχω την πάσα αλήθεια.

Όθεν, κάθε στήριξη από ειδικευμένα σ’ αυτούς τους τομείς άτομα, είναι περισσότερο από ευπρόσδεκτη.

Εν πάσει περιπτώσει, τα πράγματα τα βλέπω ως εξής:

 

Η διάδοση του Ελληνισμού στα πέρατα της Γής από τον Μεγαλέξανδρο, είχε ένα μεγάλο θετικό: ότι το Ελληνικό Πνεύμα κυριάρχησε (με τη μία, ή την άλλη μορφή) παντού, καθ’ όλη τη διάρκεια της Εποχής των Ιχθύων. Έστω, επικράτησε στις εκάστοτε άρχουσες τάξεις – που γιά τους λαούς τους επεφύλασσαν …άλλα. (Άσχετο αν δεν το παραδέχονται αρκετοί από τους ευεργετηθέντες.) Ωστόσο, είχε κι αρκετά αρνητικά… χρειάστηκε καί το τσουχτερό αντίτιμο της προσπάθειας, αν θέλετε άλλη διατύπωση. Που σημαίνει: οριστική εξαφάνιση της αρχαίας πόλης-κράτους, αρχή του κατήφορου γιά την μέχρι τότε θρησκεία, καί…

…υποβιβασμός της φιλοσοφίας, της παιδείας, καί της αγωγής των πολιτών σ’ έναν ελάχιστο «κοινό παρονομαστή».

(Γιά να μπαίνει στο νόημα της εξελληνίσεως κι ο οιοσδήποτε αούγκαγκα βάρβαρος. Σκεφθήτε, λοιπόν, τί πρόκειται να γίνει, αν γεμίσουν οι τάξεις των σχολείων μας λαθρεποικάκια. Σκεφθήτε, λέμε. Αυτό που ήδη έγινε εδώ καί δεκαετίες στα δημόσια νοσοκομεία μας με τους Βρωμά, καί τελευταία με τους λαθρεποίκους. Ούτε γάζες δεν έχουν!)

Που σημαίνει, με τη σειρά του, ότι από το θέατρο καί τις φιλοσοφικές σχολές καί τους Ολυμπιακούς Αγώνες, φτάσαμε στις έως θανάτου μονομαχίες στο Κολοσσαίο.

Από εκεί καί μετά, επικράτησε η καφρίλα των Ρωμαίων, κι ο -χονδροειδέστατος- κανόνας του καρώτου καί του μαστίγιου. Κάνεις ό,τι σου λέμε; κερδίζεις καρώτο, καί το τρώς. (Αν καί μερικοί επιφυλάσσουν κι …άλλες χρήσεις στο συγκεκριμένον ζαρζαβατικόν. Lol!!!) Δεν κάνεις; Νάααα!, πάρε με τον βούρδουλα!!! Κανόνας, βέβαια, κατάλληλος μονάχα γιά ζώα. (Τα «ζά» του Παλαιού!  🙂  ) Αν κι αυτά τα έρμα -φερ’ ειπείν, τα γαϊδούρια-, τί φταίνε, δηλαδή, να τα βουρδουλιάζουν;

 

Στο διάβα των αιώνων, λοιπόν, το αποτέλεσμα σους Έλληνες ήταν να μπεί παλούκι βαθειά στην ψυχή τους ένας φόβος, σχεδόν μεταφυσικός – να μή φάνε βουρδουλιές. (Βλέπε πχ τον εκχριστιανισμό των Μανιατών.) Γι’ αυτό καί -πάλι ως παράδειγμα- κανείς δεν τράβηξε το σπαθί, να πάρει το κεφάλι αυτουνού του αληταρά, του σκατοκαλόγερου Μιχαήλ Φελλού· λες κι επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσουν όχι ένα άοπλο σκατογερόντιον, αλλά τον Μουσάσι στην ξιφομαχία! (Υποθέτω καί γιά την ίδια αιτία σήμερα κανένας εισαγγελέας δεν μπουζουριάζει -επί εσχάτηι προδοσίαι- το «πιντί». Είμαι πολύ περίεργος να τους ρωτήσω τί φοβούνται, καί δεν κάνουν το καθήκον τους, γιά το οποίο τους ακριβοπληρώνει ο μαλάκας ο φορολογούμενος. Τόσο πολύ τους φοβίζει ο -ασπρομάλλης πλέον καί απλός πολίτης, χωρίς βουλευτική ασυλία- ΓΑΠας; )

Κι από το 1829 καί μετά, οι Έλληνες τρέχουν αποκλειστικά πίσω απ’ όποιον τους υπόσχεται να φάνε καρώτο! Διότι, διαφορετικά, θα φάνε βουρδουλιές – απ’ τα κανόνια της αγγλίτσας καί των ηπαπάρα. (Καί τα λεφτά των οβριών.) Φυσικά, την κρυμμένη ( ; ) απειλή φροντίζει να θυμίζει στους Έλληνες η διαρκής παρουσία της μασωνίας, παρέα με διάφορα άλλα δημόσια γνωρίσματα της άρχουσας ξενόδουλης κλίκας – πχ τα ιδιωτικά σχολεία της… που -άμα λάχει, ναούμ’- απολύουν καί τις καθηγήτριες, που απαγορεύουν την αντιγραφή. Ώστε να δουν όλοι τί παθαίνει, όποιος σηκώνει ανάστημα στην «εξουσία».

(Παλιότερα, το ποιός κάνει κουμάντο μας το θύμιζαν κι οι επισκέψεις στα λιμάνια μας των πλοίων του 6ου Στόλου των ηπαπάρα. Αλλά έπεσαν περικοπές στα έξοδα, ως φαίνεται -διότι οι αμερικάνοι δεν είναι μονάχα φονιάδες των λαών, είναι καί φραγκοφονιάδες των λαών-, καί κάναμε μαύρα μάτια να τα ξαναδούμε.)

Οίκοθεν νοείται, βεβαίως, ότι μπροστά σε καρώτα καί βούρδουλες, η νηφάλια καί λογική σκεπτική διαδικασία πάει περίπατο. Γι’ αυτό βλέπεις κόσμο σχεδόν αποχαυνωμένον να ψηφίζει ξανά καί ξανά καί ξανά τους ίδιους καί τους ίδιους, παρά τα συνεχή ψέμματα που του λένε. (Κι όχι μονάχα προεκλογικώς.) Τελικά, όχι μόνο καρώτο δεν τρώνε οι Έλληνες, αλλ’ αποκλειστικώς εισπράττουν βουρδουλιές.

Καί γιατί -με τόσο ξύλο- δεν βάζουν μυαλό οι νεο-Έλληνες, ώ ‘γαθοί;

Υποθέτω, διότι (απ’ το πολύ ξύλο) πλέον φτάσανε σε ψυχική βλάβη μή αναστρέψιμη· ένα «σύνδρομο της Στοκχόλμης», αν έχετε ακουστά, κάτι σκυλιά του Παυλώφ, καί διάφορα άλλα ψυχο-τέτοια. (Είπαμε, δεν είμαι ειδικός.) Ή, σαν κάτι πειράματα με μαϊμούδες… όπου, η πρώτη μαϊμού στο κλουβί, που πάει να φάει τις -επίτηδες εκτεθειμένες- μπανάνες, τρώει ξύλο, ηλεκτροσόκ, παγωμένο νερό με τη μάνικα, κτλ. Το ίδιο κι η επόμενη, κι η επόμενη… μέχρι που κάπου την πέμπτη, ή την έκτη νεοεισερχόμενη στο κλουβί μαϊμού, που επιχειρεί να φάει τις μπανάνες, την πλακώνουν στις ανάποδες …οι προηγούμενες.

 

Έρχονται στιγμές, όμως, που αυτός ο «μεταφυσικός» εμφυτευμένος φόβος στις ψυχές των Ελλήνων εξαφανίζεται αμέσως. Όπως έγινε πχ το 1940. Έτσι, οι άρχοντες του φόβου φροντίζουν -με την πρώτη ευκαιρία- να επαναφέρουν πάλι τα πράγματα στη …φυσική τους ισορροπία. Με κάτι εμφύλιους, με ξύλο στην Ασφάλεια (φταίς-δε φταίς), καί διάφορα άλλα τέτοια ωραία. Γιά να φτάσουμε στο σημείο, να έχουμε μεν ξεσκίσει ολόκληρον τον Άξονα, αλλά να μας πουλάνε μαγκιά σήμερα η τουρκίτσα καί η χαλβανίτσα. (Καί η μανκυντονίγια. Η δε βουλγαρίτσα σφυράει αδιάφορα, παρά το ότι μας χρωστάει αποζημιώσεις από τρείς πολέμους.)

Επειδή, όμως, ήδη φάγαμε το πρώτο πέμπτο του 21ου αιώνα, δεν αρκεί ο βούρδουλας. Ο σωματικός, δηλαδή. (Ίσως καί να μην έχει πλέον θέση στις σημερινές δυτικές κοινωνίες, περιοριζόμενος σε κάτι …Σουηδικές Αραβίες, καί διάφορα άλλα τέτοια αούγκαγκα κράτη.) Οπότε, μεταφέρθηκε στον ψυχικό τομέα. Όπου οργιάζει η προπαγάνδα, η επίθεση ακόμη καί σε στοιχειωδώς λογικές έννοιες (όπως το ότι η Ελλάδα, ακόμη καί να θέλει, δεν μπορεί ούτε να στεγάσει, ούτε να θρέψει τα εκατομμύρια των τυχάρπαστων που μπουκάρουν στη χώρα), καί οι απειλές (άμεσες, ή έμμεσες).

Κι έτσι, βλέπεις τους Έλληνες να μην τολμάνε να διαολοστείλουν τους λαθρέποικους καί τους προστάτες τους (παρά το ότι αισθάνονται πως έτσι ακριβώς είναι το σωστό να πράξουν), γιά να μη χαρακτηριστούν …ρατσιστές καί φασίστες!!!

Αλήθεια, να χαρακτηριστούν …από ποιούς; Από πράκτορες κι αληταράδες; Κι άμα χαρακτηριστούν, τί έγινε, δηλαδή; θα μας χαλάσει το προξενιό;

Ρέ, άει στο διάολο πιά, που δυό λέξεις έχουν μαστουρώσει κι αδρανοποιήσει ολόκληρον λαό!!! Αλλά είπαμε, μπροστά στον μεταφυσικό φόβο, οι σκεπτικές διεργασίες πάνε περίπατο. Οπότε, οι λεβέντες βρήκαν καί τα κάνουν… Μπροστά σε τέτοιες «επιτυχίες» της ξένης προπαγάνδας, οι (σιτεμένες, με πείρα αιώνων) μεταφυσικές ιστορίες των παπάδων γιά σατανάδες κτλ αποδεικνύονται εντελώς του νηπιαγωγείου.

 

Στα παραπάνω εχθρικά προς τους Έλληνες, προσθέστε τα ραδιοκύματα σε χαμηλές συχνότητες «ύπνου», τους αεροψεκασμούς με δηλητήρια, τα -νόμιμα- δηλητήρια σε τρόφιμα καί φάρμακα, την άνωθεν εκπορευόμενη ασυδοσία του οργανωμένου εγκλήματος, καί μερικά ακόμη, που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή – ή πάνε πολύ μακριά, γιά να τ’ αναπτύξω εδώ. Όπως πχ τη δευτερεύουσα ( ; ) προπαγάνδα (πρωτεύουσα είναι ο φόβος, που λέγαμε) με το: «ο καθένας γιά την πάρτη του», με το: «το σχολείο είναι άχρηστο», καί διάφορα άλλα τέτοια κεχαριτωμένα. Αλήθεια, άμα είναι ο καθένας γιά την πάρτη του, τότε γιατί, ώ νεο-Έλληνες, πάτε καί γλείφετε τους …πωλητικούς καί τους κάνετε πασάδες; Έ; Αν μή τί άλλο, σας έχουν ξεσκίσει τα πορτοφόλια. Ποιά «πάρτη σας», λοιπόν; Κι άμα είναι άχρηστο το σχολείο, καλά σας κάνουν οι τράπεζες, που σας πουλάνε δάνεια με δήθεν 8% επιτόκιο, το οποίο στην πράξη αποδεικνύεται 25%.

Δεν επιμένω στην ανάπτυξη αυτών των λοιπών αιτίων, αλλά θα δεχθώ κάθε καλή ιδέα δική σας επ’ αυτών. Διότι το θέμα δεν είναι ν’ αναλύουμε τα ήδη πολλάκις αναλυμένα, αλλά να φτάσουμε τάχιστα στην καρδιά του προβλήματος καί να το θεραπεύσουμε.

Να σώσουμ’ ο,τιδήποτε αν σώζεται.

Μπορούμε; Καί μάλιστα αμέσως;

Αν μή τί άλλο, ας το επιχειρήσουμε – γιά μιά καί τελευταία φορά.

(επόμενο)

 

Κίνα – ταχύρρυθμο σεμινάριο γιά τους ξερόλες του Διαδικτύου

37 Σχόλια

ολλά εγράφησαν αυτές τις μέρες, με αφορμή το μαλθακισμένον που ήθελε τη «μεγάλη ζωή» (χωρίς να κοπιάσει), αλλά κατέληξε στην ψειρού του Χόνγκ-Κόνγκ. (Να κάνει παρέα με τα ποντίκια του Χόνγκ-Κόνγκ, καί να της κάνουν καθημερινή κωλοσκόπηση οι δεσμοφυλακίνες.)

Δεν θα έδινα καμμία σημασία στις μαλακίες που πέρασαν απ’ τα μάτια μου· δεν είναι, δά, κι η πρώτη φορά, που ο κάθε αγράμματος κι ο κάθε βλάξ προβάλλει στο Διαδίκτυο την κενότητα της κεφάλας του. Αλλά υπήρξε μία φράση, που με εξόργισε. Κάτι σάν: «- Ελάτε τώρα, παιδί είναι! Τί παπαριές είν’ αυτές που λένε μερικοί, ότι θα την τουφεκίσουν!'»

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, όχι μόνο θα την τουφεκίσουν, μαλάκες, αλλά καί θα χρεώσουν τις σφαίρες στους γονείς της. Μέσωι της πρεσβείας μας, εννοείται.

Εξοργίστηκα, λοιπόν, όχι μόνο γιά την ολοφάνερη βλακεία κι ανιστορησία της συγκεκριμένης φράσης, αλλά καί γιά τον αισχρό υπαινιγμό που κρύβει εις βάρος της Ελλάδας. Ακολουθούν οι εξηγήσεις – να δούμε καί ποιός απ’ τους δυό μας λέει καί γράφει βλακείες. Εγώ, ή οι Διαδικτυακοί ξερόλες;

 

Κατ’ αρχήν, σε ηλικία 19 ετών, κανείς στην Ελλάδα δεν είναι παιδί. Είναι ενήλικος, που ψηφίζει. (Ψηφίζει; αλοίμονό μας!…) Που σημαίνει ότι, όταν συμβεί η στραβή, ας πρόσεχε.

