Αρχική

Κι αν…

76 Σχόλια

Μεχμέτ-Βarxigramma-Gammaεννήθηκε δυτικά της Πόλης, όπου θα έγραφε ιστορία.

Η βιολογική καταγωγή του μπορεί να είχε σχέση καί με το γένος των Ελλήνων, αν κι αυτό δεν έχει εξακριβωθεί. Πάντως, συναναστράφηκε καί συνεργάστηκε με πολλούς Έλληνες.

Μεγάλωσε μέσα στις μηχανορραφίες του παλατιού καί του χαρεμιού (από τις οποίες τελικά γλύτωσε), ικανός μηχανορράφος κι ο ίδιος.

Πήγε ανατολικά, κατέκτησε την Πόλη, κι ονειρευτόταν πιά Ανατολή καί Δύση.

Αναμφισβήτα έξυπνος καί ικανός ηγεμόνας, με πολλά άλλα προσόντα. Χαρακτηριστικό του μειονέκτημα, πως ήταν βίαιος κι απότομος.

Μάστορας στην τέχνη του εκβιασμού καί του «διαίρει καί βασίλευε». Κατέκτησε τα Ελληνικά εδάφη σταδιακά, πότε με τη στρατιωτική ισχύ καί πότε με τη διπλωματία.

Δεν πήγαινε με τίποτε τον ηλικιωμένο καί (δήθεν «σώφρονα») υποχωρητικό μεγάλο βεζύρη Χαλήλ, διότι υποπτευόταν -καί σωστά- ότι τον δωροδοκούσαν οι Βυζαντινοί γιά να «συμβουλεύει» με υποχωρητικό πνεύμα τον ορμητικό νεαρό Μεχμέτ Β’. Ενδεχομένως καί γιά να του σκάβει τον λάκκο.

Αγόραζε πάντα (απ’ όπου έβρισκε) την -γιά την εποχή του- τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα οπλικά συστήματα. Ενώ οι αντίπαλοί του Έλληνες στον συγκεκριμένο τομέα βρισκόταν 50 χρόνια πίσω – λόγωι αρχόντων ηλιθίων, παλιανθρώπων καί αρχιλαμογιών.

Πήρε την Πόλη με 10% ικανότητα κι 90% προδοσία (των εβραίων του Γαλατά).

Λεπτομέρεια: ξεκίνησε πολλές επιθέσεις εναντίον της Πόλης από τον ποταμό Λύκο.

 

Κων-ΙΑ-ΠαλαιολόγοςΓεννήθηκε νότια της Πόλης, όπου θα έγραφε ιστορία.

Η βιολογική καταγωγή του δεν είχε σχέση μόνο με το γένος των Ελλήνων. Πάντως, αν καί κατά τους συγχρόνους του «ημίσλαυος», αν καί με κοσμοπολίτικο πνεύμα (δύο σύζυγοι αλλοδαπές…), αισθανόταν ακραιφνής Έλλην.

Μεγάλωσε μέσα σε μηχανορραφίες (από τις οποίες τελικά γλύτωσε), ωστόσο ο ίδιος δεν έγινε ικανός μηχανορράφος. Πιό πολύ ειλικρινής καί άγαρμπος, όχι ακριβώς το πρότυπο του διπλωμάτη ηγεμόνα.

Πήγε βόρεια, γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να κρατήσει την Πόλη. Γνωρίζοντας (στις τέσσερεις δωδεκάδες της ηλικίας του) ότι ήταν προορισμένος να κλείσει μιά εποχή ολόκληρη. Δεν ονειρευόταν, παρά μόνο την ανύπαρκτη στρατιωτική βοήθεια της Δύσης.

Αναμφισβήτα έξυπνος καί ικανός ηγεμόνας, με πολλά άλλα προσόντα. Χαρακτηριστικό του μειονέκτημα, πως πίστευε σε χίμαιρες – πχ «φιλέλλην πάπας».

Μάστορας στην τέχνη της βυζαντινής διπλωματίας, η οποία όμως δεν βοηθούσε πιά σε τίποτε.

Από μοντέρνα όπλα, δεν μπορούσε ν’ αγοράσει. Με τί λεφτά; Άσε που δεν του έδινε κανείς από τους «έχοντες».

Αν δεν έχανε την Πόλη με την προδοσία της Κερκόπορτας ( = «η πόρτα της ουράς» …προφανώς, των πιθήκων που την λαθρανοίξανε), όλα έδειχναν πως απλώς θα κέρδιζε χρονική αναβολή. Μικρή, μεγάλη, δεν έχει σημασία. Η Πόλη ήταν καταδικασμένη πιά.

Κι έτσι, πέταξε τα αυτοκρατορικά διακριτικά από την πανοπλία του (δεν είχε, δά, κανένα νόημα πιά), κι όρμησε στην τελευταία μάχη.

Λεπτομέρεια: Το οικόσημο των Παλαιολόγων, τουλάχιστον στα ύστερα χρόνια:

οικόσημο-Παλαιολόγων

 

ΡετζεπίκαςΓεννήθηκε δυτικά της πόλης, όπου (συνεχίζει να) γράφει ιστορία- καί μέσα στην Πόλη.

Η βιολογική καταγωγή του είναι αναμφισβήτα Ελληνική, αν κι ο ίδιος δε θέλει να τη δεί ούτε ζωγραφιστή. Πάντως, συνεργάστηκε με Έλληνες, έστω καί τυπικά. Έκανε καί κουμπαριά με Έλληνα.

Μεγάλωσε μέσα στις μηχανορραφίες των κομμάτων καί διαφόρων οργανώσεων (από τις οποίες μηχανορραφίες τελικά γλύτωσε), ικανός μηχανορράφος κι ο ίδιος.

