Φαίνεται πως, όσα γράφω (αδιάφορο αν λογικά, ή παράλογα), ενοχλούν. Κι ενοχλούν πολύ.

Δεν με νοιάζει αν ενοχλούν εκδότες σαχλοβιβλίων, κόμματα, γιάφκες, στοές, «σχολές αυτοβελτίωσης» (καί λοιπούς απατεωνίσκους κι απατεωνίσκες), πρακτόρια (ημεδαπά, ή ξένα), «μπατριώτες», δόκτορες ή προφέσσορες της καριέρας, ή απλώς φρενοβλαβείς εκτός ιδρυμάτων.

[Καί, γενικώς, χέστηκα αν ενοχλούν – καί ποιούς. Σιγά, τώρα, μή βάλω κηδεμόνα πάνω απ’ το κεφάλι μου, γιά το τί θα γράφω καί πώς θα το γράφω! Καί σιγά μην (ξανα)ήρθα στον κόσμο, γιά να χαϊδεύω αυτιά!

Ρέ, δέ γαμιέστε ν’ ασπρίσετε, μερικοί-μερικοί, λέω ‘γώ;]

Όμως, σε τί θα ενοχλούσα, δηλαδή;

Ποιός είμ’ εγώ, γιά να ενοχλήσω;

Τί πειράζει, ποιόν πειράζει, ένα ιστολόγιο σχετικά χαμηλής αναγνωσιμότητας, που το κρατάω γιά να γράφω τις αποψάρες μου; Στο κάτω-κάτω, άμα (γιά τους χ, ψ λόγους) δέν γουστάρεις τα εδώ γραφόμενα, φεύγεις καί δεν ξαναπατάς. Σε κανέναν δεν έβαλα το πιστόλι στο κεφάλι, γιά να γίνει αναγνώστης του ιστολογίου.

. . . . . . . . .

Έ, λοιπόν! Το κοινό στοιχείο όλων των παραπάνω προαναφερθέντων πιθανών «ενοχλημένων», είναι ότι θέλουν με το στανιό να επιβάλουν στον «χώρο» τη δική τους «αλήθεια», ως μοναδική. Αυτό ακριβώς τους πειράζει καί τους ζεματάει, όταν συναντάνε αντιρρήσεις στις απόψεις τους. (Μπαίνει αγρίως ο εγωϊσμός τους στη μέση, βλέπετε, χώρια τα υπόλοιπα ψυχολογικά συμπλέγματά τους.)

Φυσικά, σε περίπτωση που τέτοιες «αλήθειες» αυτωνών (μπορούν να) αποφέρουν καί παραδάκι, τα δικά μου γραπτά χαλάνε την πιάτσα, όπως καταλαβαίνετε.

Οπότε, αντιδρούν.

Πώς αντιδρούν;

Αν η διαμάχη ήταν καθαρά κόντρα μυαλών, τότε:

  • είτε θα έγραφαν εδώ σχόλια με αντίθετες απόψεις (αλλά κόσμια, διότι όλα τα υπόλοιπα τρώνε διαγραφή κατ’ ευθείαν), προκαλώντας μιά σχετική συζήτηση (…καί, γιατί όχι, να με κάνουν να δω τα όποια λάθη μου – ή εγώ να τους δείξω τα δικά τους),
  • είτε θα έφτιαχναν τα δικά τους ιστολόγια (τζάμπα είναι, καί δεν απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις υπολογιστών), καί θα έγραφαν ό,τι γουστάρουν – γιά ν’ αποδείξουν ότι αυτός εδώ ο ΕργΔημΕργ παραλογίζεται καί είναι ένας κόπανος καί μισός.

Όμως, όχι, ώ ‘γαθοί! Δρούν με τελείως άλλους τρόπους.

. . . . . . . . .

Κατά καιρούς, το ιστολόγιο έχει δεχθεί αρκετές επιθέσεις. Οι πιό (ας πούμε) «έξυπνες», ήταν:

  • Ένα μακροχρόνιο δασκαλίκι αφ’ υψηλού καί με το στανιό από κάποιον (μαλάκα; «μυημένον»; πράκτορα; ), που μας είχε γίνει τσιμπούρι – παρά το ότι τον ειδοποίησα στα ίσα ότι δεν δέχομαι διδασκαλίες, καί να τις κρατήσει γιά τα παιδάκια του. (Τελικά, μάλλον βαρέθηκε καί ξεκόλλησε.)
  • Καί μερικά σχόλια ετέρων εξυπνοπουλίων, ακατανόητα εξ αρχής· τα οποία, όμως, με δεύτερη (προσεκτική) ματιά φάνηκε πως ήταν επικλήσεις!!! (Επικλήσεις εδώ μέσα; στο Διαδικτυακό μου σπίτι; καί δή, χωρίς να σας δώσω την άδεια προς τούτο; Σαν πολύ έξυπνα παιδιά δεν έκανε η μάνα σας; Ή νομίζετε πως -επειδή δεν μιλάω πολύ γιά κάτι τέτοια- δεν ξέρω τί μου γίνεται; Άντε να μή σας πάρ’ ο διάολος, έστω καί αναδρομικώς!)