Βεβαίως, στην Ελλάδα ελάχιστοι το παραδέχονται αυτό – αν καί αποτελεί πραγματικότητα εδώ καί δεκαετίες. Καί πιό πολύ απ’ όλους, οι γονείς κάτι «επαναστατών» του κώλου. Το «παιδί» δεν είναι καθόλου παιδί, όταν σπάει, καταστρέφει, πετάει μολότωφ, πλακώνει στο ξύλο όσους δεν γουστάρει. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι γονείς είναι …ήσυχοι· μή σου πω, καμαρώνουν κιόλας. (Τόσο μυαλό έχουν! Το ότι τις καταστροφές δημόσιας περιουσίας, που διαπράττει το κωλόπαιδό τους, τις πληρώνουν οι ίδιοι μέσωι φορολογίας, μάλλον δεν τους απασχόλησε ποτέ.) Αλλ’ αν συμβεί καμιά φορά να ξυπνήσουν απ’ τη νιρβάνα τους αι Αρχαί, καί τσακώσουν κανέναν τέτοιο τσόγλανο, τότε τρέχουν θορυβημένοι οι γονείς, σέρνοντας τον μεγαλοδικηγόρο από δίπλα. (Καί κάνοντας δηλώσεις στα κανάλια: «- Άπαπάααα, το …παιδί το παρέσυραν!»)

Βεβαίως (δίς), ελάχιστοι γονείς τέτοιων ατόμων παραδέχονται πως απέτυχαν ως γονείς. Εν άλλαις λέξεσιν, δεν θα δείς πολλούς τέτοιους ν’ αυτοκτονούν από ντροπή. Απεναντίας, τα πρώτα έξι έτη της ζωής του παιδιού είναι απόντες (δεν κόβεται εύκολα το ξενύχτι καί το ποτό, βλέπεις – αν κι ένα παιδί σημαίνει ευθύνες), καί τα επόμενα δώδεκα πάνε στα σχολεία καί βαράνε το χέρι στο τραπέζι, απειλώντας τους δασκάλους να βάλουνε άριστα στο καθηκάκι. (Το οποίο διαπράττει ό,τι παραβατικό φανταστείς, μόνο που δεν καίει το σχολείο του.) Κι όλο αυτό το διάστημα της δεκαοκταετίας είναι έτοιμοι να φάνε ζωντανόν, όποιον φέρει αντίρρηση στο μπουμπούκι τους.

Βλέπετε, εδώ καί πολλά χρόνια έχουμε γεμίσει με κάτι ηλίθιες θεωρίες, που απαγορεύουν το «όχι» στα παιδιά, γιά να μην τους δημιουργούνται …ψυχικά τραύματα. Μαλακίες, βέβαια, διότι ένα άκρως απαραίτητο καθήκον γονιών και δασκάλων απλώς αναβάλλεται γι’ αργότερα – καί το «όχι» τελικά το λέει η κοινωνία, μία καί καλή. Η οποία κοινωνία ουδόλως αποτελείται από γονείς με χαδάκια καί δασκάλους με γιαλαντζή άριστα. (Αλλά είπαμε, η σκεπτική ικανότητα είναι λίαν περιορισμένη στον ευρύ πληθυσμό. Επομένως, ποιός να κάτσει να σκεφτεί κάτι τέτοιες «λεπτομέρειες»…)

Μόνο που τότε (μετά τα 18, δηλαδή) το πρώτο «όχι» τσούζει πολύ άσχημα.

 

Όχι μόνο δεν λένε «όχι» στα τσογλανάκια τους οι αποτυχημένοι γονείς, αλλ’ αντιθέτως δέχονται οι ίδιοι το «όχι» των καμαριών τους! Καί δή, με το παραμικρό.

Αντιπαράδειγμα, στο οποίο υπήρξα παρών: μαλθακισμένη μαμά σε καφετέρια δίπλα σε πάρκο, απευθυνόμενη -με ηλίθιο χαμόγελο- σε τετράχρονο: «- Φάε το τοστάκι σου, Σία μου!»

«- Δε θέλω!»

«- Φάε σε παρακαλώ!»

«- Δε θέλω!»

Παρέμβαση δική μου: «- Γιατί δεν του δίνετε καμμία στον πωπό, να δήτε γιά πότε θα φάει μέχρι καί το αλουμινόχαρτο;»

Μαμά (με ηλίθιο χαμόγελο) : «- Χί χί χί!!! Έ, όχι το παιδί!… Άμα δε θέλει, τί να κάνω;!…»

«- Τί να σας πώ, μανδάμ! Αν εσείς ενθουσιάζεστε στην προοπτική ν’ αποκτήσει ύψος καί βάρος όχι ενήλικης γυναίκας, αλλά θηλυκιάς μαϊμούς, εγώ περισσεύω!»

Καί σωστά το μαντέψατε, εισέπραξα αγριοκοίταγμα.

Αγριοκοίταξε-δεν αγριοκοίταξε η μανδάμ, όμως, προσωπικώς ουδόλως πείθομαι πως οι φυλακές του Χόνγκ Κόνγκ διαθέτουν διαμπερή διαμερίσματα με ειδυλλιακή θέα.

Τέλος πάντων, στο θέμα μας. Έχουμε μία μακάρια χώρα (με πληθυσμό -φοβάμαι- μαστουρωμένον συλλήβδην), η οποία στα παιδιά της λέει συνεχώς «ναί», καί τα οποία παιδιά της θεωρούν «ηλιθιότητα» το διάβασμα καί τη μόρφωση. (Ου μην κι ενασχόληση αποκλειστικώς σπασικλών.) Καί τα οποία «παιδιά» νομίζουν ότι διαρκώς θα ζούν στον τεχνητό παράδεισο της μαλακίας των γονιών τους.

Ας δούμε, όμως, μαζί μερικές ηλιθιότητες αυτής της ηλίθιας, της Ιστορίας – καί θα συνεχίσουμε με ηλιθιότητες της άλλης ηλίθιας, της Λογοτεχνίας.

 

α. Ιστορία

Η αγγλίτσα επεξετάθη (εις βάρος άλλων λαών, εννοείται) μετά από μία μακρά διαδικασία αιώνων – που άρχισε με την καταστροφή της Ισπανικής Αρμάδας το 1588 στα βράχια της νότιας αγγλίτσας (με τα μάγια του Τζών Ντήη, ως λέγεται, ο οποίος επικαλέστηκε τους δαίμονες της θύελλας), καί -ουσιαστικά- τελείωσε με τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ το 1805. (Πάλι οι Ισπανοί την πλήρωσαν! Εάν, δέ, αρχίσετε να σκέφτεστε διάφορα γιά τους αριθμούς 1, 5, 8 των χρονολογιών… ξέρω ‘γώ; ψάξτε το. Μην τα περιμένετε όλα από μένα.)

Θαλασσοκράτειρα, λοιπόν, η αγγλίτσα, πήραν τα μυαλά της αέρα απ’ το 1588, κι έφτιαξε την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών το 1600. Γιά νομιμοφανές πλιάτσικο των αγαθών των …ιθαγενών, εννοείται· ήτοι, ήγουν, καί τουτέστιν,

…ν’ αγοράζει μπίρ παρά

τσάγια καί μπαχαρικά…

(μου βγαίνει συνεχώς καί το ποιητικό, τί να κάνουμε!  🙂  ), καί να τα μοσχοπουλάει ανά τας Ευρώπας. (Τα μπαχαρικά τότε παίζανε τον ρόλο του ψυγείου, διότι χασάπηδες καί μπακάληδες παστώνανε τα κρέατα καί τα ψάρια με δαύτα, καί καθυστερούσαν το σάπισμα.)

Επισημοποίησε καί τους μασώνους της, η αγγλίτσα, το 1717, κι άρχισε μέσωι αυτών να προσεταιρίζεται την άρχουσα τάξη των κατακτημένων χωρών. Παναπεί, πρώτα πήγαιναν οι μασώνοι της αγγλίτσας, καί μετά τα κανόνια της αγγλίτσας – αν χρειαζόταν. Αν, δηλαδή, οι ιθαγενείς ήσαντε αγύργιαγα κεφάλια, καί δε λέγαν να χαμπαριάσουν από διαβήτες καί βαλσαμωμένα κοκκόρια. Ή αν ήσαντε τόσο πρωτόγονοι, βραδερφέ, που τον διαβήτη τον περνούσαν γιά σούβλα, χρήσιμη στο ψήσιμο του κόκκορα. Τότε αναλάμβαναν να κάνουν φροντιστήριο στους ιθαγενείς οι κανονιοφόροι της αγγλίτσας …από μακριά – κι από κοντά, τα διάφορα συντάγματα αγγλίτσων τυφεκιοφόρων καί αγγλίτσικου πυροβολικού.

Κι έτσι (με μασώνους καί κανόνια, δηλαδή), η αγγλίτσα πρώτα κατσικώθηκε στην Ινδία… όπου εκατό χιλιάδες αγγλίτσοι στρατιωτικοί έκαναν κουμάντο επί αιώνες σε μιά χώρα μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων. (Κι άλλαξαν τα -μεταφραστικά- φώτα σε Βέδδες καί λοιπά συγγράμματα.)

 

Μ’ αυτά καί μ’ αυτά, της αγγλίτσας της άνοιξε η όρεξη να πάει ανατολικώτερα – στην Κίνα. Έλα, όμως, που άλλο η Ινδία, κι άλλο η Κίνα!…

Στην Ινδία, δεν βρήκαν καμιά ουσιαστική αντίσταση οι αγγλίτσοι. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά (θα έλεγα) στη νοοτροπία καί τη μεταφυσική φιλοσοφία αυτού του λαού (αυτού του συνόλου λαών, γιά την ακρίβεια), που συνοψίζεται σε μία καί μόνη λέξη: κάρμα! Γι’ αυτό βλέπεις τέτοια απάθεια, να μπαίνει ο Ινδός στον Γάγγη, να πλένεται ανάμεσα σε πτώματα / σκουπίδια / κόπρανα, καί να μην τρέχει τίποτε. Ή να ζή στα πεζοδρόμια, μέσα στη βρώμα. «- Τί μπορώ να κάνω;», σου λέει. «Είναι το κάρμα μου!»

Όμως, η Κίνα ήταν τελείως άλλη ιστορία… Επίσης πολυπληθής, με επίσης μακραίωνα δικό της πολιτισμό κι άλλο τόσο μακραίωνες αρχές. (Ναί, τ’ ανθρωπάκια είχαν -κι ακόμη σήμερα έχουν- μία υψηλή κοινωνική ηθική. Δεν είναι τόσο …έξυπνα, όσο οι νεο-Έλληνες, ώστε να πετάξουν στα σκουπίδια τις παραδόσεις τους, προς χάρη των πέραν του Ατλαντικού «πολιτισμικών» πορδών. Πώς να το κάνουμε;!) Κι επιπλέον, είχαν καί παράδοση στις πολεμικές τέχνες.

Τέλος, οι δυό θρησκείες των Κινέζων (η αρχαία, το τάο, κι η πιό καινούργια, ο βουδδισμός) δεν άφηναν έδαφος στη θρησκευτική επιθετικότητα καθολικών καί προτεσταντών ιεραποστόλων. (Άσε καί το εμπόδιο της γλώσσας!… Άντε να μεταφράσεις στα Κινέζικα έννοιες της χριστιανικής πατερικής θεολογίας!!!) Οι Κινέζοι τους γείωναν κανονικά, τους φλάρους, ου μην καί τους θεωρούσαν απολίτιστους καί ηλίθιους… που δεν πλενόντουσαν, δεν σκούπιζαν τον κώλο τους με χαρτί, καί δεν πήγαιναν με γυναίκες. Έτσι, οι ιεραπόστολοι είχαν ελάχιστη επιτυχία. Δεν ήταν Αφρική, εδώ!

Συνεπώς, γιά να κατακτήσουν καί την Κίνα, οι αγγλίτσοι έπρεπε να το παίξουν πονηρά.

 

Εφ’ όσον το έξυπνο πουλί απ’ τη μύτη πιάνεται, τον κάθε λαό τον πιάνεις από τα αδύναμα σημεία του. Στην περίπτωση των Κινέζων, τα αδύναμα σημεία τους είναι η παραδοπιστία, η φιληδονία, η προληπτικότητα, κι ο τζόγος. Καί η διαφθορά των περισσοτέρων καλομαθημένων αρχόντων τους. Την εποχή εκείνη, επίσης, αδυναμία της Κίνας ήταν κι ο απαρχαιωμένος στρατιωτικός καί ναυτικός της εξοπλισμός.

Τί έκαναν, λοιπόν, οι αγγλίτσοι; Πρώτα πήγαν με την απειλή των κανονιοφόρων καί φτιάξαν (μετά το 1842) αποικία στον πράγματι πανέμορφο κόλπο του Χόνγκ Κόνγκ, μιμούμενοι τους Πορτογάλους, που είχαν πιάσει πρωτύτερα τα γιοφύργια στο Μακάο. Μιά που είχαν νικήσει στο Τραφάλγκαρ (καί δεν είχαν πιά αντίπαλο στις θάλασσες), καί μιά που είχαν πράγματι στόλαρο, τότε φυσικά καί δεν μπορούσαν να τους αντισταθούν οι Κινέζικες ζόνγκες. Με αποτέλεσμα οι Κινέζοι να ηττηθούν, καί ν’ αρχίσουν να χορεύουν στον ρυθμό της αγγλίτσας.

Η οποία αγγλίτσα παράλληλα εφήρμοζε τις λοιπές γνωστές της κατακτητικές τακτικές: φιλοαγγλική προπαγάνδα με τους μασώνους, δωροδοκίες των διεφθαρμένων τοπικών αξιωματούχων, υποδαύλιση εμφυλίων πολέμων καί διαμαχών, καί το κυριώτερο: διοχέτευση οπίου στην αγορά της Κίνας. (Η φιληδονία, που λέγαμε.) Με προφανή σκοπό να μαστουρώσουν όλους τους Κινέζους, γιά να μην αντισταθούν αυτοί – στη δεύτερη φάση κατακτήσεως, κατά την οποία τα αγγλίτσικα στρατεύματα θα προχωρούσαν στα ενδότερα.

(Παρένθεση: Κάτι μου θυμίζουν όλ’ αυτά… αλλά έχω μιά απορία: καλά όλα τα υπόλοιπα, αλλά εμάς τους Έλληνες, με τί σκατά μας μαστουρώνουν καί μας έχουν καταντήσει ζόμπυ; Αυτό δεν τό ‘χω βρεί ακόμη.)