Πήγε ανατολικά, κατέκτησε την Άγκυρα, κι ονειρεύεται πιά κυριαρχία σ’ Ανατολή καί Δύση, Βορρά καί Νότο.

Αναμφισβήτα έξυπνος καί ικανός ηγεμόνας, με πολλά άλλα προσόντα. Χαρακτηριστικό του μειονέκτημα, πως είναι ξεροκέφαλος.

Μάστορας στην τέχνη του εκβιασμού καί του «διαίρει καί βασίλευε». Πάει να κατακτήσει τα Ελληνικά εδάφη σταδιακά, με τη διπλωματία – κι αν χρειαστεί, με τη στρατιωτική ισχύ.

Δεν πάει με τίποτε τον ηλικιωμένο καί (δήθεν σώφρονα) πονηρό κάποτε «σύμβουλό» του Γκιουλέν, διότι υποπτεύεται -καί σωστά- ότι ο «σώφρων» γέρος του σκάβει τον λάκκο.

Αγοράζει πάντα (απ’ όπου βρίσκει) την -γιά την εποχή μας- τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα οπλικά συστήματα. Ενώ οι αντίπαλοί του Έλληνες στον συγκεκριμένο τομέα βρίσκονται 30 χρόνια πίσω – λόγωι αρχόντων ηλιθίων, παλιανθρώπων καί αρχιλαμογιών.

Δεν φοβάται το 90% της ικανότητας των εχθρών του να του πάρουν την Πόλη, όσο φοβάται το 10% μιάς πιθανής (εβραίϊκης) προδοσίας.

Ωστόσο, κάπου μέσα του γνωρίζει καλά ότι την Πόλη θα την θα χάσει… Κι έτσι, πέταξε από πάνω του τα τελευταία ίχνη σοβαρότητας που έδειχνε (δεν έχει, δά, κανένα νόημα πιά), κι όρμησε στην τελευταία μάχη-μαϊμού.

Λεπτομέρεια: στις παντοιότροπες επιθέσεις του εναντίον των Ελλήνων, τον βοηθάνε οι «Γκρίζοι Λύκοι».

 

Β-ΠούτινΓεννήθηκε βόρεια της Πόλης, όπου θα γράψει ιστορία.

Η βιολογική καταγωγή του δεν είναι γνωστό αν έχει σχέση με το γένος των Ελλήνων. Πολλά γράφονται, ανεπιβεβαίωτα. Ο ίδιος ούτε τα επιβεβαιώνει, ούτε τα απορρίπτει. Το σίγουρο είναι πως θεωρείται Σλαύος. Πάντως, τους Έλληνες μας πάει (αν καί μας θεωρεί -με το δίκιο του- επιπόλαιους).

Μεγάλωσε μέσα στις μηχανορραφίες της Κά-Γκέ-Μπέ καί του κόμματος (ποιού κόμματος; «- Ιένα είν’ του Κουόμμα!», που είπε κάποτε -πέρα γιά πέρα Θεσσαλιστί– κι ο Χαρίλαος), από τις οποίες τελικά γλύτωσε. Ο ίδιος έγινε αρκετά ικανός μηχανορράφος, με εφαρμοσμένη νοοτροπία σκακιστή.

Θέλει να πάει νότια, γνωρίζοντας ότι θα κατακτήσει καί (όσο μπορεί) θα κρατήσει την Πόλη. Γνωρίζει ότι είναι προορισμένος να κλείσει μιά εποχή ολόκληρη. Ονειρεύεται κυριαρχία σ’ Ανατολή καί Δύση, Βορρά καί Νότο.

Αναμφισβήτα έξυπνος καί ικανός ηγεμόνας, με πολλά άλλα προσόντα. Χαρακτηριστικό του μειονέκτημα, πως την καλλιέπεια δεν την έχει σε πρώτη εκτίμηση.

Παρά ταύτα, τυγχάνει μάστορας στην τέχνη της διπλωματίας, η οποία δεν βοηθάει σε τίποτε …τους εχθρούς του.

Από μοντέρνα όπλα, δεν θέλει ν’ αγοράσει. Φτιάχνει μόνος του.

Αν δεν πάρει την Πόλη (είτε με ικανότητα, είτε με προδοσία), όλα δείχνουν πως απλώς θα λουστεί μιά μικρή χρονική αναβολή. Μικρή, μεγάλη, δεν έχει σημασία. Η Πόλη είναι «καταδικασμένη» πιά, να πάψει ν’ αποτελεί τμήμα της Τουρκίας.

Λεπτομέρεια: όπου βρεθεί επισήμως, πάντα συνοδεύεται από το οικόσημο των Παλαιολόγων:

σημαία-Προέδρου-Ρωσσίας

 

……………………………………………………………

 

Καί λοιπόν; Τί σημασία έχουν όλ’ αυτά;

Απλά, αναρωτήθηκα αν, μέσα στο ρεύμα του χρόνου, δυό ψυχές είναι επιφορτισμένες με δυό συγκεκριμένους ρόλους. Ξανά καί ξανά καί ξανά καί ξανά.

Κι αν όντως είναι;

Είναι το Μάτριξ ο υπέρτατος κυρίαρχος του κόσμου μας;

Κι αν όντως είναι;

Κι εν τέλει, το Μάτριξ είναι καλό (αφού στα σίγουρα μας συμφέρει το να ξαναπάρουμε -αμέσως ή εμμέσως- την Πόλη), κακό, ή ουδέτερο;

Είναι ωραίο να κουμαντάρει την ανθρωπότητα με χάντρες καί καθρεφτάκια; (Στην κυριολεξία! Διότι η χρονική περιοδικότητα των γεγονότων – οι χάντρες ενός νοητού κομπολογιού- συν οι αντιστροφές των συνθηκών -τα καθρεφτάκια– στις ζωές των τεσσάρων ανδρών που είδαμε, δίνουν καί παίρνουν.)