Υπήρξε καί άλλος τύπος επιθέσεως, στον οποίο δεν θέλω να αναφερθώ. Αυτός απαντήθηκε δεόντως, καί δεν είχαμε συνέχεια… ευτυχώς, γιά το επιτεθέν άτομο.

. . . . . . . . .

Επειδή, όμως, ανάμεσά μας δεν ζούν μονάχα έξυπνα, ή σχετικώς έξυπνα άτομα, τώρα τελευταία (σχετικώς τελευταία – ήταν από παλιότερα ένα φεγγάρι, το βούλωσε, αλλά επανήλθε) έχουμε έναν ανώνυμο (ΝΟΜΙΖΕΙ!) πιθηκάνθρωπο, τελείως ζώον, που καθημερινά στέλνει στο ιστολόγιο υβριστικά σχόλια, νομίζοντας ότι κάτι κάνει.

Όμως, το λεγάμενο ζωντόβολο ατύχησε ελαφρώς.

. . . . . . . . .

Πολύ κακή πρακτική το να υποτιμάς εξ αρχής κάποιον, καί να του επιτίθεσαι χωρίς λόγο· ειδικά κάποιον, που απλά έτυχε να συναντήσεις κάπου μέσα στο απέραντο Διαδίκτυο. Διότι ποτέ δεν ξέρεις τί σε περιμένει!

Στην περίπτωσή μου:

  • Πρώτον, εγώ δεν σπαταλάω τον πολύτιμο χρόνο μου σε βρισίδια καί τέτοια. Με το που (σε κλάσμα δευτερολέπτου) πιάνει το μάτι μου δυό-τρείς λέξεις φέρουσες έντονη αρνητικότητα (υβρεολόγιο – καί τα ρέστα), ακολουθεί πάραυτα ο σκουπιδοντενεκές. Χωρίς περαιτέρω σάλτσες.
  • Δεύτερον, είμαι αρκετά γομάρι, ώστε να μη χαμπαρίζω από ψυχολογικό πόλεμο καί άλλες τέτοιες πορδές των «υπερεσιώνε». Βλέπετε, ποτέ δεν μου επιτέθηκαν οθόνες υπολογιστών, ώστε να τσιμπήσω καί ν’ ανοίξω πόλεμο με δαύτες. Καί τις δουλειές μου θα συνεχίσω να κάνω, καί τις υποχρεώσεις μου να τηρώ, καί το φαγητό μου θα φάω, καί τον καφέ μου θα πιώ, καί θα πέσω γιά ύπνο… δεν θ’ ασχοληθώ περισσότερο.

[Άσε που -σε περίπτωση πρακτόρων- καταλαβαίνω αμέσως μέχρι καί ποιά παράγραφο του «εγχειριδίου εκστρατείας» χρησιμοποιούν. Άσε που, αν κρίνω ότι πρέπει να σπαταλήσω τον χρόνο μου, θα φάνε τέτοια απάντηση, που θα τους τσούζει μιά ζωή.

Όπως πχ κάποιοι άλλοι, κάπου αλλού, που γενικώς δεν μιλούσαν καθόλου, αλλά σε ό,τι γραφόταν καί τους ενοχλούσε (μάλλον σε όσα είχαν την εντολή ν’ απαντήσουν), πεταγόντουσαν σαν πορδές απ’ το βρακί να την πούν, από την αφεντιά μου έχουν φάει κλύσματα …αναμνηστικά! Σαν εκείνον τον μαλακοπράκτορα, που με ρώτησε γιατί δεν λυπάμαι «τα παιδάκια των προσφύγων που πνίγονται στο Αιγαίο» (των λάθρο, εννοούσε),…

…κλασική περίπτωση προσπάθειας δημιουργίας ενοχών στον αναγνώστη· ακόμη καί γιά θέματα, γιά τα οποία είναι τελείως ανεύθυνος / αμέτοχος / απομακρυσμένος σε τόπο καί χρόνο (βλέπε πχ τις «άνωθεν» επιβαλλόμενες κλάψες γιά το Ολοτέτοιο, το πώς το λένε)…

…καί του απάντησα ότι δεν τα λυπούνται ούτε οι ίδιοι οι -υποτιθέμενοι- γονείς τους! Χώρια το ψευδοκράτος μας, που δεν προσήγαγε σε δίκη κανέναν τους γιά έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο· άρα, εγώ τί πρέπει να κάνω; τον μπεημπυσίττερ; τη μοιρολογίστρα; ή τον …λαθρώτερο των λάθρο;

Το βούλωσε μετά απ’ αυτό, εννοείται.]