 

β. Λογοτεχνία

Το όπιο το παίρνανε οι αγγλίτσοι μπίρ παρά από δικές τους καλλιέργειες στην Ινδία – την αποικία τους, μην ξεχνάτε. Το φέρνανε με τα πλοία τους στην Κίνα (στο Χόνγκ Κόνγκ), καί το παραδίδανε σε τοπικά λαμόγια διά τα περαιτέρω. Η πληρωμή του ναρκωτικού γινότανε με τούβλα ασημιού, μέρος των οποίων οι αγγλίτσοι το ξαναφήνανε στην Κίνα· συγκεκριμένα, το πασάρανε ως δωροδοκία στους τοπικούς διεφθαρμένους άρχοντες, γιά να κάνουν τα στραβά μάτια. Το υπόλοιπο ασήμι, βέβαια, γέμιζε τα θησαυροφυλάκια του παλατιού τους… καί των Ρότσιλντ!  🙂

(Παρένθεση: οι αποθήκες των Ρότσιλντ υφίστανται ακόμη σήμερα στο λιμάνι της Σαγκάης, καί θεωρούνται διατηρητέο κτίσμα – μπροστά από μοντέρνους, επιβλητικούς ουρανοξύστες. Μόνο που οι αναμνήσεις απ’ τους Ρότσιλντ δεν είναι καθόλου καλές γιά τους Κινέζους. Φυσικά καί δεν είναι να θυμάσαι με νοσταλγία τον βούρδουλα που κρατούσε ο Ρότσιλντ, καί τον κατέβαζε στις ράχες καί στα πρόσωπα των Κινέζων.)

Δηλαδή, μ’ ένα αυτοφυές φυτό άνευ αξίας, οι αγγλίτσοι γινόντουσαν πλούσιοι. (Εις βάρος άλλων, εννοείται.)

Αυτά όλα τα εξιστορεί πολύ όμορφα (καί με λεπτομέρειες) με την υπέροχη πέννα του ο Τζέημς Κλαβέλλ, στο μυθιστόρημά του «Τάϊ Πάν». Η πλάκα είναι πως ο (Σκωτσέζος) μυθιστορηματικός αρχηγός των αγγλίτσων εμπόρων του Χόνγκ Κόνγκ διάλεξε αυτόν τον τίτλο γιά τον εαυτό του, μεταφράζοντας κατά κυριολεξία την Κινέζικη έκφραση «μεγάλος αρχηγός». Ωστόσο, ο «τάϊ πάν» είναι τίτλος, που δινόταν σε ιδιοκτήτη οίκου ανοχής! Lol!!! Πολύ ταιριαστό, πράγματι: ο αρχηγός των πρεζεμπόρων ν’ αυτοαποκαλείται «νταβατζής»!

Δεν γνωρίζω αν το «Τάϊ πάν» έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά, πάντως -αν αυτό έχει κάποια σημασία- ο Κλαβέλλ είναι ο συγγραφέας καί του «Σογκούν», που αναφέρεται στην Ιαπωνία του 1590-1630. (Ρίχτε καί καμιά ματιά στο τσαρδί του Μάρκου, να μάθετε τί έγινε τότε.) Καλό είναι να μεταφράζονται στα Ελληνικά καί τέτοια μυθιστορήματα, κι όχι μόνον ο κάθε Κοέλιο.

 

γ. Ξανά Ιστορία

Στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως, η κατάσταση στην Κίνα με τα ναρκωτικά των ξένων είχε φτάσει στο απροχώρητο. Έτσι, ξέσπασε η περίφημη επανάσταση των Μπόξερς. (Πιό σωστό όνομα: Εξέγερση «Της δίκαιης καί αρμονικής γροθιάς».)

Αυτή η επανάσταση είχε ξεκινήσει «εκ των κάτω», από τον λαό, αλλά υποστηρίχτηκε σιωπηρώς από την αυτοκράτειρα. (Ξένη κι αυτή, της Μογγολικής δυναστείας, που κυβερνούσε την Κίνα από τον 16ο αιώνα. Ωστόσο, πήρε το μέρος του λαού της.) Οι Κινέζοι πολιόρκησαν τις ξένες πρεσβείες, με παρ’ ολίγον τραγικά αποτελέσματα γιά τους Δυτικούς. (Λεπτομέρειες στην κλασική ταινία «55 μέρες στο Πεκίνο».) Αλλά πάλι έχασαν από την ίδια αιτία, τον πεπαλαιωμένο καί σχεδόν ανύπαρκτο εξοπλισμό τους.

Μετά, η Κίνα, εκτός του ότι πλήρωσε χοντρές αποζημιώσεις, αναγκάστηκε να δεχθεί όλα τα δυτικά «καλά»… καθαίρεση της δυναστείας, κοινοβουλευτισμό (ρίξτε μιά ματιά πχ εδώ), εμφυλίους πολέμους πολεμάρχων καί ληστάρχων, διάλυση, καί τέλος την εισβολή των Ιαπώνων καί την κατοχή απ’ αυτούς μεγάλου τμήματος της χώρας επί αρκετά χρόνια.

Μετά τον Β’ ΠΠ, την Κίνα τη συμμάζεψε η επικράτηση των κομμουνιστών του Μάο Τσέ Τούνγκ – κι η χώρα έγινε σιγά-σιγά αυτό που ξέρουμε σήμερα.

 

δ. Το σήμερα

Εφ’ όσον οι Κινέζοι δεν ξεχνούν το παρελθόν τους, εσείς τί λέτε; Λέτε να ξέχασαν το ομαδικό μαστούρωμα, στο οποίο τους υπέβαλαν οι αγγλίτσοι πρεζέμποροι; ή το τί τράβηξαν από δαύτους; Έ;

Κι όπως καταλαβαίνετε, το να φέρει μία Δυτική ναρκωτικά πάλι μέσωι Χόνγκ Κόνγκ, είναι κάτι που -καί σημειολογικώς- τους Κινέζους τους έκανε …Τούρκους!!! (Καί φυσικά δεν θα νοιαστούν καθόλου μα καθόλου, αν η πατρίς της δεσποινίς είναι η Σύ Λά – η Ελλάδα.)

Αυτό ακριβώς είναι που αγνοεί καί δε λέει να καταλάβει ο κάθε ανιστόρητος εγχώριος «εξυπνάκιας». Ας περιμένουν, λοιπόν, ν’ ακούσουν το «μπάμ!» των όπλων του Κινεζικού εκτελεστικού αποσπάσματος, κι ας μείνουν με τις εξυπνάδες τους, του τύπου: «- Έ, καλά τώρα!… Παιδί είναι!»

Ναί. Παιδί. Κι εντός ολίγου, παιδί σε συσκευασία φερέτρου.

 

Ωστόσο… Υπάρχει καμιά περίπτωση να μην το τουφεκίσουν οι Κινέζοι, το …βλήμα εκ Μυτιλήνης;

Ναί, υπάρχει.

Οι Κινέζοι θα ρίξουν πιό επιεική ποινή, όχι θανατική (μην περιμένετε τίποτε γενναίες εκπτώσεις, όμως… μιλάμε γιά μερικές δεκαετίες ειρκτή – παναπεί, όταν θα βγεί απ’ αυτή τη φυλακή, του «μοντέλου» θα τού ‘χει φύγει διά βίου η μαγκιά …καί η περίοδος), μόνο σε μία περίπτωση: αν θελήσουν να παζαρέψουν κάτι. Καί, πιστέψτε με, παζαρεύουν πολύ χοντρά κι επίμονα. Αν δείς Κινέζους να σου χαμογελάνε μετά από συμφωνία, ψάξε να βρείς πόσο μεγάλο κλύσμα σου χώσανε.

Μ’ έβαλε σε ιδέες ο Διηνέκης (πχ εδώ), ότι με την ιστορία αυτή παίζεται κάτι πολύ μεγαλύτερο. (Ανακατεύτηκαν κι οι ηπαπαραίοι, δηλαδή – άγνωστο σε μένα με ποιόν σκοπό.) Καί, κάπου σα να πήρε το μάτι μου, ότι η φερόμενη ως κυβέρνηση «άδειασε» μεγαλοπρεπώς Ευρωπαίους καί Καταριανούς γιά την επένδυση στο πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού, αφήνοντας μόνο τους Κινέζους ως «παίχτες»… να φάνε το αεροδρόμιο, να φάνε καί τη ΔΕΗ. (Μεταξύ μας, το Ελληνικό πρέπει να παραμείνει ως δεύτερο αεροδρόμιο της Αθήνας των 6 εκατομμυρίων, καί τα υπόλοιπα είναι σαχλαμάρες. Αλλά, κουβέντα κάνουμε.) Δεν γνωρίζω, αλλά η τελική ποινή στο «μοντέλο» μπορεί να σχετίζεται άμεσα με τις «επενδύσεις» των Κινέζων στην Ελλάδα.

Λοιπόν,… ίδωμεν.

 

ε. Προς τί ο θυμός;

Τούτων ειπωθέντων, γιατί θύμωσα τόσο πολύ με τους Διαδικτυακούς βλάκες; Όντως, αυτό δεν σας το είπα.

Θύμωσα, επειδή κάτω από το: «- Έλα, μωρέ, σιγά μην την τουφεκίσουν!», κρύβεται η απαξίωση στη δική μου πατρίδα. Το: «-Έλα, μωρέ, καί τί έγινε;» (…με φορτίο δυόμιση κιλά κόκας στις αποσκευές του «μοντέλου»), υποκρύπτει τη θέση ότι τα σύνορα είναι ανύπαρκτα (άρα καί οι πατρίδες είναι σκουπίδια), οπότε καλώς μπαινοβγαίνει ο καθένας όπου γουστάρει (πχ λαθρέποικοι στην Ελλάδα), κουβαλώντας ό,τι γουστάρει.

Πάντως, οι μαλακισμένες αντεθνικές αντιλήψεις μερικών εγχωρίων συμπλεγματικών παρανοϊκών, ανατρέπονται άρδην από τους Κινέζους. Οι οποίοι καί πατρίδα έχουν (καί την τιμούν), καί παραδόσεις, καί Ιστορία, καί πολιτισμό, καί σύνορα, καί στρατό γιά να τα φυλάξουν, καί νόμους, καί δικαστές, καί φυλακές γιά τους παρανομούντες. Καί τιμωρούν -μαζί με το εμπόριο ναρκωτικών, καί- τη διαφθορά με τη θανατική ποινή.

Καί είναι καί κομμουνιστές, Αλεκσάκι. Αυτό να πείς στα ανά τα ΜΜΕ καί το Διαδίκτυο παπαγαλάκια σου, που έμειναν στο: «- Έλα, μωρέ!».

 

Υγ 1: Δε μπορώ, θα το πω… Αυτοί οι γονείς του «μοντέλου», είναι ντίπ νούμερα, εφάμιλλα της κόρης τους. (Λογικό, διότι πάντα η μηλιά βρίσκεται πάνω απ’ το πεσμένο μήλο.) Ζητάνε πανελλήνια χρηματική ενίσχυση… αλλά γιά ποιό λόγο, μωρέ; γιά να πληρώσουν ποινικώς καταδικασθέντα δικηγόρο, τον οποίο η μασωνία των δικαστάδων έβγαλε απ’ τη φυλακή με δήθεν «ανήκεστο» βλάβη της υγείας του, καταπώς το συνηθίζει! (Καί τον επίσης μασώνο Παττακό, με «ανήκεστο» τον είχε βγάλει.) Κι ο οποίος χαίρει άκρας υγείας καί δικηγορεί!!!

(Κι απ’ την άλλη, η μασωνία των δικηγόρων της Αθήνας, ούτε κάν σκέφθηκε επί τόσα χρόνια να τον θέσει σε οριστική αργία… καί δεν νομίζω πως δεν θυμάμαι καλά. Τα θερμά μου «συγχαρητήρια» -απ’ την ανάποδη- καί στους μέν, καί στους δέ. Λοιπόν, λεβέντες: ο ΜΑΤΣ μπορεί σήμερα να χαρίζει στους πιστούς του υπόλοιπα ποινών, έτσι, μαγκιά, αλλά δεν ξέρω αν τελικά τους γλυτώσει κι από τίποτις κρεμάλες… πού ‘ρχονται με πρόσω ολοταχώς.)

Έ, ρέ, γλέντια, καί μάθουν οι Κινέζοι ποιόν δικηγόρο έβαλε το «μοντέλο»!… Δε σου λέω τίποτε!  🙂  🙂

«- Πώς θα το μάθουν, ρέ σύ Εργοδότη;»

Ρέ σείς, αφελέστατοι, οι πρεσβείες έχουν ανθρώπους, που καθημερινά διαβάζουν όλα όσα αφορούν τις χώρες τους! Δεν το ξέρατε;

Υγ 2: Επειδή πολλοί επιδίδονται στο σπόρ του κρεμάσματος ετικετών, τους λέω πως οι Κινέζοι δεν είναι ούτε φοβιτσιάρηδες, ούτε πονηροί, ούτε καχύποπτοι… περισσότερο απ’ όσο είναι πχ οι ηπαπαραίοι.

Γνωρίζω άριστα ότι φοβούνται τον βιολογικό πόλεμο, γι’ αυτό σε συγκεκριμένο περιστατικό (που ξέρω) -πριν επιτρέψουν την είσοδο στη χώρα τους- έβαλαν Έλληνα ταξιδιώτη να πετάξει στα σκουπίδια τρία μανταρίνια, που είχε μαζί του.

Πριν αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ, οι αγγλίτσοι έριξαν -γιά πειραματισμό- μικρόβιο άνθρακα σ’ ένα νησάκι με λιβάδια, στη Σκωτία, το οποίο μέχρι σήμερα είναι σε καραντίνα. Σκεφθήτε, τώρα, οι (ούτε πονηροί, ούτε καχύποπτοι, ούτε τίποτε, αλλά) …Παναγίες ηπαπαραίοι ν’ αμολήσουν όλο το απόθεμα άνθρακα, που έχουν αποθηκεύσει στα μυστικά τους εργαστήρια!!!

Αυτά, γιά να μην ξαναδώ γραμμένο το: «- Έλα, μωρέ!» Κακώς έχουν δημόσια γνώμη οι αγράμματοι κι οι ηλίθιοι.

 

Το τέλος – β’

77 Σχόλια

(προηγούμενο)

vi.

Στην κυβική αίθουσα συσκέψεων.

Ώρα μία πρωϊνή ακριβώς.

Ο επικεφαλής των δεκατριών σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του. «- Λύεται η συνεδρίασις!», είπε μ’ επίσημο παγερό ύφος. Τον μιμήθηκαν όλοι οι υπόλοιποι καί σηκώθηκαν κι αυτοί.

Αφήνοντας κατά μέρος τις επισημότητες, τους απευθύνθηκε με οικείο αυτή τη φορά ύφος. Σαν συμβουλευτικό· πατρικό, θά μπορούσες να το πείς.

«- Πιστεύω, το προσεχές χρονικό διάστημα να θυμάστε διαρκώς, ότι απόψε θέσαμε ως πρώτη προτεραιότητα την απόλυτη καταστροφή εκείνης της χώρας – καί να το προχωρήσετε, ο καθένας στον τομέα του.», είπε. «Περιμένω απτά αποτελέσματα, το πολύ μέσα σ’ έναν χρόνο!»

«- Μ’ όλον τον σεβασμό, πρεσβύτερε…», παρενέβη ένας απ’ τους υπόλοιπους, «…απόψε μιλήσαμε γιά τρείς χώρες προς καταστροφή. Αν κατάλαβα καλά, ως πρώτη προτεραιότητα στο έργο μας εννοείτε την Ελλάδα;«, κατέληξε.

«- Ναί! Αυτήν εννοώ. Καί τώρα να πας να πλύνεις το στόμα σου, που το μόλυνες με κακιά λέξη!», αστειεύτηκε ο αρχηγεύων. Είτε αυθόρμητα, είτε από υποχρέωση, όλοι γέλασαν.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα εισόδου στο κυβικό δωμάτιο, καί μπουκάρισε μ’ αποφασιστικό ύφος ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.