Κι αν όντως είναι έτσι;

Ειλικρινά, αγνοώ. Στο κάτω-κάτω, με τα πάντα προδιαγεγραμμένα εξ αρχής, το μέλλον παύει νά ‘χει την όποια ομορφιά. Άσε που, αν οι «μεγάλοι» είναι απλά πιόνια στο Κοσμικό Σκάκι, εμείς οι καθημερινοί άνθρωποι τί ελπίδες μπορούμε νά ‘χουμε;

Καί, τελικά, γυρνάμε γύρω-γύρω σ’ έναν μύλο, σα χάμστερς;

Δεν γνωρίζω.

Δεν γνωρίζω καλά-καλά αν οι συσχετισμοί που κάνω είναι λογικοί, ή ασυναρτησίες.

 

Μάλλον το ζεστό νερό του ντους, που έτρεχε πάνω μου χθες, παραήταν χαλαρωτικό!

 

Advertisements

Ένα φανταστικό σενάριο – 2

93 Σχόλια

(προηγούμενο)

arxigramma-Deltaεν είναι μονάχα τα ανόμοια, που έλκονται στη ζωή αυτή. Δεν είναι μονάχα -λέμε τώρα- ο σεβαστός γέρων καθηγητής, που γίνεται κορόϊδο στα χέρια του «Γαλάζιου Άγγελου». Ή ο πιτσιρικάς από καλό σπίτι, που θαυμάζει τον περιθωριακό παράνομο καί τον ακολουθεί πιστά. Ή… ή…

Είναι καί τα όμοια, που έλκονται.

Ο ευφυής μορφωμένος ποιόν αναζητά γιά παρέα; Μά, φυσικά, έναν άλλον ευφυή μορφωμένον.

Στα τριανταπέντε χιλιόμετρα μήκους της χερσονήσου του Άθω καί στα εννέα του σταθερού πλάτους της, οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες – έστω κι εξ όψεως. Οι δύο, λοιπόν, ευφυείς μορφωμένοι μοναχοί σύντομα γνωρίζονται καί κάνουν παρέα. Στενή παρέα. Συναποτελούν -ούτως ειπείν- τη ζωντανή εγκυκλοπαίδεια του χριστιανισμού, «ξεσκονίζοντας» με κάθε ευκαιρία τους πατέρες πάντες – από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή μέχρι τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, από τον Πέτρο τον Μογίλα μέχρι τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, κι από τον ιερό Αυγουστίνο μέχρι τον Θωμά τον Ακινάτη. Κι όχι μόνον. Το κάθε τί -κοινωνικό, πολιτικό…- περνάει από την εξεταστική των πραγμάτων ματιά τους, όποτε βρίσκονται μαζί.

Κι όχι μόνον – δίς. Ο πόρδος κερδίζει την αμέριστη εμπιστοσύνη του Πυριφλέγοντος. Κι οι μέρες περνάνε με πνευματικές αναζητήσεις…

…Μέχρι την -πρόωρη- αποκάλυψη του χειρογράφου σε δεύτερο ζευγάρι μάτια.

Ο πόρδος με τρομερή δυσκολία κρατιέται όρθιος καί ψύχραιμος μπροστά στο φοβερό κομματάκι του παπύρου. Κατορθώνει τελικά (αφού πέρασε το έντονο άμεσο κύμα λιποθυμίας) να μείνει σχετικά ατάραχος. Ή μάλλον, γιά να είμαστε ακριβείς, δείχνει τόση (ηθοποιΐστικη) ταραχή, όση του επιτρέπει η σκληρή εκπαίδευσή του.

(«- Ποιά ‘σκληρή εκπαίδευση’, ρέ Εργοδότη;»

«- Αυτή που περνάνε -στο συμπεριφέρεσθαι- όλοι οι ευγενείς της αγγλίτσας παιδιόθεν, γιά να πατάνε από κάτω τον λαό ως ενήλικες. Έχετε δεί ποτέ, ώ αφελείς, την κωλόγρια έστω να χαμογελάει; Ποτέ, έ; Καταλάβατε τώρα;»)

Ο πόρδος από μέσα του βλαστημάει (όσο μπορεί να βλαστημήσει ένας άγγλος, δηλαδή), που δεν κρατάει μία από εκείνες τις όμορφες μικροσκοπικές κατασκοπικές φωτογραφικές μηχανές. Ωστόσο, κι ενώ το μυαλό του δουλεύει πυρετωδώς στο σχέδιο της μελλοντικής αρπαγής του χειρογράφου, βρίσκει το κουράγιο να ψελλίσει δυό λόγια κατάλληλα.

«- Αδελφέ, μου επιτρέπεις ν’ αντιγράψω καναδυό ‘ανώδυνες’ προτάσεις στο σημειωματάριό μου, καί να στείλω το χαρτί στους δικούς μας επιστήμονες γι’ αξιολόγηση;»

Του επέτρεψε.

Ο πόρδος αντιγράφει σ’ ένα μπλοκάκι επακριβώς τα καλλιτεχνικά γράμματα μερικών λέξεων. Δεν γράφει κείμενο, αντιγράφει ζωγραφιά. Προσεκτικά. Γράφει καί μερικές σημειώσεις γιά τα χρώματα του παπύρου καί της μελάνης. Καί κάμποσο καιρό μετά, ήρθε η επιβεβαίωση με το ταχυδρομείο: γνήσιο, τρίτος αιώνας.

