Επειδή προβλέπω ότι θα γίνει της κακομοίρας στα επόμενα σχόλια, αποφάσισα ν’ απαντήσω στο σχόλιο της Νάσιας σε ξεχωριστό αρθράκι· γιά να μή χάνουμε καί την εστίαση στο θέμα των εξισλαμισμών. Οπότε, εδώ από κάτω βγάλτε τον καημό σας ελεύθερα! 🙂

Τα δύο «πόθεν» του τίτλου αναφέρονται στη βιολογική καταγωγή ενός ατόμου καί τις ενσαρκώσεις του, αντιστοίχως.

. . . . . . . . . .

Μεγάλο θέμα η βιολογική καταγωγή…

(Ναί, έχει να κάνει καί με αυτό που πάω να πω στους εξισλαμισμούς – αν καί, ειδικά σε ατομικό επίπεδο, παίζεται το κατά πόσον η καταγωγή σου σ’ επηρεάζει· καί σε ποιό ποσοστό. Το ξαναλέω: το παιχνίδι παίζεται στην ψυχή.)

Κι άλλο τόσο μέγα θέμα οι διαδοχικές ενσαρκώσεις κάποιου ατόμου.

. . . . . . . . . .

Επί προσωπικού: σ’ αυτή τη ζωή, η καταγωγή μου είναι (γι’ αμφότερους τους γονείς) από χωριάτες της Πίνδου (όχι βλάχους, όχι σαρακατσάνους, απλώς χωριάτες της περιοχής), των οποίων οι ρίζες εκτείνονται προς τα πίσω εξακριβωμένα τρείς++ (ο φάδερ) καί τέσσερεις++ αιώνες (η μάδερ). Μόνο που ένας ιστοριοδίφης γέρων συγχωριανός της μάνας μου ανίχνευσε ότι η απώτερη καταγωγή όλου του χωριού πρέπει να είναι νησιώτικη, αν καί άγνωστο από ποιό νησί. (Μάλλον γύρω στα 1630 πιάσαν τα ψηλά, γιά ν’ αποφύγουν τους πειρατές.)

Εν πάσει περιπτώσει, σαφέστατα δωρικά γνωρίσματα ο φάδερ (την καταεύρισκε με την πεντατονία, όπως κι εγώ, καί τη χορδή του βιολιού την αποκαλούσε «χόρδα»), καί αχαϊκά η μάδερ (αγάπη γιά τα Γράμματα, το θέατρο, τις Καλές Τέχνες -που την έκανε πάσα στον υπογράφοντα-… αλλά, στο χωριό της, μή τυχόν έθιγες την τιμή της αδερφής καί της κόρης, ξηγιόντουσαν μάχαιραν! – οι Αχαιοί τα κάνουνε αυτά, εξαπανέκαθεν!).

Στις προηγούμενες ζωές μου, τώρα, κατά πλειονότητα ήμουν πάλι Έλληνας. Αν καί επίσης (εξακριβωμένες ζωές) :

  • μία φορά Κινέζος,
  • μία Γιαπωνέζος,
  • δύο Άγγλος,
  • άλλες δύο Γάλλος,
  • άλλες δύο Ατλάντειος (αλλά όχι φίλος με τα καθήκια, τους τρείς δικτάτορες),
  • μία Μαγιάνος (έζησα στα μέρη τους, πολύ παλιά όμως· δεν ξέρω κάν αν υπήρχε αυτή η φυλή τότε, ή αν υπήρχε καί λεγόταν έτσι),
  • καί μία ακόμη ιερέας των Ίνκας, έναν αιώνα πρό Ισπανών.

Γιά τη ζωή μου στην Κεντρική Αμερική (την προτελευταία από τις παραπάνω) σας έχω ήδη γράψει ένα διηγηματάκι· κι ακόμη ένα γιά τις δύο ζωές μου στο Νησί. Ίσως κάποτε καταπιαστώ με σειρά διηγημάτων καί γιά τις υπόλοιπες, αλλά δεν υπόσχομαι. (Διότι τώρα προέχουν αγρίως άλλα, πολύ σημαντικώτερα.)

. . . . . . . . . .

Τώρα, τί χρειάζονται όλ’ αυτά, τί σημασία έχει (γιά τους άλλους) το προσωπικό ταξίδι μιάς ψυχής (με τα σφάλματά της καί τις αμαρτίες της…) καποιανού x ατόμου, που συναντάς στο Διαδίκτυο, πέρα από έναν ρομαντισμό να περνάει η ώρα;

Έχει, όσον αφορά αυτό που έγραψε η Νάσια στο σχόλιο: ότι (θέλουμε-δέ θέλουμε…) ερχόμαστε καί ξαναρχόμαστε στα ίδια μέρη… συναντιόμαστε καί ξανασυναντιόμαστε, μεμονωμένα καί ως παρέες, τα ίδια άτομα… συνεχίζουμε κοινές εργασίες καί πνευματικές αναζητήσεις, που αφήσαμε στη μέση (λόγωι των θανάτων που μεσολαβήσανε)… συνεχίζουμε ακόμη καί τις έχθρες, που έμειναν μισές… ή τις τελειώνουμε με μιά αγκαλιά, αν εξ αρχής δεν είχαν βάση καί δεν έπρεπε να υπάρχουν.

Δηλαδή, θέλουμε-δέ θέλουμε, ομαδοποιούμαστε σ’ ένα υπο-Μάτριξ.