 

Αυτό δεν είχε ξαναγίνει!… Δεν προβλεπόταν στο πρωτόκολο, ακόμη καί γιά όταν στο κυβικό δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς. Οι σωματοφύλακες πάντα περίμεναν στο επάνω δωμάτιο καί στον προθάλαμο. Ποτέ δεν έφταναν εδώ κάτω.

Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε, καί κοίταξαν τον υψηλόσωμο σωματοφύλακα – ερωτηματικώς πως. Αυτός στάθηκε λίγο πιό μέσα απ’ την είσοδο, καί κάρφωσε κατάματα τον αρχηγεύοντα.

«- Σολομωνάααα-κοοοο!«, είπε με τόνο τέτοιον, που κοροϊδεύονται τα μικρά παιδιά μεταξύ τους. «Γιά πού τό ‘βαλες;»

Το ανοίκειο της παρουσίας του σωματοφύλακα, γέμισε την ατμόσφαιρα μ’ άσχημη έκπληξη· αλλά δέκα φορές περισσότερον ηλεκτρισμό φόρτισε την ομήγυρη η πρωτάκουστη αυθάδειά του. Τον κεραυνό, όμως, στα κεφάλια των συνέδρων τον αμόλησε η φωνή του.

Ήταν γυναικεία!

Ο αρχηγεύων νευρίασε στο έπακρο· αν ο σωματοφύλακας είχε έστω καί μικρό ίχνος ψυχικής ευαισθησίας, καί μόνο το βλέμμα του πρεσβύτερου θα τον σκότωνε. Με δυσκόλως ελεγχόμενο θυμό, του μίλησε με παγερή αυστηρότητα.

«- Τί συμβαίνει, Χαΐμ; Τί συμπεριφορά είν’ αυτή;»

«- Πού πας βιαστικός, Σολομωνάκο, χωρίς να μας χαιρετήσεις;», ανταπέδωσε η κοροϊδευτική γυναικεία φωνή.

 

Ήταν φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ. Ο Σολομωνάκος, δηλαδή ο μέχρι πρότινος χαίρων απολύτου σεβασμού πρεσβύτερος, είχε γίνει μπαρούτι.

Προσπάθησε να συγκρατήσει τη λογική του, που δεν θ’ άντεχε άλλη επίθεση συναισθήματος – χρόνια καί χρόνια ξέμαθη, γάρ. Μέχρι σήμερα, γινόταν ό,τι γούσταρε ο λεγάμενος· κι ακριβώς όπως το ήθελε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε θυμούς καί νεύρα, γιά να περάσει το δικό του. Κι εδώ δεχόταν τέτοια κόντρα στη θέλησή του -που είχε συνηθίσει να την επιβάλει ασυζητητί στους πάντες-, που ο έλεγχος της συμπεριφοράς του ακουμπούσε πλέον τα σύνορα του αδύνατου.

Επιτέλους, τί συμβαίνει; Η καταγωγή του επικεφαλής σωματοφύλακα ήταν ελεγμένη χίλια τα εκατό, καί από τα δυό γενεαλογικά δέντρα του. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια που τους υπηρετούσε, δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή ν’ αμφιβάλουν γι’ αυτόν. Άρα, αυτό το ξαφνικό απόψε;… Τί…;

«- Δε συνηθίζεις να λες καληνύχτα στις κυρίες;», συνέχισε η γυναικεία φωνή.

 

Ο αρχηγεύων πρεσβύτερος κόντεψε να εκραγεί, ενόσω μερικοί απ’ τους άλλους -που ψιλοκατάλαβαν τη δύσκολη κατάσταση- έσπευδαν προς το μέρος του, να τον βοηθήσουν· κ’ οι υπόλοιποι έκαναν καναδυό βήματα προς τον σωματοφύλακα, κινούμενοι απειλητικά. Όμως αυτός, χωρίς να πάρει το βλέμμα του απ’ τα μάτια του πρεσβύτερου, ξεθηκάρωσε το Γκλόκ, το απασφάλισε καί τ’ όπλισε σε κλάσμα δευτερολέπτου. Στον επόμενο αριθμητή του κλάσματος, πρόταξε το πιστόλι του εναντίον όλων, έτοιμος να πυροβολήσει. Όντας καθαρά επαγγελματίας πιστολάς, κοίταζε σταθερά μπροστά τον πρεσβύτερο, καί με την πλάγια όρασή του κρατούσε υπό έλεγχο το υπόλοιπο τσούρμο, το κινούμενο. «- Ακίνητοι, να μην το μετανοιώσετε!», ούρλιαξε.

Η φωνή τώρα σάμπως ήταν λιγάκι διαφορετική. Απ’ την ταραχή τους, όμως, δεν το καλοκατάλαβαν. Αρκέστηκαν στο ότι εξακολουθούσε να είναι γυναικεία.
«- Τσακιστήτε καί παλουκωθήτε στις πολυθρόνες σας!…», ξανάπε ο σωματοφύλακας με την παράξενη θηλυκιά φωνή, «…που είναι καί στυλάτα κομμάτια!«, συμπλήρωσε.

Με την προσταγή του σωματοφύλακα κοκκάλωσαν, αλλά χρειάστηκε κι ένα επιτακτικό νεύμα του πρεσβύτερου («εντάξει, όλα υπό έλεγχο»), γιά να ηρεμήσουν κάπως καί να πάνε να ξανακαθήσουν.

Όμως… Θηλυκιά φωνή; Ναί, αυτή τη φορά πραγματικά έγινε πιό θηλυκή. Εκτός αν ήταν κι αυτή ακόμη μιά παραίσθηση. Φαίνεται πως γιά κάποιους λόγους (παροδικούς, έλπιζαν), τα μυαλά τους ολονών απλά έπαψαν να δουλεύουν· τις στιγμές εκείνες έκαναν πουλάκια. Όχι μόνο άκουγαν να βγάζει γυναικεία φωνή ένας μαντράχαλος, αλλ’ άλλαζε καί τη χροιά διαρκώς! Δεν τους ενέπαιζε μονάχα μ’ όσα έλεγε, αλλά καί με το πώς τά ‘λεγε.

Απαράδεκτο, ακόμη κι ως παράλληλη πραγματικότητα. Αυτά όλα ήταν απλώς ένα παρατεταμένο ψέμμα – που θα ‘ρχόταν κι αυτουνού η ώρα του να τελευτήσει.

 

Ο πρεσβύτερος κατάφερε να κρατήσει πατημένο κάτω το καπάκι της οργίλης κατσαρόλας του, κι ερεύνησε το πρόσωπο του σωματοφύλακα. Το απλανές βλέμμα του τελευταίου, καθώς κι η απόλυτη ακινησία των μελών του όταν δεν μιλούσε, έδειχναν πως όλο αυτό το θέατρο δεν ήταν δικό του έργο. Δεν προσποιούταν, το άτομο· διατελούσε υπό κατάληψη από κάποια οντότητα.

«- Ποιά είσαι;», ρώτησε, ενώ ταυτόχρονα έκανε κρυφά νόημα με τα δάχτυλα προς τους λοιπούς παριστάμενους «ξεκινήστε τον εξορκισμό». Ξεκίνησε κι αυτός να τον απαγγέλει από μέσα του. Όμως, δώδεκα άτομα άρχισαν στη στιγμή να δείχνουν σημάδια πνιγμού, να κοντανασαίνουν, καί να πιάνουν τον λαιμό τους· σα να προσπαθούσαν ν’ απομακρύνουν απ’ αυτόν τα χέρια κάποιου, που τον έσφιγγε θανάσιμα. Σωριαστήκαν όλοι τους στις πολυθρόνες, καί πήραν στάσεις σαν αγγυλωμένοι.

«- Εσείς, ακίνητοι είπαμε!», σφύριξε απειλητικά η φωνή. «Όσο γιά σένα,…», απευθύνθηκε στον αρχηγό, που με τις πρώτες συλλαβές του εξορκισμού είχε τινάξει απότομα το κεφάλι του κ’ είχε σωριαστεί άδειο σακκί στο έδαφος, σα να δέχτηκε νόκ-άουτ γροθιά στη μούρη.

«- …Όσο γιά σένα, Σολομωνάκο, τους εξορκισμούς να τους χώσεις εκεί που ξέρεις!», έδωσ’ όρντινο η φωνή, εξοργισμένη. «Κι άμα θες κόντρες, πάρε!», αποτέλειωσε.

Τα χρόνια του πρεσβύτερου δεν βοηθούσαν γι’ άμεση επανανόρθωση στα δυό του πόδια. Δεν πρόλαβε, όμως, να μαζέψει τα γεροντικά κανιά του, καί το δωμάτιο αντήχησε με μιά ανυπόφορη στριγγλιά σε τέρμα ένταση. Ήχοι υπερκόσμιοι· τρίλλιες, βιμπράτο, αρπίσματα σ’ υψηλές συχνότητες,

λέξεις πανάρχαιες

να μολογούν

τα τρομερά τα μυστικά που ξέρουν,

σφυροκοπούσαν ανελέητα τα εγκεφαλικά κέντρα των παρισταμένων, που κλείναν τ’ αυτιά τους με τα χέρια τους, μπας καί γλυτώσουν. Αλλά το κακό δε σταματούσε.

 

Όταν άπαντες είχαν διπλωθεί στο πάτωμα διαλυμένοι ανάμεσα στα ξερατά τους, τότε σιώπησε ο ηχητικός εφιάλτης. Άπαντες, πλην σωματοφύλακα· που στο μεταξύ είχε ξαναβάλει το όπλο στη θήκη καί στεκόταν ακίνητος με βλέμμα απλανές. Όταν -επιτέλους!- έπαψαν οι φωνητικές εκπομπές του ενόπλου γορίλλα, ο πρεσβύτερος σύρθηκε με υπερπροσπάθεια στον πλησιέστερο τοίχο, κι ανακάθησε στηρίζοντας την πλάτη του σ’ αυτόν.

«- Ποιά είσαι;», επανέλαβε εκ νέου ο ηλικιωμένος· καταβεβλημένος καί φοβισμένος αυτή τη φορά.

«- Είμαστε περισσότερες από μία!», είπε η δεύτερη φωνή. Ναί, καθαρά τώρα, αυτή ήταν άλλη φωνή. Όχι αυτή που μίλησε αρχικά.

«- Έστω! Ποιές είστε;», άρθρωσε ο γέρος με δυσκολία. Δεν είχε βρεί ακόμη τις ανάσες του.

«- Δε μαντεύεις;»

«- Όχι…»

«- Έλα, που δεν κατάλαβες! Κατάλαβες, καί πολύ καλά μάλιστα! Μόνο που είσαι πολύ εγωϊστής, ώστε να το πείς!»

«- Έχετε σχέση με …Ελλάδα;»

Το στόμα του γέρου κόντεψε να βγάλει φλόγες, σα να κατάπιε ένα κιλό μπούκοβο μονομιάς.

«- Γιατί με βασανίζετε κι άλλο;», κατάφερε να ψελλίσει – αν καί θά ‘θελε πολύ να ξεράσει, αντί να μιλάει.

«- Δεν σε βασανίζουμε! Σου καθαρίσαμε το στόμα απ’ την κακιά λέξη που είπες!», κορόϊδεψε η πρώτη φωνή, γελώντας τρανταχτά.

 

Ο γέρο-Σολομών δεν είχε πειστεί απόλυτα πως είχε να κάνει με περισσότερες της μιάς οντότητες· εξακολουθούσε να νομίζει πως πρόκειται γιά μονάχα μία, με ικανότητες να παραλλάσσεται. Ωστόσο, κατενόησε -καί προς το παρόν αποδέχθηκε- πως είναι τελείως ανίσχυρος μπροστά της. Αποφάσισε, λοιπόν, να το παίξει. Θα πήγαινε γιά τώρα με τα νερά της, αλλά στο μέλλον ίσως… ποιός ξέρει…

«- Έχεις… έχετε» (διόρθωσε) «σχέση …με τη χώρα που είπα;»

Ο γέρος, αν κι ο αριθμός «ένα» δεν έλεγε να φύγει απ’ το κεφάλι του, άρχισε επίτηδες τους πληθυντικούς, γιά να μην εξοργίσει το άγνωστο -κι αόρατο- πλάσμα.

«- Ναί.»

«- Ποιά σχέση;»

«- Την υπεραγαπάμε!»

«- Καί ποιές θνητές έχουν τόση δύναμη;»

«- Θνητές; Τς τς τς!!! Μας υποτιμάς μ’ ελεεινό τρόπο, μπάρμπα!», συνέχισε το δούλεμα η φωνή. Η τρίτη· ναί, η τρίτη! Φάνηκε καθαρά πως δεν είχαν βαριακούσει πρωτύτερα.

«- Ποτέ μου δεν πίστευα πως υπάρχουν θεές, καί δεν θα το πιστέψω τώρα!», έκαν’ ο γέρος, συννεφιασμένος.

Η κρυστάλλινη πυραμίδα σηκώθηκε ξαφνικά στον αέρα κι έσκασε με φόρα στον τοίχο. Το κρύσταλλο έγινε χίλια κομμάτια, πού γκρεμίστηκαν στα πλακάκια με παρατεταμένο στρίγγλισμα.

«- Ούτε τώρα θα το πιστέψω!», ούρλιαξε ο γέρος, αλλά δεν έλαβε απόκριση από πουθενά.

 

Ίσως καί νά ‘ταν η έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλό του… αλλά ξαφνικά τον χώρο τον γέμισε ένα γλυκό φώς, σαν ηλιακό. Αιωρούμενο μπροστά στα μάτια όλων φάνηκε ένα ποτάμι με νερό άσπρο σα γάλα· ίσως καί νά ‘ταν όντως γάλα, που έρρεε σα νερό. Κι απόκοντα, ένα τέρας φοβερό· μιά παλιόφατσα γυναικεία με μαλλιά σα φίδια, δόντια καπριά, καί τη γλώσσα όξω, σα λυσσασμένο σκυλί. Όχι, δεν ήταν ζωντανό, αλλά ιστορημένο απάνω σε μιάν ασπίδα αρχαιοπρεπή. Καί δίπλα στο τέρας, στεκόταν μιά γυναίκα ολόγυμνη· όμορφη ετούτη.

«- Κατάλαβες τώρα, Σολομωνάκο; Ή θα συνεχίσουμε να παίζουμε τις κουμπάρες;», χαστούκισαν τ’ αυτιά του κι οι τρείς φωνές ταυτόχρονα.

Έκανε τρομερή προσπάθεια να μην προφέρει τα ονόματα· που τα θεωρούσε τόσο βδελυρά, όσο καί τον χρυσό μόσχο των οπαδών του Μωϋσή. Μά δε μπορούσε να κάνει κι αλλοιώς.

«- Ήρα!… Αθηνά!… Αφροδίτη!…», ψέλλισε μεσ’ στα νεύρα. Αλλά δεν εισέπραξε έπαινο.

«- Μην είσαι αγενής! Μας εξοργίζεις!»