Από εκείνη τη στιγμή καί μετά, ο Πυριφλέγων (μιά που, δυστυχώς, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν άλλον γιά το χειρόγραφο καί ήταν βέβαιο πως δεν επρόκειτο να το κάνει) ξεκινούσε να συναντήσει σύντομα τον Κύριο καί Θεό του. Αλλά δεν το ήξερε.

 

Τον παλιό εκείνο τον καιρό, το να κλέψεις κάτι πολύτιμο από μοναστήρι, ήταν σχετικά εύκολο. Πήγαινε ο πονηρός «θρήσκος» τουρίστας κι άρπαζε ό,τι γούσταρε – μιά που όλα ήσαν εκτεθειμένα στα μάτια των επισκεπτών. Αργότερα, όμως, μεταπολεμικά, οι μοναχοί πονήρεψαν (καί καλά κάνανε), καί τα πολύτιμα τα βάζανε σε κρύπτες – που δεν τις έβλεπε ο ξένος της μιάς ημέρας. Ή καί της μιάς εβδομάδας.

Συνεπώς, τα μυστικά καί τα κρυμμένα τα ήξεραν μονάχα οι εκάστοτε φύλακες καλόγεροι, καί το να βρείς πού είναι αυτά καταχωνιασμένα, έπαιρνε χρόνια. Κι οι έμποροι κλεμμένων παλαιών εκκλησιαστικών ειδών, όλοι αυτοί οι διεθνείς «οίκοι δημοπρασιών» στεναχωρήθηκαν λίγο.

Αλλά η κατάθλιψή τους δεν κράτησε πολύ. Πονήρεψαν κι οι αρχαιοκάπηλοι, οπότε άρχισαν να στέλνουν στα μοναστήρια διάφορα αλάνια με το προσόν της πειστικής ηθοποιΐας, δήθεν ως υποψήφιους δόκιμους μοναχούς. Τα αλάνια περίμεναν χρόνια μέσα σε νηστεία καί προσευχή, μπορεί καί δέκα ή δεκαπέντε. (Η μέθοδος του Γέρου του Βουνού – αποτελεσματικότατη.) Αλλά -ως κίνητρο- κατά τη διάρκεια των καλογερικών τους χρόνων ο κρυφός τραπεζικός τους λογαριασμός αύξανε με …μισθό …παρ’ ανθρώποις – κι ο «παρά Θεώι μισθός» μπορούσε να περιμένει. Κι όταν μάθαιναν τις κρύπτες, τελείωνε η καλογερική ιδιότητά τους. Το ράσο τους άδειαζε – μαζί με το περιεχόμενο της κρύπτης.

Οι καλόγεροι πονήρεψαν περισσότερο. Έκρυψαν …τις κρύπτες, καί πλέον δεν μιλάνε ούτε στη δεκαετία απάνω. Κι έτσι, παρά το ότι η Πληροφορική ισχυρίζεται πως σε κάθε «κλειδί» σύντομα θα βρεθεί το «αντικλείδι», οι αρχαιοκάπηλοι μείναν με το …αντικλείδι στο χέρι, όσον αφορά τα φυλασσόμενα σε μοναστήρια παλαιά αντικείμενα.

Άσε που σήμερα οι μοναχοί χρησιμοποιούν όλες τις μοντέρνες τεχνολογικές ευκολίες. Τηλέφωνα, ασυρμάτους, ιντερνέτια… Έκλεψες, έστω καί λιβάνι απ’ το εκθετήριο; δεν θα φύγεις έτσι. Θα σε περιμένουν στο επόμενο λιμάνι, να σε τσακώσουν μεγαλοπρεπώς. Η πληροφορία είναι γρηγορότερη από σένα.

Μόνο το ψευτορωμαίΐκο έχει μείνει εκατό καί πλέον χρόνια πίσω, κι επιμένει να ελέγχει …προληπτικώς καί ομαδικώς τους σάκκους των επισκεπτών του Αγίου Όρους. Καί δεν διαθέτει ούτε κάν ανιχνευτικό μηχάνημα, όπως στα αεροδρόμια. (Δεν φταίω εγώ, που σε πρόσφατη επίσκεψή μου εκεί ο κρατικός υπάλληλος μύρισε τα άπλυτά μου καί κόντεψε να πάθει αποπληξία ο άνθρωπος.)

Τέλος πάντων, τον καιρό που οι δύο μοναχοί της ιστορίας μας συναντήθηκαν, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες γιά κλοπή. Όθεν, ο ψευτόπαπας περίμενε στην Αθήνα την ευκαιρία να ξαναπάει στο Όρος να κλέψει το χειρόγραφο, το οποίο μετά θα το εξαφάνιζε διά παντός (ή, έστω, έτσι νόμιζε) από το φώς του Ήλιου. Άλλως τε, ποιός θα τον υποψιαζόταν, αφού είχε φύγει;

 

Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Με τα σύννεφα του Β’ ΠΠ να πυκνώνουν στον ορίζοντα, στα κάπως σοβαρά κράτη (ή, τέλος πάντων, στα κράτη με κάπως σοβαρούς ηγέτες) άρχισαν οι προετοιμασίες. Η αγγλίτσα ήξερε πολύ καλά τί έρχεται (να μη σου πω το προετοίμαζε κιόλας), κι έτσι είχε μερικά υποβρύχια δικά της διαθέσιμα στην ανατολική Μεσόγειο. Φυσικά, χωρίς να γνωρίζει κανείς ότι ναυλοχούν εκεί, ή -έστω- τον πραγματικό σκοπό τους.

Τα Κατουνάκια, που ο ψευτόπαπας τα γνώριζε άριστα, προσεγγίζονται μιά χαρά με υποβρύχιο.