  • Τρίτον, είμαι αρκετά έξυπνος, ώστε πάντα να βρίσκω την άκρη, ειδικά άμα το βάλω πείσμα.
  • Τέταρτον, καί πέμπτον, καί… Άσ’ τα αυτά. Να μην τα χρησιμοποιήσω, καλύτερα.

Μ’ άλλα λόγια, καλά θα κάνει ο οποιοσδήποτε να με προσεγγίζει φιλικά. Γιατί, αλλοιώς, δεν του εγγυώμαι τίποτε.

Στη ζωή μου, έχω μία απαράβατη αρχή:

  • Όποιος δεν μ’ αγαπάει, θα με σέβεται.
  • Κι όποιος δεν με σέβεται, ΘΑ ΜΕ ΦΟΒΑΤΑΙ.

Άλλη εναλλακτική, ΔΕΝ υφίσταται. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να μου κάνει ο,τιδήποτε αρνητικό καί να τ’ αφήσω αναπάντητο, μάλλον βλέπει πολύ σινεμά.

. . . . . . . . .

Λοιπόν, γιατί το πιθήκι αυτό επιμένει στα βρισίδια (ενώι βλέπει ότι τρώει πόρτα), καί δεν μου λέει ποιό είναι το δικό του ιστολόγιο, που γράφει σοφίες; Γιατί, έστω, δεν στέλνει παραπομπές σε άλλα ιστολόγια, που ν’ αποδεικνύουν (ή, έστω, να προσπαθούν ν’ αποδείξουν) ότι μαλακίζομαι;

Απλούστατα: επειδή, αν φτιάξει / έχει ήδη δικό του (ακόμη καί με κλειστά σχόλια), ή κατονομάσει τα ιστολόγια που γουστάρει, θ’ αυτοκαρφωθεί· καί δεν θέλει. (Γιά τον ίδιο λόγο, όταν συνδέεται στο Διαδίκτυο, χρησιμοποιεί anonymisers.)

Όμως, αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο, που μου δείχνει: καί ποιά ιστολόγια γουστάρει το συγκεκριμένο ζωντόβολο (καί αποφεύγει να τα κατονομάσει, όπως ο διάολος το λιβάνι), καί ποιός είναι ο πνευματικός του μέντορας, καί ποιό είναι το ίδιο. Σας είπα, είναι θέμα νοημοσύνης… καί δεν του κόβει τόσο πολύ.

. . . . . . . . .

Υπάρχει κι άλλο στοιχείο: το ότι ο νοικοκύρης του παρόντος ιστολογίου είμ’ εγώ, κι όχι ο τυχαίος περαστικός. Όθεν, γνωρίζω άριστα (καί θυμάμαι άλλο τόσο άριστα) το πότε αρχίζει κάθε επίθεση εναντίον του ιστολογίου, διότι έτσι βλέπω πολύ καθαρά από τί ενοχλείται ο επιτιθέμενος. (Δεν χρειάζεται καί πολύ ψάξιμο, άλλως τε. Ή ανάρτηση θα είναι, ή σχόλιο επώνυμουταυτοποιήσιμου– σχολιαστή.) Οπότε, η ταυτοποίηση του επιτιθέμενου με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο είναι πλέον θέμα χρόνου.

Ακόμη κάτι, που συνηγορεί στην ταυτοποίηση στοιχείων του, στην οποία κατέληξα, είναι το profiling που του έκανα. Διότι, όσο γρήγορα διαβάζω, άλλο τόσο γρήγορα περνάω από κόσκινο τον γράψαντα. (ΔΙΑΡΚΩΣ ΜΕ ΚΕΦΑΛΑΙΑ γράφουν πολύ συγκεκριμένα άτομα, ζωντόβολο.)

Τώρα, βέβαια, αν τον κρεμάσω τον πιθηκάνθρωπο στα μανταλάκια με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο, θα βγεί (πάλι ανωνύμως) καί θα λέει: «- Χάχά!… Λάθος!… Σιγά μή με λένε έτσι! Θα τον ειδοποιήσω αυτόν, που συκοφαντείς, καί θα δείς εσύ!», καί διάφορα τέτοια. Γι’ αυτό κι εγώ θα συνεχίσω με την ίδια τακτική, του ψηφιακού σκουπιδοντενεκέ. Κρατώντας, όμως, τα στοιχεία ταυτότητάς του μέχρι τη μέρα, που θα τον αναγκάσω να ζητήσει συγνώμη, γιά να μή φύγει απ’ τα χέρια μου οριζόντιος. Εγώ ούτε ξεχνάω, ούτε συγχωρώ.

Μέχρι τότε, τη μπανάνα σου καί στο κλουβί σου, σκατομαλάκα νεάντερταλ.