«- Καί τί να κάνω, δηλαδή, γιά να μή σας εξοργίζω; Έτσι δε σας λένε;»

«- Να μας προσφωνείς με τον τίτλο μας! Δεν είμαστε οι μικρές σου αδελφούλες!»

«- Με συγχωρείτε!…»

«- Λοιπόν;»

«- Εντάξει, εντάξει… θεά Ήρα, θεά Αθηνά!…», κόμπιασε.

«- Καί…;«, τον έκοψε η πρώτη φωνή, με προσμονή. Αλλά ο γέρος δεν παρέδιδε εύκολα τα όπλα.

«- Εσείς οι δύο, εντάξει. Δεν σας γουστάρω, το ξέρετε, αλλά είσαστε αξιοσέβαστες. Δεν γίνεται, όμως, να προσφωνήσω ‘θεά’ την πουτάνα!» (εδώ κούνησε το κεφάλι του, σα νά ‘φτυνε) «Που καί τώρα εμφανίστηκε γυμνή μπροστά μου, σα δε ντρέπεται! Μπροστά σε μένα, έναν άνθρωπο του Θεού!», έκανε χολωμένος.

«- Δε λες να παραιτηθείς απ’ τις ανόητες αντιλήψεις σας!…», τον περίπαιξε η τρίτη φωνή. «Έχει κολλήσει το ρημάδι σας… εκείειειει!!! Καί δεν ξεκολλάει! ‘Κατώτερο είδος η γυναίκα!’ Αλήθεια, ρέ μπάρμπα, αν εσάς σας φέρνει στον κόσμο ένα κατώτερο είδος, τότε εσείς τί είσαστε;»

Ο γέρος δεν έβγαλε άχνα.

«Κι όσο γιά την εμφάνισή μου, αν εσύ με θες ντυμένη, κάποια δισεκατομμύρια ανδρών με προτιμούν χωρίς τα ρούχα μου! Με τόσους θαυμαστές, εσύ δεν θα μου λείψεις καθόλου… μπάρμπα!«, τον ειρωνεύτηκε η τρίτη φωνή.

Ο γέρος συνέχιζε τις ασκήσεις σιωπής.

«Δεν τελειώσαμε, όμως… μπάρμπα! Επειδή δεν με σέβεσαι, δεν σε σέβομαι ούτ’ εγώ! Πάρε, λοιπόν, το δώρο μου, να βάλεις μυαλό!», γέλασε απελευθερωμένα η τρίτη φωνή.

Ο γέρος αισθάνθηκε να του φεύγουν τα ούρα καί τα κόπρανα, καί να τον πλημμυρίζουν. Εντελώς ανίκανος να τα συγκρατήσει, σα μωρό, κατακόκκινος από λύπη κι οργή αντάμα, έβαλε τα κλάμματα, ούρλιαζε, συγκρατιόταν (από φόβο) να μή βρίσει, χτυπούσε τις  γροθιές του όπου έβρισκε. Αλλά μάταια.

 

Δεν πρόλαβε να βρωμίσει ο αέρας απ’ τις αποχετεύσεις του γέρου, καί μπούκαραν στο κυβικό δωμάτιο κι όλοι οι υπόλοιποι σωματοφύλακες. Ενεργώντας σαν υπνωτισμένοι, σαν αυτόματα, φόρεσαν από ένα ζευγάρι χειροπέδες στους υπόλοιπους συνέδρους, κι άρχισαν να τους τραβάνε προς τα πάνω, προς την έξοδο. Κανείς δεν αντιστάθηκε· αποδέχθηκαν τη μοίρα τους μέσ’ στη σιωπή, λες καί το περίμεναν. Μόνον ο γέρος άνοιξε το στόμα του, ενόσω του πέρναγε χειροπέδες ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.

«- Κάτι τελευταίο!», πρόσταξε -στιγμιαία ενθυμούμενος τις δόξες του-, κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά του.

Σιωπή. Απόλυτη.

Ο γέρος συνέχισε, χωρίς να περιμένει έγκριση.

«- Κερδίζαμε!… Γιατί παρεμβήκατε τόσο χοντρά,… θεές;» (Την τελευταία λέξη την είπε αρκετά πικρόχολα.)

«- Γιατί να μην παρέμβουμε;»

«- Επειδή αυτό αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους!»

Τριπλό γέλιο.

«- Αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους, λέω!», τα στύλωσε με πείσμα γεροντικό.

«- Κοίτα τον, που μας κάνει καί μάθημα!… Κι εσείς, δηλαδή, είσαστε σύμφωνοι με τους Συμπαντικούς Νόμους; Αυτό θες να πείς;»

«- Είμαστε!», θύμωσε ο γέρος – που είχε καταντήσει τόσο χάλια, που πλέον δεν πρόσεχε ποιά φωνή του μιλάει.

«- Τους χτυπάτε τους Έλληνες κάτω απ’ τη ζώνη! Ανέντιμα! Θαρρείς πως συμφωνούν με τους Συμπαντικούς Νόμους τέτοια καμώματα;»

«- Δεν έχει σημασία πώς τους χτυπάμε, μιά που είμαστε σε πόλεμο μαζί τους! Αλλά τους προειδοποιούμε, πριν τους χτυπήσουμε! Αν δεν έχουν μυαλό να καταλάβουν, δε φταίμ’ εμείς!»

«- Κι έχετε τη συνείδησή σας ήσυχη!»

«- Ναί!», φώναξε εμφατικά ο γέρος.

«- Λες καί μπορείτε να το τουμπάρετε το Σύμπαν μ’ εβραίϊκα παζάρια δούναι καί λαβείν!… Τους ‘προειδοποιείτε’, λοιπόν, τους Έλληνες… Εκτός από μία φορά, που δεν το κάνατε· κι αυτή η μία είναι αρκετή, γιά να σας κάψει στο τέλος!»

«- Πότε δεν τους προειδοποιήσαμε;»

«- Στον Φαέθωνα. Τους χώσατε πονηρά-πονηρά τον ιό της αυτοκαταστροφικότητας στο γονιδίωμά τους, χωρίς να τους προειδοποιήσετε τί πάτε να τους κάνετε!…»

«- Ας πρόσεχαν!», είπε ο γέρος με περισσή χολή.

«- Ας προσέχατε κι εσείς!», αντιγύρισε η Πρώτη θεά.

«- Οι Έλληνες μέν θα λούζονται γι’ αρκετό καιρό τις συνέπειες της βλακείας τους… αφήνοντας τη σοφία σε μένα…», συμπλήρωσε η Δεύτερη, φιλοσοφικά.

«- …Αλλά εσείς… Χάσατε! Οριστικά! Τελειώσατε! Αυτό εδώ είναι το τέλος σας!«, έκλεισε το θέμα η Τρίτη.

 

vii.

Στο εστιατόριο.

Μία καί είκοσι πρωϊνή.

Ο Έλληνας ιδιοκτήτης αναρωτιόταν πώς καί δεν ξαναβγήκαν στον επάνω κόσμο οι σκιές, όπως μονολογούσε αστειευόμενος. Πάντα έβγαιναν στον δρόμο στις μία καί δέκα το πολύ. Επειδή η συνεδρίαση κρατούσε μέχρι τη μία η ώρα – ήταν σίγουρος. Βλέπεις, οι τυπάδες θέτανε ως αφετηρία το μεσουράνημα του Ήλιου, καί μετρούσαν δεκατρείς ώρες απ’ αυτό, ενόσω ο Ήλιος κατηφόριζε. Τέκνα του σκότους, τί διαφορετικό να περιμένεις από δαύτους;

Όμως, απόψε ήσαντε άφαντοι.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μαγαζί ο Τζίμης ο φιλαράκος του. «- Γιό, μάν!», χαιρέτησε. «Τί γίνεται, μπρό;«, τον φιλοδώρησε με την προσφώνηση που -εκτός ράτσας- κρατούσε τιμητικά γιά τον Έλληνα.

«- Γιό, ντιούντ!», ανταπέδωσε εξ ίσου εύθυμα εκείνος. «Εγώ είμαι μιά χαρά, Τζίμη! Τί άλλο περίμενες να γίνεται;»

«- Εδώ απέξω γέμισ’ ο τόπος μπάτσους καί πράκτορες!»

«- Ά, εμένα κυνηγάνε! Την κοπάνησα απ’ τη στενή!», αστειεύτηκε.

«- Αν εσύ έκανες χρόνο,» (χρησιμοποίησε τον ιδιωματισμό γιά την έκτιση ποινής) «τότε εγώ θα γίνω αδερφή!», του χαμογέλασε πειραχτικά.

«- Μπορείς από τώρα να πας ν’ αγοράσεις κραγιόν!»

 

Δεν πρόλαβαν να γελάσουν, κι ο ιδιοκτήτης του ταβερνείου πρόσεξε μέσα απ’ τη βιτρίνα πως ο μαύρος φίλος του είχε δίκιο. Σειρήνες περιπολικών, αστυνομικοί, κόσμος πολύς είχαν γεμίσει τον δρόμο.

Ο ιδιοκτήτης δεν έχασε χρόνο· πλησίασε το ζευγάρι του μεγαλοπαράγοντα με την κοπελλίτσα, καί κάτι τους είπε. Παρευθύς βρέθηκε ένα λαϊκό τζάκετ κι ένα καπέλλο τζόκεϋ, κι ο άντρας μεταμορφώθηκε σε μέσο όρο οικοδόμου με ξυλοκόπο. Το ίδιο καί γιά την κοπέλλα, κάπου κονομήθηκε μιά ζακέττα καί την έριξε πάνω της.

Κι ενώ ο Τζίμης είχε καθήσει καί μασούλαγε το φαγητό του, ο Έλληνας πέρασε σαν τη μέλισσα απ’ όλα τα τραπέζια, καί καθησύχασε την πελατεία του. «- Αφήστε το σε μένα!», έλεγε. «Κάτι άσχημο γίνεται έξω, αλλά θα φροντίσω να ειδοποιηθούν οι δικοί σας καί να φτάσετε στα σπίτια σας ασφαλείς.» Ταυτόχρονα, κρυφομετρούσε τη δύναμη καί τη μαχητικότητα των αντρών πελατών – αν χρειαζόταν. Βέβαια, επειδή δεν κερδίζει πάντα ο ειρηνικός τρόπος, είχε φροντίσει από παλιά νά ‘χει ένα πιστόλι κρυμμένο κάπου· αλλά δεν επαρκούσε.

 

Κάπου εκεί, το βλέμμα του έπιασε έναν κουμπουροφόρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, να προτίθεται να έρθει προς το μαγαζί. (Είχε προσέξει τα φώτα, γάρ.) Έσπευσε να πατήσει τον διακόπτη γιά τα ηλεκτρικά μοτέρ των ρολλών, να κατέβουν. Πρόλαβε, αλλά το κακό συναπάντημα ήδη άνοιγε την πόρτα του καταστήματος.

«- Είμαστε κλειστά, σέρ!», του φώναξε.

«- Σοβαρά; κι αυτοί εδώ τί είναι;», γρύλλισε ο τύπος, πού ‘χε λυμένο το ζωνάρι του γιά καυγά.

«- Είναι τακτικοί πελάτες μου, που συμπλήρωσαν είκοσι γεύματα εδώ ο καθένας τους, καί τους κάνω μιά βραδυά δώρο! Είναι σπέσιαλ βραδυά απόψε, δεν μπορώ να δεχθώ χωρίς κράτηση! Λυπάμαι!»

«- Μαλακίες!», είπε το στραβόξυλο φτύνοντας επιδεικτικά, μή λέγοντας να ξεκολλήσει.

«- Ακούστε, όφφισερ!», του αποκρίθηκε ο Έλληνας σοβαρός. «Εγώ κι οι πελάτες μου είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι. Δεν δημιουργούμε προβλήματα, καί δεν θέλουμε να σας δημιουργήσουμε προβλήματα. Εάν έξω γίνεται κάτι άσχημο, θα καθήσουμε εδώ καί θα περιμένουμε τις ειδήσεις από την τηλεόραση· καθώς καί τις γενικές οδηγίες γιά όλον τον πληθυσμό!»

«- Αυτό ακριβώς να κάνετε!», είπε βαρύθυμα κι ανέκφραστα το ζώον. Κι εδέησε επιτέλους να ξεκουμπιστεί, σπρώχνοντας την είσοδο του μαγαζιού με πάταγο.

Με το που άνοιξε ο βαρύμαγκας την έξοδο, κάπου στο βάθος του δρόμου φάνηκαν στιγμιαία κάτι ομότεχνοί του να πηγαίνουν τις σκιές κωλοφεράντζα, σά νά ‘σερναν αιχμαλώτους.

 

Ο Έλληνας έκανε ακόμη μιά περατζάδα απ’ όλα τα τραπέζια.

«- Φίλοι μου!», είπε. «Δεν φαίνεται πως θα πάμε νωρίς στα σπίτια μας απόψε. Αλλά, όσο θα κάθεστε εδώ, θα κάνω τη ζωή σας πιό όμορφη! Λοιπόν, μέχρι να φύγετε, ό,τι φάτε -μαζί με μερικά κρασιά της επιλογής μου- είναι κερασμένο!»

 

viii.

Στο εστιατόριο.

Πέντε καί μισή πρωϊνή.

Έξω, η φασαρία μόλις άρχιζε τα πρώτα σημάδια υποχώρησης.

Περιμένοντας να ξαναβρούν οι δρόμοι τη συνηθισμένη εικόνα τους, ώστε να φύγουν, όντως οι πελάτες είχαν γίνει μιά μεγάλη οικογένεια. Οι ιστορίες που αντάλλασσαν, γαρνιρισμένες με τ’ αστεία του Έλληνα, έδωσαν κουράγιο σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, όλες αυτές τις ώρες. Βοήθησαν, βέβαια, τα μέγιστα ο υπέροχος καφές καί τα γλυκά που τους πρόσφερε. Όμως, των ανθρώπων η αντοχή δεν είν’ άπειρη· άρχισαν να τα παίζουν, καί να εκφράζουν έντονα την επιθυμία να φύγουν γιά τα σπίτια τους. Ο ιδιοκτήτης τους κατανοούσε, αλλά είχε ακόμη κάτι τελευταίο να τους χαρίσει.

«- Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου αφιερώσετε το τελευταίο κομμάτι του πολύτιμου χρόνου σας γιά τη συνάντηση ετούτη; θέλω όλοι μαζί να χαιρετήσουμε τον Ήλιο, που θ’ ανατείλει!», τους ανακοίνωσε γλυκά, μη κι ακούσει άρνηση. Καί δεν άκουσε.

Δεν είχαν ούτε τις αντοχές να του πούν ναί, ή όχι. Μόνον ενθαρρυντικά χαμογελαστά νεύματα έκαναν.

 

Χωρίς να τους προσέχει, πήγε καί ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο το κλαρίνο. Με το που ήχησαν οι πρώτες νότες, δεν ήταν πιά ο συνηθισμένος εαυτός του. Αλλά κάποιος… κάτι… μιά δύναμη της Φύσης, που ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.

Ο μέγας τράγος, ο πρωταγωνιστής

Ήλιος

πέτρα

άνθρωπος

πεντατονία

Σκάρος λεγόταν το κομμάτι.