Κατουνάκια2

Έ; Τί; Πώς είπατε; «Παραλογίζομαι»;

Σοβαρά; Γιατί; Θα εμποδιστεί το οποιοδήποτε υποβρύχιο να προσεγγίσει ακτές σε ανοικτά ύδατα, τη στιγμή που τα Τουρκικά κόβουν βόλτες σε κλειστά ύδατα ανάμεσα στα νησιά μας; Αλλάξτε πλευρό, όταν κοιμάστε.

Το ενδιαφέρον του ψευτόπαπα επικεντρωνόταν στο πώς θα πάει στο Άγιο Όρος καί πώς θα επιστρέψει το δυνατόν συντομώτερο στην Αθήνα απαρατήρητος. Τα υπόλοιπα -ως προείπαμε- ήταν εύκολα. Μάλλον.

Η ολική απόσταση Ραφήνας-Αγ. Όρους είναι 315 χιλιόμετρα περίπου, καί με ταχύτητα υποβρυχίου κάπου 25 km/h (σε ημικατάδυση), μας κάνει 13 ώρες. Βάλε καί τις ώρες που θα περπατάει ο ψευτόπαπας με τη συνοδεία του, ώσπου να φτάσει στο κελλί του Πυριφλέγοντος, μας κάνει συνολικά 18-20 ώρες στη χειρότερη περίπτωση. Χμμμ… Τότε, ή ξεκινάνε πρωΐ από Ραφήνα, ώστε να φτάσουν ξημερώματα στον προορισμό τους (πριν τον όρθρο), ή -ακόμη καλύτερα- παρατείνουν τον σχεδιασμό του ταξιδιού στις 24 ώρες, ώστε να φύγουν ξημερώματα (απαρατήρητοι στο σκοτάδι) καί να φτάσουν ακριβώς ίδια ώρα ξημερώματα (παρομοίως με σκοτάδια κτλ).

Συν η επιστροφή, δύο μέρες. Μιά οποιαδήποτε πρόφαση διήμερης απουσίας ήταν εύκολο να βρεθεί.

Όπως ήταν εύκολο να βρεθούν καί τρείς γεροδεμένοι ναύτες του υποβρυχίου, μαχαιροβγάλτες, που γιά την περίσταση θα φορούσαν ράσα. Οι απανταχού της Γής προπολεμικοί υποβρυχιατζήδες εξαπανέκαθεν ήταν χύμα: ψιλοάπλυτοι, ταλαιπωρημένοι, με γενειάδες κτλ, άρα ένα ράσο εύκολα θα τους μετέτρεπε σε πειστικής εμφάνισης μοναχούς. Ενώ το σκοτάδι θα έκρυβε τα πρόσωπα.

Κανονική πολεμική επιχείρηση, δηλαδή. Κύριοι, συγχρονίστε τα ρολόγια σας!

 

Αφού προσέγγισαν όσο γινόταν πιό κοντά στην ακτή, έβγαλαν τη λέμβο. Τέσσερεις ψευτορασοφόροι στα κουπιά. Οπλισμένοι – καί δεν εννοώ με πνευματικά όπλα κατά του Οξαποδώ. Διέφυγαν την προσοχή των τυχόν ψαράδων στα νερά του Όρους (καί ποιός να πάει γιά ψάρεμα χειμώνα με κακοκαιρία; ), καί στην ακτή ο ένας τους έκατσε δίπλα στη λέμβο γιά τσίλιες.

Διέσχισαν οι λοιποί τρείς τα μονοπάτια του Όρους μέσα στο κατασκόταδο, χωρίς προβλήματα καί άσχημα απρόοπτα. Γιά την καταδρομική τους επιχείρηση, είχαν διαλέξει νύχτα με νέο φεγγάρι. Να μην έχει φώς. Στο πάλαι ποτέ περιβόλι της Αρτέμιδος, τρείς αλλοδαποί δολοφόνοι (ως άλλοι Θάγκς πιστοί της Κάλι) ετοίμαζαν απάνω στη χάση του φεγγαριού χτύπημα της Τοξοβόλου Εκάτης… (Αν υποθέταμε καί μιά τελετουργική χροιά στη βρωμιά τους, θα πέφταμε έξω; Δεν νομίζω.)

Ο Πυριφλέγων πιάστηκε στον ύπνο – στην κυριολεξία. Τα μάτια του, πριν παραδώσει την ψυχή του στον Θεό, αντίκρυσαν στιγμιαία τον «αδελφό» ψευτομοναχό – κι αμέσως μετά βασίλεψαν με μιά έκφραση απορίας καί πικρίας.

Βρέθηκε «πνιγμένος», λένε οι συγγενείς του. Προφανώς τα θηρία του έσφιξαν τον λαιμό μέχρι πνιγμού. Δεν έπρεπε να χυθεί αίμα, ή ν’ ακουστεί η φωνή του.

Η κρύπτη άνοιξε προσεκτικά, κι έκλεισε επίσης προσεκτικά – αλλά χωρίς το περιεχόμενό της πιά. Οι έρευνες των επομένων ημερών βρήκαν το κελλί απείραχτο.

Το χειρόγραφο έκτοτε είναι κλεισμένο σε κάποιο τριπλασφαλισμένο χρηματοκιβώτιο της αγγλίτσας, καί μακριά από «αδιάκριτα» μάτια – καί δή, Ελλήνων. Ή στη βιβλιοθήκη θα βρίσκεται, όπου υπηρετούσε ο πόρδος τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ή σε κάποια «υπερεσία». (Λες κι έχει σημασία…)

 

Επίμετρο

Αλήθεια, τί έγραφε αυτό το κομματάκι παπύρου, ώστε να χρειαστεί να σκοτώσει κανείς, γιά να μη μαθευτεί το περιεχόμενό του;

Σαφώς περιείχε πολύ «καυτή» πληροφορία. Τέτοια, που μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο, γκρεμίζοντας με πελώριο πάταγο τις παλιές αντιλήψεις.