[Χωρίς αυτό, βέβαια, ν’ αποκλείει νέες γνωριμίες καί νέες εμπειρίες. Απλώς, τα ήδη γνωστά πρόσωπα καί πράγματα, οι ήδη γνωστές δεξιότητες, μας δίνουν μιά τρομερή αρχική ώθηση να προχωρήσουμε σε ψυχική ανέλιξη. Με αγνώστους καί άγνωστες καταστάσεις, απλά ξεκινάμε απ’ το μηδέν.]

Ειδικά γιά μας, δηλαδή γιά την παρέα των αναγνωστών του παρόντος ιστολογίου, αλλά καί των λοιπών «κολλητών» ιστολογίων με τους αναγνώστες τους, αυτό έχει σχέση καί με την ψυχική μας ανέλιξη (όπως προαναφέραμε), αλλά κυρίως καί με όσα θα κληθούμε να κάνουμε λίαν προσεχώς, ώστε να «σουλουπώσουμε» τη χώρα μας μετά τα επερχόμενα γεγονότα (κι αφού τελειώσουν αυτά).

Γιά να μην αναρωτιέστε πού θα βρεθούν οι «στρατιώτες» της προσεχούς ανασυγκροτήσεως της Ελλάδας σε λίγα χρόνια! Καλούμεθα «άνωθεν». (Αν καί είπα ότι τους «άνωθεν» τους χρωστάω ένα σουλτάν μερεμέτ, δίκην Διομήδη της Ιλιάδας, διότι δεν μας ανοίγουν τον δρόμο. Άμα τα κάνουμε όλα μόνοι μας, τί αξία έχει να τους κάνουμε παρέα; 😉 )

. . . . . . . . . .

Υγ 1: Το τί κόσμο έχω διαπιστώσει πως ξέρω κι από άλλες ζωές, δέ λέγεται! Νά, ας πούμε φίλους ιδιοκτήτες άλλων ιστολογίων. (Δεν είναι τυχαίο, που στην παρούσα συγκυρία κάνουμε το ίδιο έργο.) Στη δέ δουλειά μου, ο χαμός!

Επίσης, έχω συναντήσει καί δύο θανάσιμους εχθρούς μου (ναί, συναντάμε καί τους αμετανόητους εχθρούς ημών…), που καί σ’ αυτή τη ζωή μου ξηγήθηκαν πολύ βρώμικα.

Μόνο δύο παρατηρήσεις:

  • Ότι πρέπει ήδη να έχεις ένα επίπεδο αντίληψης των πέραν του φυσικού πεδίου πραγμάτων, γιά να καταλάβεις ποιός-είναι-ποιός από τα άτομα που σε περιβάλλουν,
  • κι ότι η ικανότητα ειδικά των γυναικών, να καταλαβαίνουν πρώτες ποιά άτομα ξανασυναντάνε από περασμένες κοινές ζωές, είναι εκπληκτική!!!

Οι γυναίκες μ’ έχουν αφήσει άφωνο πολλές φορές· σε αρκετές περιπτώσεις, παρά το ότι γενικώς μου κόβει σε κάτι τέτοια, κατάλαβα με καθυστέρηση ετών, αυτό που κατάλαβαν αυτές αμέσως.

Υγ 2: Από Κρήτη δεν έχω περάσει καθόλου σ’ αυτή τη ζωή. Μόνο μία φορά την είδα από ψηλά, από το αεροπλάνο, επιστρέφοντας από ταξίδι αναψυχής στην Αίγυπτο. (Κι αφού λίγο πρίν, κατά την Κάρπαθο, απόλαυσα κι ένα κυνηγητό των δικών μας F16 με κάτι Τούρκικα, στα 4 χιλιόμετρα από κάτω μας!…)

Σε κάποια προηγούμενη ζωή, ήμουν απλά περαστικός γιά ελάχιστα χρόνια από δυτική Κρήτη· αλλά δεν θέλω ν’ αναφέρω λεπτομέρειες.

Τα παράλια της Μ. Ασίας τα έχω επισκεφθεί μόνο μία φορά (Αλικαρνασσός / Μπόντρουμ). Συναισθήματα; ουδέτερα. Αλλά δεν έχω αναμνήσεις από εκεί, ούτε από άλλες ζωές. Παρεκτός αν δεν μου ήρθαν ακόμη· δεν μου έρχονται όποτε τις θέλω, έρχονται όποτε θέλουν αυτές.

Υγ 3: Ούτε η φάτσα μου, ούτε η χροιά της φωνής μου, ούτε ο τρόπος που μιλάω μοιάζουν με του «τυπικού» Έλληνα· καί δή, του καταγόμενου από τις περιοχές των γονέων μου.

Η βιολογική μου καταγωγή δεν μ’ επηρέασε σε μεγάλο βαθμό ούτε στα βιολογικά μου γνωρίσματα, ούτε (ακόμη περισσότερο) στον τρόπο του σκέπτεσθαι. Σε άλλους ανθρώπους, βέβαια, αυτή αποτελεί χαριτωμένο γνώρισμα αναφοράς (μαζί με ντοπιολαλιές, κτλ)· καί σ’ άλλους, ακόμη, αποτελεί τροχοπέδη καί φυλακή: μόνο το δικό τους το χωριό είναι το καλύτερο, μόνο τα δικά τους τα τραγούδια κι οι χοροί αξίζουν, μόνον οι δικές τους οι γυναίκες ξέρουν να φτιάχνουν πχ μουσακά καί σκορδαλιά, κτλ κτλ. Ουδέν σχόλιον επ’ αυτού.