 

Τέλειωσε τη μυσταγωγία ταυτόχρονα με τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου, που μπήκαν απ’ τη βιτρίνα κι εγκαινίασαν τη νέα μέρα. Όλοι τον κοιτούσαν άφωνοι κι αποχαζεμένοι· κι εξακολουθούσαν, ακόμη καί βλέποντάς τον να ξανακρεμάει το κλαρίνο στη θέση του καί να ξαναγίνεται αυτός που ήξεραν.

Μόνον ο Τζίμης κατάφερε καί συμμάζεψε πρώτος το έκπληκτο, μισάνοιχτο καπάνι του. Κάτι πολύ βαθύ είχε σαλέψει μέσα του, κι αυτουνού.

Κι αργοκουνώντας το κεφάλι,

«- This is the blues, man!…», ψιθύρισε με σεβασμό.

 

Επίλογος

Διαγενομένου του Σαββάτου.

Άδειο κυβικό δωμάτιο.

Ένα μάτσο χάλια· νά τί απέγινε το περίφημο δωμάτιο έξ έξ έξ των συνωμοτικών συσκέψεων!…

Σπασμένα γυαλιά, ξερατά, παρατημένα μικροαντικείμενα, βρωμισμένα χαρτομάντηλα, μπουρδουκλωμένες πολυθρόνες σε τυχαίες θέσεις καί τυχαίες στάσεις. Πλακάκια σακατεμένα, άγνωστο πώς, σα να πέρασε σβάρνα καί τα όργωσε.

Καί τα μυστηριακά φώτα ξεχασμένα αναμμένα. Πιθανώτατα θα φρόντιζε η ηλεκτρική εταιρεία να σβήσουν, όταν κανείς δεν θα της πλήρωνε τον επόμενο λογαριασμό. Ποιός να ξέρει;

Όμως, το προβολικό της οροφής ήτανε -πάλι άγνωστο πώς- στραμμένο σε μιά πολυθρόνα, πού ‘χε γλυτώσει όρθια. Το θερμό φώς την έλουζε.

Απάνω της, απιθωμένα προσεκτικά, τρία ολόφρεσκα, μεγάλα, ζουμερά, κατακόκκινα μήλα.

 

ΤΕΛΟΣ

 

Το τέλος – α’

13 Σχόλια

Το τέλος

 

i.

Σύγχρονη εποχή. Νέα Υόρκη.

Κάποια Παρασκευή απόγευμα, στις 19:05′.

Ρίχνοντας μέσα στο σούρουπο κλεφτές ματιές στοιχειωδών προφυλάξεων, μιά σκιά προσέγγισε απ’ το φαρδύ πεζοδρόμιο το παλιακό -καί σχεδόν ομόχρωμο των σκούρων ρούχων της- γωνιακό κτίριο. Στάθηκε μπροστά σε μιά βαρειά πόρτα ασφαλείας, που διέκοπτε έναν συμπαγή τοίχο· που με τη σειρά της, η θύρα του ξανάδινε τη θέση της. Ο ίσκιος χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές κι ακανόνιστα. Σα να τηλεγραφούσε μιά λέξη στο αλφάβητο του Μόρς.

Δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο χτύπημα, άνοιξε κάθετα στον τοίχο ένα καλά καμουφλαρισμένο μεταλλικό καπάκι με οδηγό μηχανισμό. Από πίσω, ξεπρόβαλε ένα αριθμητικό πληκτρολόγιο. Ο ίσκιος πληκτρολόγησε κάποιον κωδικό, η βαρειά πύλη άνοιξε κι έκλεισε πίσω του, κι ο μηχανισμός ξανάκλεισε το καπάκι του καμουφλάζ πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Στο ένα μέτρο απόσταση, ο βιαστικός περαστικός ξανάβλεπε πιά το ίδιο δομικό υλικό με τον υπόλοιπο τοίχο.

 

Με διαφορά δύο λεπτών από την προηγούμενη, ήρθε μπροστά στην πόρτα ασφαλείας κι άλλη σκιά, που επανέλαβε τη διαδικασία. Μετά από δύο λεπτά, ξανά κι άλλη. Κι άλλη… Σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια. Μ’ ακριβώς την ίδια χορογραφία κινήσεων. Καί με βέβαιη προβλεψιμότητα, παρόμοια της εναλλαγής των εποχών. Ένας, δύο, τρείς, τέσσερεις…

…Δεκατρείς ίσκιους κατάπιε τελικά η πόρτα.

 

ii.

Ίδιος τόπος, λίγο πριν.

Απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα μετά τη γωνία αριστερά.

Το μικρό, αλλά ζεστό εστιατόριο ανέδιδε ατμούς κι ευχάριστες μυρωδιές, όπως κάθε βράδυ· καί τους ήχους λίγων, προσώρας, ομιλιών – του προσωπικού. Τίποτε στην πρόσοψή του καί στα φυλλάδιά του δεν πρόδιδε πως είναι Ελληνικό. Ήταν, όμως· αν καί σε μεγάλη απόσταση από κάθε κραυγαλέα, δήθεν «παραδοσιακή» σάχλα, που στόχευε υποθετικούς τουρίστες, αναζητούντες στην καλοκαιρινή Ελλάδα ανύπαρκτους τριτοκοσμικούς ιθαγενείς. Καμμία σχέση με όλ’ αυτά τ’ αχώνευτα, τα παραδοσιακώς συνοδευόμενα από φρικαλέας αισθητικής διαφημιστικά· τύπου «Γκρήκ μουζάκα», με μαγειρεμένες μελιτζάνες ανάμεσα σε μαίανδρους – καί λοιπά παρεμφερή κακουργήματα.

 

Όπως κάθε απόγευμα, κι ενώ τα μαγείρια είχαν ήδη αναλάβει το πόστο τους πρό πολλού, ακριβώς στις 18:18′ άνοιξε η τζαμένια πόρτα της κυρίας εισόδου καί μπήκε ο ιδιοκτήτης του. Ποιός ξέρει σε ποιά περίεργη παρόρμηση υπακούσε η δική του μικρή τελετουργία, αλλά την τηρούσε απαρεγκλίτως εδώ καί χρόνια. Από τότε που άνοιξε το μαγαζί, σχεδόν.

Ενδιαφέρον άτομο! Τέταρτης γενιάς πιά πολίτης Ελληνικής καταγωγής, ετύγχανε κάθε άλλο παρά απλοϊκός χαρακτήρας. Καμμία σχέση μ’ αυτό, που πίσω στην -πραγματική- πατρίδα αποκαλούσαν «λαϊκός τύπος». Σπουδαγμένος σε πεδίο δύσκολο, τελείως διαφορετικό απ’ τη γευσιγνωσία· ευρύτερα μορφωμένος, προτίμησε επαγγελματικώς ν’ ανοίξει καί να τρέχει το συγκεκριμένο φαγάδικο. Από άποψη, όχι επειδή οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στον Νέο Κόσμο είχαν χτίσει παράδοση καλών χειριστών της κατσαρόλας.

Αστειευόμενος, έλεγε πως κι ο μέγας πανεπιστήμων Ντά Βίντσι ήταν τραβερνιάρης στα νιάτα του!

Αστεία-ξεαστεία, όμως, η δουλειά πήγαινε σχεδόν ιδανικά, αν κι απέφευγε τη διαφήμιση· το ταβερνάκι μαθευόταν στόμα με στόμα. Όμως, η καλή προσπάθεια αμείβεται· είχε σταθερό ένα καλό ποσοστό της πελατείας του. Κι όχι πάντα ανθρώπους με οικονομική άνεση, είχε φίλους παντού. Νά, ο Τζίμης, ο νέγρος οδηγός του σκουπιδιάρικου της γειτονιάς, ας πούμε,

όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε,

δεν παρέλειπε να υποβάλει τα σέβη του στις γεύσεις του σύγχρονου Ντά Βίντσι – φιλεμένες, συνήθως.

 

Δεν ήταν παντρεμένος. Όχι πως τού έλειπαν είτε η εμφάνιση, είτε τα χρήματα, είτε ακόμα κι οι καλοί τρόποι. Αλλά, μέσα του τον κατάτρωγε το γιατί να φέρει παιδιά σ’ έναν κόσμο χωρίς όραμα· ανάμεσα σε μιλιούνια άλλους ανθρώπους, που η ζωή τους έχει νόημα κοντά στο μηδέν. Άλλες φορές, πάλι, τό ‘ριχνε στην πλάκα. «- Ποιά θα μ’ αντέξει εμένα;!», μονολογούσε.

 

Το μαγαζί δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο διακοσμητικό στύλ – ούτε μοντέρνο μπορούσες να το πείς, ούτε παραδοσιακό. Εκτός απ’ τα -καλαίσθητα- απαραίτητα καί μή, μέρος του ντεκόρ συμπλήρωναν διάφορα πνευστά όργανα κρεμασμένα στον τοίχο· σαφές δείγμα των κατά καιρούς προσπαθειών του ιδιοκτήτη να τους περάσει χαλινάρια, γιά βόλτες στον κήπο της Τέχνης. Το μόνο που ίσως ξένιζε λίγο, ήταν ο συνδυασμός μιάς μεγαλούτσικης επίπεδης τηλεόρασης στον τοίχο, σ’ αντίστιξη με μιά αρμαθιά σκόρδα καναδυό μέτρα παρακεί. Όμως, το όλον απέπνεε μιά οικειότητα, που μόνο στο σπίτι του μπορούσε να τη βρεί κανείς. Σα να καθόταν στο τραπέζι του φαγητού μιά διευρυμένη οικογένεια.

 

Δεν είχαν έρθει παρέες, αλλά λογικό· ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Πλησίαζε εφτά. Πώς; εφτά το βράδυ της Παρασκευής;… Καί ποιάς Παρασκευής!!! Ήταν υπόθεση ελάχιστων λεπτών να ξαναδεί το τακτικό θέαμα, που σχεδόν πάντα χάζευε κλεφτά απ’ το μικρό παράθυρο της κουζίνας. Δεν μάντευε, ήξερε καλά τί επρόκειτο να συμβεί. Αλλά η λογική πίσω απ’ αυτό δεν ήταν ολωσδιόλου ανέφελη, αν κι επιτυχής. Γιά τον άπλοο σε τέτοια νερά, έκρυβε σκοπέλους.

Αλήθεια, αν κάποιος θέλει μυστικότητα, δεν θα πάει φερ’ ειπείν στην εξοχή; ή κάπου, τέλος πάντων, μακρυά από αδιάκριτα καί τυχαία βλέμματα; Σωστά, έτσι θα πράξει. Πλην όμως, είχε πάψει από καιρό ν’ αναρωτιέται γιά την απάντηση· την ήξερε. Άλλως τε, τό ‘χε πεί ο Πλάτων: «Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω!» Έ, λοιπόν, εξ απεναντίας, όσο πιό γεωμετρημένος κανείς, τόσο πιό μέσα μπαίνει. Τόσο πιό στα ενδότερα του συγκεκριμένου κτιρίου, στα δώματα πίσω απ’ την πόρτα με το κρυφό πληκτρολόγιο.

 

Γιά να μη δώσει στόχο στους μαγείρους, κάθησε λίγο δίπλα στο παραθυράκι, αλλά μετά βγήκε έξω κι ανακατεύτηκε με τους περαστικούς – δήθεν θα πήγαινε γιά εφημερίδα. Έπιασε μιά πονηρή θέση παρατήρησης, κι έκοβε κίνηση· οι σκιές ερχόντουσαν σα χτύποι…

κτάκ

κτάκ

κτάκ

κάποιου παλιού

αργού αργαλειού

…μα κανένας δεν τους έδινε σημασία. Δεκατρείς το όλον αυτή τη φορά, σωστά είχε προβλέψει.

Το καλύτερο κρύψιμο είναι το φανερό, καλά το λένε… αν καί το Διαδίκτυο κελαηδούσε παράδοξα αλλοιώτικα· υπάρχουν, λέει, άνθρωποι με ικανότητες να σε κάνουν να μην τους προσέχεις, ακόμη κι αν περνάς από δίπλα τους.

Χαμογέλασε, σαν παιδί που βάζει στοίχημα με τον εαυτό του – καί το κερδίζει. Γειά σου βρέ Ιντερνέτι αθάνατο, με τα ωραία σου! Όμως, η προσεκτική ανάλυση της φάτσας του έδειχνε πως το χαμόγελο δεν ήταν καθόλου αθώο.

Έμοιαζε με του γάτου, που στρίμωξε το καναρίνι.

 

iii.

Σκοτεινό κτίριο, 19:40′.

Αίθουσα συσκέψεων, δύο επίπεδα κάτω απ’ το έδαφος.

Μόνο τα συμμαζεμένα φωτιστικά του καθ’ ολοκληρία διακριτικού φωτισμού περίσσευαν απ’ τους γυμνούς μαύρους τοίχους ενός επίσης γυμνού κυβικού, ψηλοτάβανου δωματίου. Αν τό ‘βλεπε γιά πρώτη φορά, εύλογα θ’ αναρωτιόταν κανείς τί χρειάζεται τέτοιο ύψος έξι μέτρων! Αν, μάλιστα, αυτός ο κανείς ήταν νοικοκυρά, θ’ αναρωτιόταν επίσης καί πώς ξεσκονίζουν τις αράχνες απ’ το ταβάνι.

Εν πάσει περιπτώσει, λάθος! Το δωμάτιο δεν ήταν τελείως γυμνό, όπως φαινόταν με πρώτη ματιά… κάτι είχε. Στη μέση του υπήρχε μιά μικρή κρυστάλλινη τετράπλευρη πυραμίδα, ύψους κάπου τριάντα, κάν σαράντα πόντων. (Η μετροταινία θά ‘δειχνε ακριβώς τριαντατρείς, αλλά δε βαρυέσαι.) Το κρυσταλλικό αντικείμενο το φώτιζε ένα προβολάκι ακριβώς καταποπάνω του· με τον λαμπτήρα κρυμμένον σε μακρύ κυλινδρικό μαύρο σκιάδιο, να μην ξεστρατίζει η φωτεινή δέσμη καί χτυπάει ακάλεστη στα μάτια των τυχόν παρισταμένων.

Κι από γύρω, δεκατρείς πολυθρόνες σε μιά περίεργη διάταξη· οι πέντε σχημάτιζαν πεντάγωνο, κι οι λοιπές ένα οχτάγωνο κολλητά στις πρώτες.

Όμως, φαίνεται πως το δωμάτιο εξυπηρετούσε κάποιον τελετουργικό σκοπό γενικώτερα. Στα πλακάκια του πατώματος, κάποιος τεχνίτης είχε χαράξει μερικά ομόκεντρα κανονικά πολύγωνα, που περιέκλειαν αλλόκοτα σύμβολα· ή, μήπως, ήταν γράμματα γλώσσας μυστικής; Μόνο οι ένοικοι ήξεραν.

 

Κάποια στιγμή, η μοναξιά των λιγοστών επίπλων καί των φωτιστικών έλαβε τέλος. Από μιά μυστική είσοδο μπήκαν στον χώρο οι δεκατρείς σκιές, καί κάθησαν στις πολυθρόνες με προδιαγεγραμμένη τάξη. Προφανώς επρόκειτο γιά διαδικασία, που γνώριζαν από πρίν.