Κατά τη γνώμη μου, επρόκειτο γιά το απόσπασμα, που έγινε διάσημο εσχάτως ανά τα ιντερνέτια. Το: «Ελλάς γάρ μόνη ανθρωπογεννεί…» (κτλ). Γνωστή ιστορία σε όσους ασχολείστε: πήγαν, λέει, κάτι Έλληνες να δουν τον Χριστό. Ο οποίος ενθουσιάστηκε, διότι επιτέλους αναγνωριζόταν το έργο Του από το μόνο πραγματικά πολιτισμένο έθνος τη εποχής εκείνης – τους Έλληνες.

Γιά να διαβάσετε το πλήρες απόσπασμα, αλλά καί να πάρετε μιά ιδέα από τις υφιστάμενες τελείως διαφορετικές απόψεις περί αυτού: σύνδεσμος 1, σύνδεσμος 2.

Η αλήθεια είναι πως πολλοί θεωρούν το απόσπασμα αυτό πλαστό καί ανάξιο λόγου, ο δε καυγάς ανά το εγχώριο Διαδίκτυο (με ειρωνείες καί διάφορα κοσμητικά επίθετα εκατέρωθεν) καλά κρατεί. Ακόμη κι αν είναι γνήσιο, όμως, πάλι μειονεκτεί… Εφ’ όσον -αναφέρεται πως- το ανακάλυψε ο Πρόκος, τον οποίο έκανε φίρμα ο μακαρίτης Φουκαράκης, ο καλόπιστος αναγνώστης παίρνει ανάποδες, καί το θεωρεί ένα ακόμη νοητικό σκουπίδι, σαν τους (επίσης εφευρεθέντες υπό Φουκαράκη) Ψίψιλον. Όθεν, αφού οι Ψίψιλον απεδείχθησαν χοντρή απάτη, τότε Φουκαράκηδες, Γκιόλβες, Λευκοφρύδηδες, Πρόκοι-Κατσαπρόκοι, καί δήθεν λογοκριμμένα αποσπάσματα Ευαγγελίων παίρνουν αβλεπί την άγουσα γιά τον σκουπιδοντενεκέ. (Βάλε καί κάτι πρόσφατες φήμες περί δημιουργίας τέτοιων …σαλατών από άτομα με …ποδίτσες …σαλατομαγειρικής, καί το γλυκό ήρθε κι έδεσε! 🙂 )

Αλλά, προσέξτε! Μπορεί ο «ξύπνιος» ή ο τσατισμένος αναγνώστης να πετύχει τρίποντο στον κάδο σκουπιδιών του Δήμου, πλην όμως αυτό δεν είναι ούτε δωρεάν, ούτε ανώδυνο. Εν προκειμένωι, το τσουχτερό αντίτιμο που πληρώνει ο θυμός μας (ή η αφ’ υψηλού αντιμετώπισή μας) είναι το οριστικό «κάψιμο» κάθε καλής (δηλ. αληθινής / χρήσιμης / χρηστικής) πληροφορίας.

«- Ωραία, ρέ Εργοδότη! Συμφωνούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως το απόσπασμα είναι γνήσιο. Καί ποιά είναι εδώ η καλή πληροφορία;»

Θ’ απαντήσω με ερώτηση:

Λέτε να έγραψα τόσο κατεβατό (καί δή, με μυθιστορηματική σάλτσα), γιά να σας πω πράγματα που ήδη γνωρίζετε; Να παπαγαλίσω με καθυστέρηση κουβέντες που ήδη μπαγιάτεψαν στο Διαδίκτυο;

Όχι, έ;

Καί πού βρίσκεται, λοιπόν, η καλή πληροφορία;

 

Ένα από τα πολλά (καί παμπάλαια) κόλπα «αυτών», είναι το κολόβωμα της πληροφορίας. Δηλ. το σπάσιμό της σε κομμάτια, εκ των οποίων κάποια αποκρύπτονται. Έτσι ώστε, όταν εσύ διαβάζεις την πληροφορία ανολοκλήρωτη, ν’ αναρωτιέσαι τί ανοησίες διαβάζεις καί γιατί χάνεις τον χρόνο σου σε βλακείες.

Φερ’ ειπείν, μαθαίνεις στις ειδήσεις πως κάποιος αθλητής έσπασε το ρεκόρ του άλματος εις ύψος, πηδώντας 2.80 μέτρα. Εάν είσαι σχετικός με τα αθλήματα, σίγουρα θα «στολίσεις» καταλλήλως τους δημοσιογράφους που γράφουν τέτοιες αηδίες καί θεωρούν το αναγνωστικό τους κοινό καταντίπ ηλίθιο. Όμως, αν ο δημοσιογράφος στη βιασύνη του ξέχασε να γράψει το υπόλοιπο της είδησης, ότι δηλαδή ο αθλητής πήδησε 2.80 μέτρα ύψος, δοκιμάζοντας -γιά χάρη της εταιρείας που το κατασκεύασε- το νέο πρόσθετο σούπερ-ντούπερ υποβοήθημα ποδιών γιά άτομα με αναπηρία, τότε έχεις απαξιώσει μιά όντως καλή πληροφορία.

Δυστυχώς, στη δημοσίευση… γιά να είμαστε ακριβείς, στη λογοκρισία / κολόβωση / απόκρυψη ειδήσεων γιά την έρευνα στο Παράξενο, δεν υπάρχει αφηρημάδα. Όπως δεν υπάρχουν καλές προθέσεις. Υπάρχει σκοπιμότητα. Σκοπιμότητα κακή καί μαύρη: είτε ν’ αποβλακωθούν όσα άτομα εκτός κυκλωμάτων ψάχνουν τέτοια πράγματα, είτε να θυμώσουν καί να τα παρατήσουν, πετώντας τις όποιες καλές πληροφορίες στη χωματερή.

Αν δεν βλέπετε τη σκοπιμότητα εδώ, στις ειδήσεις γιά το συγκεκριμένο απόσπασμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, θα σας θυμίσω αυτό που λέω πολλές φορές (καί στον εαυτό μου), πως όλα βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας… αρκεί να συμμαζέψουμε το μυαλό μας καί να τα δούμε καθαρά.

Λοιπόν; Τίιιι υποψιάζεστε;

Θα σας το δώσω έτοιμο: το απόσπασμα αυτό είναι κι αυτό με τη σειρά του κολοβωμένο!

Πού; Πώς;

Ρέ σείς!… Τί «τινές» Έλληνες (διαβάστε το απόσπασμα) ήταν αυτοί, που πήγαν να δουν τον Χριστό; Μανάβηδες ήταν; μπακάληδες; χασάπηδες; μαυραγορίτες; οδηγοί βοϊδάμαξας; περίεργοι χασομέρηδες; ιδιοκτήτες μπαρμπουτιέρας; Ποιός Έλληνας θα έχανε τον χρόνο του γιά να πάει ν’ ακούσει κάποιον μυστήριο αλλοπαρμένο εβραίο ( ; ) να ρητορεύει; Καί γιατί θα έκανε κάτι τέτοιο;

Τί ακριβώς μας αποκρύπτει αυτό το «τινές»; Υποψιαστήκατε, ή ακόμη; Καί γιατί ο Χριστός κατενθουσιάστηκε με την άφιξή των «τινών» Ελλήνων, καί δεν συνέχισε το κήρυγμα έτσι απλά, σα να μην έτρεχε τίποτε; Δεν είχε ξαναδεί Έλληνες, ή δεν υπήρχαν θέσεις γιά προσφάτως αφιχθέντες ακροατές; Λοιπόν, αγάπες μου, στα ίσα:

Αυτοί οι πρόγονοί μας ήσαν ιερείς!!!

Καί υποθέτω βάσιμα πως αποτελούσαν αντιπροσωπεία από μαντεία (Δελφούς, κτλ) καί ναούς ανά την Ελλάδα καί τον Ελληνικό κόσμο. Κι ο σκοπός τους; να διαπιστώσουν ότι πράγματι οι προβλέψεις κι εκτιμήσεις τους γιά τον νέο θρησκευτικό ηγέτη της Ελλάδας των επομένων αιώνων ήταν σωστές. Δεν είπαμε ότι τα αρχαία μας ιερατεία τον περίμεναν τον Χριστό;

Αυτά ακριβώς έγραφε το κομμάτι του παπύρου.

 

Φυσικά, εννοείται πως τέτοιες συναντήσεις δεν γίνονται στα κουτουρού. Προηγείται συστηματική μυστική αλληλογραφία. Πράγμα που σημαίνει ότι το δικό μας ιερατείο όχι μόνον περίμενε τον Χριστό, αλλά στα της θρησκείας των Ελλήνων ουσιαστικά υλοποίησε πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής. Καί δή, κατευθείαν με τον Αναμενόμενο!

Με τη σειρά τους, αυτά όλα συνεπάγονται πως υπήρχε (καί λογικά ακόμη υπάρχει) η καθαρά Ελληνική ιερατική εκδοχή της ιστορίας του Χριστού, κομμάτια της οποίας πήραν τον δρόμο γιά τα γνωστά Ευαγγέλια. Ίσως κάποια μέρα διαβάσουμε το πλήρες κείμενο της συγκεκριμένης αφήγησης… το οποίο προσώρας υποθέτω πως φυλάσσεται άριστα από ερπετά τύπου πόρδου ψευτόπαπα.

Τούτων ειπωθέντων, καί με βέβαιο το συμπέρασμα ότι η Ορθοδοξία είναι αδιάσπαστη συνέχεια της προαιώνιας θρησκείας των Ελλήνων, περιμένω να δω ποιός θα τολμήσει να εισάγει καινά δαιμόνια στη Σύνοδο των Χανίων, χωρίς να θέσει εαυτόν εκτός Ορθοδοξίας οριστικώς καί αμετακλήτως.

Ελλάς γάρ μόνη Θεανθρωπογεννεί.

 

ΤΕΛΟΣ

 

Υγ 1: «- Ρέ Εργοδότη, τί αρχαίες θρησκείες κι Ορθοδοξίες μας τσαμπουνάς αυτού; αφού όσα έγραψες είναι καθαρά φανταστικά!»

Καμμία αντίρρηση γιά τα περί φαντασίας! Άλλως τε, σας προειδοποίησα εξ αρχής.

Αλλά καί η Συμπαντική τιμωρία όλων ανεξαιρέτως των εχθρών της Ελλάδας (κι όχι μονάχα της αγγλίτσας) …φανταστική θα είναι! 😉

Υγ 2: Μιά παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία, που εσχάτως ξεπήδησε από κάποιο συρτάρι… Κι ένα βλέμμα αυστηρό, καθαρό, που σε κοιτάζει κατευθείαν μέσα σου… Πώς μπορούσα να πω «όχι» στο σιωπηλό αίτημα ενός καλού ανθρώπου;

Ελπίζω ν’ απέδωσα έστω καί λίγη δικαιοσύνη.

Εις μνήμην.