Δεν μιλούσε κανένας τους.

Όταν πήραν όλοι τις θέσεις τους, συνέχισαν τη σιωπή τους γιά λίγο ακόμη. Κι ακριβώς στις 19:47′, ο επικεφαλής κήρυξε την έναρξη της συνεδριάσεως.

 

iv.

Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο.

Περίπου η ώρα δέκα.

Η προσέλευση πελατείας βρισκόταν στα ύψη· το ίδιο κι η ταχύτητα λειτουργίας της ταμειακής μηχανής. Αν, δέ, ρωτούσες γιά το προσωπικό; μαραθωνοδρόμοι!

Όμως το μυαλό του ιδιοκτήτη ταξίδευε.

 

Το μόνο μέσα σ’ όλο το ταβερνείο, που έδειχνε σχέση με Ελλάδα, ήταν τρείς φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι της ταμειακής.

Ο Παρθενώνας.

Το Ηραίο, στη Σάμο.

Καί τα ταλαιπωρημένα κατάλοιπα του ναού της θεάς Αφροδίτης, στη Θεσσαλονίκη.

Επειδή οι φωτογραφίες φαινόντουσαν μόνο από τον καθήμενο, οι πελάτες σπάνια τις έβλεπαν – εκτός απ’ όσους έδειχναν περιέργεια. Καί μετά, ακολουθούσε ο στάνταρ διάλογος. Που βρίσκονται αυτά τα «εκζάτικ» μέρη; (Ώ, θεοί – ή, μάλλον, θεές! Ώ, της απροσμετρήτου αγνοίας!… Μακάριοι οι πτωχοί τώι πνεύματι!!! Μά, εξωτικό μέρος η Ελλάδα, μωρέ; ) Στην Ελλάδα. Πήγες εκεί; Από ‘κεί κατάγονται οι πρόγονοί μου. Άαα, μάλιστα! Νάϊς, νάϊς! – χαμογελούσαν, κι έφευγαν.

Ωστόσο, η προσοχή του ιδιοκτήτη δεν εστίαζε στους ναούς. Έτρεχε σ’ εικόνες του κοντινού παρελθόντος.

 

Το ψιλοαπαίσιο κτίριο με τους παράξενους εβδομαδιαίους μουσαφίρηδες, τό ‘χε προσέξει από τις πρώτες μέρες της λειτουργίας του μαγαζιού του. Όπως πρόσεξε καί την περιοδικότητα των επισκέψεων: η θωρακισμένη πόρτα άνοιγε μία φορά κάθε πέντε εβδομάδες, γιά να μπούν από πέντε φαντάσματα κάθε φορά. Καί πάντα Παρασκευή βράδυ, τις συγκεκριμένες ώρες. Πέντε βδομάδες, πέντε νοματαίοι – εκτός από κάποιες φορές, που μέτρησε δεκατρείς.

Δεν άργησε να μπεί στο -πρώτο- νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα, τις εβδομάδες που δεν τους έβλεπε, οι μυστηριώδεις λεβέντες πηγαίνανε καί σ’ άλλα τέσσερα παρόμοια σημεία (με σκοτεινά κτίρια, καί τα ρέστα). Η δε προσεκτική καταγραφή στο ημερολόγιο του κινητού του, έδειξε πως η δεκατριάδα συνεδρίαζε με διαφορετική περιοδικότητα· μία φορά κάθε οκτώ εβδομάδες. Καί κάθε φορά σ’ ένα από τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, γι’ αυτό κι εμφανιζόταν εδώ μία φορά κάθε εννεάμηνο περίπου.

 

Αρκετές φορές έκανε παιδαριώδη όνειρα, να μπεί κι αυτός στο σκοτεινό κτίριο. Βλακώδες, βέβαια – θά ‘ταν κάπως σα να χώνεις (από περιέργεια) το χέρι σου στο στόμα πεινασμένης τίγρης. Φυσικά, πρέπει να υπήρχε κι άλλη είσοδος, μάλλον έξοδος διαφυγής, μ’ ευκολώτερη πρόσβαση. Πάντα υπάρχει μία! Αλλά ποιός κάθεται να ξοδέψει χρόνο απ’ τη ζωή του, να τη βρεί· καί ποιός κάθεται να κοιμήσει τον δράκο της περιέργειας δερκόντων θυρωρών καί σεκιουριτάδων! Εκείνο που κατάφερε τελικά, ήταν να εντοπίσει τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, καί να περάσει απ’ τα πεζοδρόμια απέξω τους. Πράγματι, κανείς δεν θά ‘βρισκε πως εξυπηρετούν καί τέτοιες χρήσεις, κρυφές, αν δεν έψαχνε σε βάθος την ιστορία. Καί πράγματι, όλα μαζί σχημάτιζαν στον χάρτη ένα τέλειο πεντάγωνο.

Κι όλ’ ανεξαιρέτως απέπνεαν την ίδια, σιχαμερή αύρα.

Όμως, ούτ’ ο αστικός τουρισμός αυτού του είδους ωφελούσε σε κάτι ουσιαστικό. Αυτό προέκυψε απ’ αλλού· συνεργούντων των κειμένων διαφόρων γραφιάδων του Διαδικτύου (σοβαρών καί μή), ανακάλυψε διάφορα γιά το πέντε καί το οκτώ. Από το ότι αποτελούν όρους της ακολουθίας Φιμπονάτσι, μέχρι το ότι η Γή κι η Αφροδίτη συναντιένται σε κοντινή συνευθεία με τον Ήλιο πέντε φορές κάθε οκτώ χρόνια. Τα δε πέντε αυτά σημεία των τροχιακών συναντήσεων των δύο πλανητών ορίζουν το σκίτσο μιάς σχεδόν τέλειας (ουράνιας) πεντάλφας με μονοκοντυλιά!

Βέβαια, η εβδομαδιαία συνεδρία των μυστηριωδών ατόμων δεν συμφωνούσε χρονικά, δεν συνέπιπτε σε κάτι με τις αντίστοιχες αστρικές περιόδους, οι οποίες ήσαν σαφώς μεγαλύτερες. Ωστόσο, έμαθε ακόμη ότι σε κάποιες αδελφότητες του παρελθόντος, ο ύψιστος διοικητικός κύκλος είχε πέντε μέλη, το δέ δεύτερο επικεφαλής επίπεδο περιλάμβανε άλλα οκτώ.

Όμως, κοίτα να δείς φίλε μου, που η Αφροδίτη (ναί, πάλι αυτή!) δεν είχε πεί την τελευταία της κουβέντα!… Τη θέση του ναού της στη σημερινή Θεσσαλονίκη ορίζει το κοινό σημείο πέντε δρόμων!!!

 

Ως μουσικός, το κέντημα των ακεραίων εκείνων αριθμών το βρήκε αρκετά ενδιαφέρον.

Τάτα τάτα τάτα τά-

-τα Γκλίνκ!

Τάτα τάτα τάτα τά-

-τα Γκλίνκ!

Κι άλλες τρείς φορές.

Αν το σκάλιζε, η μουσική ανάπτυξη του θέματος έβγαζε από συμφωνικά έργα, μέχρι αυτοσχεδιασμό στη τζάζ. Αλήθεια, όμως… αυτός μπορεί κάποια μέρα νά ‘στηνε κανένα συμπαθές, εύηχο κομματάκι. Αυτοί οι άνθρωποι του σκοταδιού, τί ακριβώς προσπαθούσαν να πετύχουν με τα συγκεκριμένα κόλπα;

Τί άλλο, εκτός από συμπαντική μουσική «των σφαιρών»;!

Όχι να τη συνθέσουν· αυτό, δά, έλειπε, να πρόκειται γιά θεούς δημιουργούς! Απλά, να την ακούσουν. Να τη μιμηθούν. («- Μά, αυτό ακριβώς κάνουν!», έψεξε τον εαυτό του.) Καί, κατά κάποιο τρόπο, να συντονιστούν μαζί της… με σκοπούς που του διέφευγαν γιά την ώρα. Όμως, ήταν σίγουρος γιά ένα πράγμα: οι τακτικές συνεδριάσεις μιάς σκοτεινής αδελφότητας, που γουστάρει διαστημικό ποδείον, δεν προμηνύανε τίποτε καλό.

Αλλά ο -παροιμιώδης- κύβος είχε ριφθεί.

 

v.

Ξανά στο εστιατόριο.

Ώρα δώδεκα.

Όχι, δεν ήταν αρχαιόπληκτος· ουδέ κάν πεπληγμένος με τη μοναδικότητα του έθνους του. Όμως, αμέτρητες φορές είχε προβληματιστεί με το γιατί οι Έλληνες από άρχοντες ξέπεσαν σε κακομοίρηδες· κι άλλες τόσες απάντησε μόνος του πως πρέπει ν’ αντιστραφεί η φορά, γιά να δούμε προκοπή. Καιρός, λοιπόν, να κλείσουν οι ανοιχτές παρενθέσεις. Να κλείσουν οι πληγές οι ανοιχτές. Καιρός να πάμε ανάποδα στο ποτάμι, κι ας μην εμβούμεν εις τον αυτόν ποταμόν δίς.

Τους τρείς ναούς των φωτογραφιών δεν τους είχε επισκεφθεί τυχαία. Εξέφραζαν την παιδική αγάπη του γιά τη Μυθολογία – γιά ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, που θεωρούσε ότι κακώς έσχε την τροπή που περιγράφεται στα βιβλία. Απόψε, λοιπόν, θα διόρθωνε την αδικία των τόσων χιλιετιών.

 

Είχε ήδη φύγει η πρώτη κι η δεύτερη φουρνιά πελατών. Κάποιες παρέες ερχόντουσαν καθυστερημένες, αλλά πιθανώτατα αυτές δεν θα τρώγαν πλήρες δείπνο. Καμιά σούπα, ίσως, γιά να στρώσει το στομάχι μετά τα ποτά. Ή το ανάποδο· κάτι ελαφρύ, γιά να συνεχίσουν με ξενύχτι στα μπάρ.

Όπως καί νά ‘χε, ο ρυθμός είχε πέσει. Έριξε μιά βιαστική, επαγγελματική ματιά στους θαμώνες. Δυό άντρες, μάλλον συγγενείς -κρίνοντας απ’ τα πρόσωπα-, που είχαν καιρό να βρεθούν καί συζητούσαν εγκάρδια. Τρείς νέοι, μάλλον φοιτητές, ξόδευαν με -θά ‘λεγε- εποικοδομητικό τρόπο τα λεφτά τους, Παρασκευή βράδυ (αντί να τα δίνουν σε οινοπνευματώδη ποτά από χημικό εργαστήριο). Ένας ηλικιωμένος, μόνος του, που σκούπιζε τα πιάτα του· η έκφραση «απολάμβανε το φαγητό του» ήταν τελείως ανεπαρκής, γιά να τον περιγράψει! (Αυτουνού, στον λογαριασμό, έπρεπε να θυμηθεί να του πέμψει μιά γερή κομματάρα γλυκό.) Ένας τύπος πενηντακάτι, καλοντυμένος, με μιά όμορφη γκομενίτσα με τα μισά του χρόνια. Καθαρά κάποιος μεγαλοπαράγοντας με την παράνομη σχέση του, δηλαδή! (Αυτά τα παιδιά του προσωπικού, ώρες-ώρες… πού τό ‘βαλαν, επιτέλους, το διακοσμητικό κηροπήγιο με τα κόκκινα καί τα χρυσά, να τους πεί να το πάνε στο τραπέζι; ) Καί τρείς γυναίκες στα σαραντακάτι, κάπως σαν παλιές συμμαθήτριες. Ή σαν χωρισμένες την τελευταία διετία, που συνέπηξαν αναγκαστική προσωρινή συμμαχία. (Καί σ’ αυτές γλυκό, αλλά μικρά κομμάτια. Τα μεγάλα θα πήγαιναν χαμένα – με την πρόφαση πως παχαίνουν· καί θά ‘ταν κρίμα.)

Μιά χαρά κόσμος, κανένα πρόβλημα. Άφησε το προσωπικό στη φροντίδα, κι αυτός νοερώς απομονώθηκε. Θα πραγματοποιούσε αυτό, που είχε σχεδιάσει από καιρό.

 

Όταν το ρολόϊ έδειξε ακριβώς μεσάνυχτα, ο νέος Ντά Βίντσι των γεύσεων ξεκλείδωσε το συρτάρι του κι απ’ το βάθος ανέσυρε δυό τεχνουργήματα. Δύο ακριβώς ίδια χρυσά μήλα, κάπου ενάμιση πόντο το καθένα σε ύψος, μέσα σε όμορφα βελούδινα κουτάκια. Τα είχε παραγγείλει προ μηνός, καί τα παρέλαβε εγκαίρως γι’ αυτό που σκόπευε να κάνει απόψε.

Τοποθέτησε το ένα μπροστά στη φωτογραφία του Ηραίου, μουρμουρίζοντας «-Τήι καλλίστηι!».

Το δεύτερο μπροστά στον Παρθενώνα, ξανά «- Τήι καλλίστηι!».

Έσκυψε καί φίλησε την τρίτη φωτογραφία, «- Τήι καλλίστηι!» εκ τρίτου.

«- Αφροδίτη μου», συνέχισε, «εσένα δεν σου δίνω, επειδή έχεις. Άλλως τε, έμαθα πως κάτι γείτονες εδώ κοντά σου χάρισαν ακίνητα στο Μεγάλο Μήλο!«, αστειεύτηκε.

Αγκάλιασε με τα δυό χέρια του καί τις τρείς φωτογραφίες. «- Οι Έλληνες σας αγαπάμε καί τις Τρείς! Τον δέ αγενέστατο Πάρη ανακηρύττω επισήμως αρχιγάϊδαρο καί ντροπή του αντρικού φύλου!«, χαμογέλασε.

 

(επόμενο)

 

Ελληνικά διαχρονικά αρχέτυπα

171 Σχόλια

χι πως δεν τα ξέραμε, όχι πως δεν υπάρχουν αναλύσεις τους κυρίως ψυχολογικής υφής (ξέρετε… «οι βαθύτερες επιθυμίες του ανθρώπου μπλά-μπλά-μπλά», κτλ κτλ), αλλά οι μύθοι ( ; ) μας συναποτελούν ένα λογικό καί συνεκτικό σύνολο.

Το θέμα είναι… μήπως, εκτός από ένα πακέτο αναμνήσεων του μακρυνού παρελθόντος της φυλής μας, ενδεχομένως καί διδασκαλικής χρήσεως (από …αναφορατζήδες), οι μύθοι… μήπως, λέω, έχουν καί κάποια πρακτική χρησιμότητα;

Η απάντηση είναι ένα σαφέστατο «ναί»!

Τώρα, θα μου πείς ότι αν το πάρουμε αυτό στα σοβαρά, θα δούμε -ξέρω ‘γώ- καμιά εξηνταριά σιτεμένους κι αρχαιοφορεμένους -με χιτώνες, κτλ- (κι ενδεχομένως τριχωτούς, ωσάν μαϊμούδες) μουρλούς απάνω σε κανένα ξύλινο καράβι, να κωπηλατούν προς το Πότι; Μάλλον όχι, αδελφέ μου, αναγνώσθα μου! Αν, όμως, ως «Κολχίδα» θέσουμε κάποιον άλλον σκοπό, όχι απαραίτητα προσεγγιζόμενον διά θαλάσσης, τότε ναί, παίζει. Το αρχέτυπο της Αργούς όντως εφαρμόζεται στην πράξη!

Αρχίσατε να το πιάνετε; Πολύ καλά!

Λοιπόν. Ίσως ο μόνος τρόπος να πετύχουμε αυτά που θέλουμε (απελευθέρωση Ελλάδας, κτλ) είναι η επανάληψη, η αναβίωση των παναρχαίων μας μυθολογικών αρχετύπων.

(Πιθανώτατα αυτός ήταν κι ένας μή ρητώς ομολογούμενος σκοπός της Μυθολογίας μας, αλλά ποιός να το πάρει χαμπάρι… Θα μου πεις, κάτι τέτοια συμπεράσματα ενδεχομένως σε στοές κτλ να τά ‘χουν ψωμοτύρι – κι εσύ, ρέ Εργοδότη, μαζοχίζεσαι παιδευόμενος από μόνος σου, αντί να τα πάρεις έτοιμα. Όμως, όπως πολλάκις έχω ξαναπεί, αντιπαθώ σφοδρότατα τις αλήθειες «εξ αποκαλύψεως». Νότ μάϋ στάϋλ! – που λένε καί στο καφενείο του χωριού! Lol!!! Προτιμώ χίλιες φορές να βασανιστώ, γιά ν’ ανακαλύψω κάτι, παρά να μου το δώσουν έτοιμο καί με ύφος «μεγάλου διδασκάλου». Αν μή τί άλλο, δεν γουστάρω να είμαι μιά ζωή υποχρεωμένος σε «αυθεντίες» – καί δή, γιά δώρα ευτελούς αξίας!

Καί βέβαια, η κατακτημένη γνώση έχει κι άλλα πλεονεκτήματα, έναντι της δοτής – περί των οποίων, όμως, δεν θ’ ασχοληθεί η παρούσα ανάρτηση.)

 

Πάμε τώρα στο δεύτερο θεμέλιο της παρούσης. Όπως είπε κι ένα φιλαράκι, οι γενικόλογες πολιτικές παύλα κοινωνικές ιδέες, ότι δήθεν έχουμε ισότητα κτλ, είναι ξεκάθαρες μαλακίες. Η μόνη αποδεκτή ισότητα είναι η ενώπιον του νόμου (δηλ. δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων)· καί η ισότητα των ευκαιριών. Όλες οι άλλες «ισότητες» είναι παραμύθια, εντέχνως διαχεόμενα στον κοσμάκη από το 1789 καί μετά. Κι ο μοναδικός σκοπός διαδόσεων τέτοιων ιδεών είναι ν’ αποβλακώνουν τον λαό. (Άσε που, τόσο η ισότητα ενώπιον του νόμου, όσο κι η ισότητα των ευκαιριών, παραβιάζονται κατά κόρον απ’ τους κρατούντες. Την πρώτη παραβίαση τη βλέπετε κάθε μέρα στην ειδησεογραφία. Κι όσο γιά τη δεύτερη, τά ‘παμε: οι καλές θέσεις είναι ήδη πιασμένες!)

Ας πούμε, η -δήθεν- ισότητα στην ικανότητα του να δοκιμάσεις να κυβερνήσεις. Δε λέω, ο καθένας πρέπει να ζυμωθεί με τα δημόσια αξιώματα – κι όταν λέω «ο καθένας», εννοώ ο καθένας. Αλλά, επιτέλους, δεν γίνεται να χαϊδεύεις το μυαλουδάκι του κάθε παπάρα πως είναι επάξιος νέος Φίλιππος Β’ καί Μεγαλέξαντρος! Μέχρι καλός δημοτικός σύμβουλος, πάει στο διάολο. Αλλά νέος Λυκούργος καί Κλεισθένης, ή -ας πούμε- Βασίλειος Β’, από πού κι ως πού;

Όμως, οι πωλητικοί κάνουν ακριβώς αυτό… εντέχνως καλλιεργώντας τον αχαλίνωτο εγωϊσμό κάθε ανθρωπάκου καί σπέρνοντας σύγχυση. (Βλέπε όσους χειροκροτάνε τον «αρχηγό» κάτω απ’ το μπαλκόνι. Ξέρετε γιατί το κάνουν; διότι στον «αρχηγό» βλέπουν τον εαυτό τους! Εφ’ όσον εδώ διαθέτουμε τουλάχιστον μία αναγνώστρια ψυχολόγο, μπορείτε να ρωτήσετε αυτήν, άμα δεν πιστεύετε τον αρχιτρόφιμο του ιδρύματος. Καρα-lol!!!) Το ίδιο βιολί βαράνε κι οι αρδ, που εισήγαγαν την αμερικανιά της «γενιάς». Ωρέ αρδ, άλλο είναι ένας πολυφυλετικός πολτός χωρίς ιστορία, που δεν έχει από πού να πιαστεί (καί πιάνεται απ’ το πιστόλι, το δολλάριο, καί τη χρονιά αποφοίτησης), κι άλλο εμείς! Καί τί σημασία έχει το πότε γεννήθηκε κάποιος; το ίδιο είναι ο εργατικός με το κοπρόσκυλο, ή ο έξυπνος με τον βλάκα, επειδή όλοι τους γεννήθηκαν πχ το 1979;  Άειντ’ από ‘δώ, ζά!!!

Αυτές, λοιπόν, οι πονηρές πολιτικάντικες «ισότητες» δίνουν γιά παράδειγμα πτυχία καί διδακτορικά στον κάθε άχρηστον, ή ίδια σύνταξη σ’ αυτόν με τα δωδεκάμιση χιλιάδες ένσημα, με τον άλλον με τα τρείς χιλιάδες ένσημα. (Ή στον κάθε πονηρό απ’ το Μπαλγκαριστάν – που είναι, μάτια μ’, κι αυτός μέλος της «Ε»Ε.) Ή τα ίδια επιδόματα με τους νοικοκυραίους φορολογούμενους, καί στους Βρωμά (που δεν πληρώνουν ποτέ τους ούτε δεκάρα φόρο). Γι’ αυτό καταντήσαμε εδώ που καταντήσαμε. (Κι έχουμε πρωθυπουργό έναν αγράμματο καί κακοηθέστατο μπαγλαμά, μονοψήφιου δείκτη νοημοσύνης. Τον δεύτερο στη σειρά αυτού του είδους διπόδων.)

Τώρα τελευταία, μάλιστα, δίνουν περισσότερα δικαιώματα στον κάθε λαθροβρωμιάρη, παρά στους αυτόχθονες Έλληνες!… Σε σημείο να σε φτάνουν να λες, πού ‘σαστε μασώνοι του 1789 με τις «ισότητες», να σιάξ’ η βάρκα του Ψευτο-ρωμαίϊκου!!!

 

Τέλος πάντων, το συμπέρασμα είναι πως στις κρίσιμες στιγμές που έρχονται, κυβερνήτες της Ελλάδας δεν θα είναι οι οποιοιδήποτε (πονηροί, πανικοβλημένοι, αμετροεπείς «πατριώτες» αρχηγοί κομμάτων-«σφραγίδων», «σοβαροί» τέκτονες, καί λοιποί άσχετοι κι ακάλεστοι), αλλά μόνον όσοι διετέλεσαν αρχηγοί σε κρίσιμες καταστάσεις στο παρελθόν. (Καί, ναί, ζουν ανάμεσά μας μετενεσαρκωμένοι.) Στο κάτω-κάτω, θέλετε ισότητα; Οκέϋ, να σας την κάνω τη χάρη! Βρήτε με τα φιλαράκια σας ποιό μυθολογικό μας αρχέτυπο σας ταιριάζει, στελεχώστε το, βάλτε στόχους, κι ορμάτε! Στην πράξη κρίνονται όλα καί κρινόμαστε όλοι.

Εμένα, όμως, θα μου επιτρέψετε να ελπίζω κυρίως σ’ ένα «σώμα» περίπου δεκαπέντε χιλιάδων ατόμων, το οποίο καί τελικά θα καθαρίσει την κόπρο του …Ροσίλδου. Όπως καί να νομίζω ότι οι ενσαρκωτές όλων των αρχετύπων που εννοώ, ξαναζούμε μαζί, σήμερα, ταυτόχρονα, εδώ στην Ελλάδα – καί είναι θέμα χρόνου να το καταλάβουν, όσοι απ’ αυτούς δεν το κατάλαβαν ακόμη. (Κι εννοείται, να βρεθούμε όλοι μαζί καί να δράσουμε.)

 

Πάμε, όμως, να δούμε τα αρχέτυπα που «παίζουν» (καί συγνώμη, αν ξεχνάω κάποιο) :

i. Εξερευνητικό – κατασκοπευτικό – κομμάντο ειδικών αποστολών.

Η Αργοναυτική Εκστρατεία.

 

ii. Αμυντικό με αντεπίθεση, μετά από επίθεση εκ Δυσμών.

Ο Ατλαντο-Ελληνικός Πόλεμος.

Το Έπος του 1940.

Σημειώστε ότι εδώ, σ’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση, το αμιγώς αμυντικό (πχ Ρωμαίοι, Δ’ Σταυροφορία) είναι σκέτη καταστροφή γιά την Ελλάδα. (Καί μπράβο του, του Κατσιμήτρου, που ενστικτωδώς το κατάλαβε, καί διενήργησε αντεπίθεση.)

 

iii. Αντεπίθεση, μετά από επίθεση εξ Ανατολών.

Μ. Αλέξανδρος.

Πάλαι ποτέ Διόνυσος στην Ινδία. (Το 8,500 πΧ.)

 

iv. Ολοκληρωτικό ξεκαθάρισμα εχθρικού κέντρου.

…Καί, ει δυνατόν, τελειωτικό.

Θησέας στον Λαβύρινθο.

Τρωϊκός Πόλεμος.

Μ. Αλέξανδρος στη Θήβα.

 

v. Μακέλεμα του εχθρού, με προηγηθείσα θυσία.

…Καί τακτική «καμμένης γής».

Θερμοπύλες καί Σαλαμίνα.

Αλαμάνα καί Δερβενάκια.

Έξοδος Μεσολογγίου καί Μάχη Αράχωβας.

 

Αυτά είναι τα ομαδικά αρχέτυπα. Υπάρχουν καί ατομοκεντρικά, αλλ’ αυτά στοχεύουν μονάχα στην κατά κάποιο τρόπο θέωση του ήρωα – καί δεν έχουν θέση στον επερχόμενο καιρό με τα τυφωνικά γεγονότα που περιμένουμε (όπου συμμετέχουμε άπαντες, θέλουμε-δε θέλουμε). Πχ η Οδύσσεια, ή ο Δαίδαλος. Εδώ, όμως, προσοχή! Γιά να επιτύχουν αυτά που ονειρευόντουσαν, ο μεν Δαίδαλος έχασε καί ανηψιό καί γυιό, ο δέ Οδυσσέας ολόκληρο πλήρωμα!

Όθεν τα ατομοκεντρικά ξεχάστε τα. Το μόνο, ίσως, που παίζει, είναι ο Ηρακλής με τους 12 άθλους του. Όποιος λεβέντης νέος το επιθυμεί… από μένα, εντάξει! Άλλως τε, μπορεί καί να χρειαστούμε διάφορα καλούδια, όπως πχ τα μήλα των Εσπερίδων. Άρα, κάποιος πρέπει να πάει να μας τα φέρει!  🙂

 

Μιά τελευταία σημείωση: τα αρχέτυπα είναι αυτά που ξέρουμε, όμως γιά υλοποίησή τους στις σημερινές συνθήκες πολλά στοιχεία τους έχουν αλλάξει. Πχ ενδεχομένως να μη συνεργαστεί ακριβώς ο ίδιος αριθμός ατόμων. Ή, οι σημερινοί πρωταγωνιστές να διαμένουν αλλού ‘ντ’ αλλού, ενώ στην ορίτζιναλ Αργοναυτική καί στον Τρωϊκό μαζεύτηκαν σε κοινό σημείο εκκινήσεως.

Γι’ αυτό, εξετάστε τα όλα με προσοχή. Βάλτε κάτω τα δεδομένα καί τις δυνάμεις σας, κι ο Θεός της Ελλάδας βοηθός!

 

Υγ 1: Έτσι, γιά παράδειγμα: το βλέπετε πως -σύμφωνα με το τρίτο αρχέτυπο-, μετά από επίθεση εξ Ανατολών, πρέπει να διενεργήσουμε αντεπίθεση …μέχρι την «Κόκκινη Μηλιά»; Όθεν, τζάμπα ταξίδι μέχρις εδώ έκαναν τα λαθρομούσλιμζ. Αρκεί να μην κάτσουμε στ’ αυγά μας εμείς. Να μην πούμε: «- Εντάξει, τα διώξαμε τα λάθρο, τώρα στα του οίκου μας!» Θα είναι λάθος μας.

Υγ 2: Γιατί αρχέτυπα; Διότι, όπως πάντα, έχουμε τις λύσεις έτοιμες από Μυθολογία κι Ιστορία. Μήπως νομίζετε ότι, μέσα στον επερχόμενο κοσμοχαλασμό, θ’ αυτοσχεδιάσετε γιά να πετύχετε τους επιθυμητούς στόχους μας;

Ελεύθερα από μένα, αλλά δεν το βλέπω.

Υγ 3: Παραλίγο να το ξεχνούσα… Καί τί γίνεται, αν φτιάξουμε πχ είκοσι τσούρμα Αχαιών με 20 Αγαμέμνονες; Έ, ένα τους θα κάνει τη χοντρή δουλειά, καί τα υπόλοιπα συμπληρωματικές. Αλλά, όλα είναι δεκτά. Όλα χρήσιμα!

Καί τί γίνεται, αν «κάποιοι» -που διαβάζουν τις σοφίες μου- φτιάξουν κι αυτοί Αργοναύτες καί δοκιμάσουν να μας καταστρέψουν με -όπως λέγεται- «συμπαθητική μαγεία»; Είτε κάνοντας επίτηδες βλακείες, είτε στρέφοντας τη δική τους Αργώ στο λεγόμενο «αριστερό μονοπάτι»; Ξέρετε, γιά να χτυπήσει στο αιθερικό αποτύπωμα, κτλ.

Γνώμη μου, πως δεν θα γίνει τίποτε απολύτως εις βάρος μας. Τα αρχέτυπα αυτά απαιτούν κι Έλληνες γιά να δουλέψουν! Όπως δεν θα δουλέψει με μας ένα ξένο αρχέτυπο, όπως πχ «Ο Τζάκ καί η φασολιά», ή «Τα νέα ρούχα του βασιλιά».

Τώρα, θα μου πείς, γιατί τότε «αυτοί» μαθαίνουν τον Θουκυδίδη απέξω καί πάνε να τον εφαρμόσουν; Έ, η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα!  🙂

Older Entries