 

Ένα φανταστικό σενάριο – 1

17 Σχόλια

Αφιερώνεται στην επερχόμενη
«Πανορθόδοξη» Σύνοδο στα Χανιά
(Αν καί πολύ αμφιβάλλω αν θα της αρέσει το «δώρο»)

 

arxigramma-Thα μπορούσα να βάλω έναν τρομερά πιασάρικο τίτλο, φερ’ ειπείν «Έγκλημα στο Άγιο Όρος» – καί να χτυπήσω ταβάνι στα «hits» του ιστολογίου. (Καί να μου ανοίξει καρριέρα περιζήτητου συγγραφέως! Ή, ίσως, άμα γνώριζα τον Σπήλμπεργκ, σεναριογράφου – καί να τα κονόμαγα.) Όμως, ουδόλως επιθυμώ τέτοια πράγματα.

Η υπόθεση, γιά την οποία θα μιλήσω, είναι σοβαρή όσο δεν πάει άλλο. Πλην όμως, θεωρήστε το ακόλουθο κείμενο ως απαύγασμα της φοβερής καί τρομερής φαντασίας μου.

 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα χρόνια πρό του Β’ ΠΠ.

Έστω, λοιπόν, ότι εκείνη την εποχή στο Άγιο Όρος μονάζει ο μοναχός Πυριφλέγων. (Το πρόσωπο είναι υπαρκτό.) Τί; Δεν γίνεται να δώσουν τέτοιο όνομα σε μοναχό; δε βαρυέσαι… μυθιστόρημα γράφω, κι αυτό ακριβώς το όνομα δίνω στον ήρωά μου! Άλλως τε, το -γιά παράδειγμα- «Παφνούτιος» δεν θα μου άρεσε.

Ο μοναχός μας, εκτός από ειλικρινής θρήσκος, καλός πατριώτης καί καλός χαρακτήρας, είναι ευφυές άτομο καί πολύ μορφωμένος. Έτσι, δεν αργεί ν’ αναλάβει θέση γραμματέα καί αντιπροσώπου της μονής του. Τα χρόνια περνάνε, κι όλα πάνε καλά στη ζωή του – στον μοναστικό βίο, που επέλεξε.

Εκτός από τη μέρα που πεθαίνει.

Όταν κάποιοι άλλοι μοναχοί ανακαλύπτουν το πτώμα του, το μακάβριο εύρημα κραυγάζει απ’ την πρώτη στιγμή: δολοφονία! Ωστόσο, οι συγγενείς του, απλοί κι απλοϊκοί άνθρωποι του μόχθου της εποχής εκείνης, δεν σκαλίζουν την υπόθεση περισσότερο. Δεν συμβουλεύονται δικηγόρο, δεν συνεχίζουν ποινική δίωξη (κι εναντίον ποιανού, αλήθεια; ), καί δεν τους περνάει κάν από το μυαλό να ζητήσουν αντίγραφο των αστυνομικών πρακτικών. Αλλά καί το προπολεμικό αστυνομικό τμήμα του Όρους, τί να σου κάνει; Τί μπορεί να κάνει; Άγνωστος ο ένοχος (ή οι ένοχοι), μάρτυρες δεν υπάρχουν, με τη λογική κανείς δεν μπορεί ν’ αποδώσει οποιοδήποτε κίνητρο στον οποιονδήποτε, κι η υπόθεση σύντομα μπαίνει στο αρχείο.

Μόνο η φράση: «- Τον δολοφόνησαν!» παραμένει ως παρακαταθήκη μνήμης στους απογόνους της πατρικής του οικογένειας, γιά δεκαετίες μετά.

Καί μιά φωτογραφία του.

 

Λίγα χρόνια πριν τη δολοφονία του Πυριφλέγοντος, καταφθάνει επίσης να μονάσει στο Άγιο Όρος μία -στην κυριολεξία- θρυλική φιγούρα. (Θρυλική; Ναί. Με θρύλο επιπέδου καί ποιότητας Τζέημς Μπόντ.) Είναι ο (ψευτο-)μοναχός Δημήτριος, ο μετέπειτα διαβόητος (ψευτο-)«παπα-Δημήτρης». Καί ο πιό πριν γεννηθείς ως ο άγγλος πόρδος Μπάλφουρ. (Υπαρκτό πρόσωπο κι αυτός.)

(Περί του βίου καί της πολιτείας του συγκεκριμένου πόρδου – καί όλως ενδεικτικώς: σύνδεσμος 1, σύνδεσμος 2, σύνδεσμος 3, σύνδεσμος 4, σύνδεσμος 5.)

Συνοπτικώς, ο πόρδος Μπάλφουρ είναι φιλομαθής παιδιόθεν – καί σύντομα γίνεται ευρυμαθής. (Δεν είχε, άλλως τε, το ζόρι να βρεί δουλειά γιά να βγάλει τα προς το ζήν. Γι’ αυτό είχε την άνεση να το ρίξει στο διάβασμα.) Μιλάει σχεδόν άψογα αρκετές γλώσσες, μεταξύ αυτών καί τα Ελληνικά. Έχει πολλά ενδιαφέροντα, μεταξύ αυτών καί θρησκευτικά. Οι οποίες ακριβώς θρησκευτικές αναζητήσεις του τον οδηγούν να γίνει καθολικός μοναχός.

Μονάζει σ’ ένα καθολικό μοναστήρι του Βελγίου, το οποίο είναι επιφορτισμένο από το Βατικανό (καί εξειδικευμένο στο) να ψάχνει το θέμα του «διαλόγου» με τους Ορθοδόξους – με τελικό σκοπό την ένωση των Εκκλησιών. (Είδατε; Δεν είναι σημερινή δουλειά ο «διάλογος» κτλ. Βέβαια, γιά όποιον ξέρει Ιστορία, ο «διάλογος» δεν είναι κάν υπόθεση του 20ου αιώνα – αλλά βλέπετε πως όλους αυτούς τους αιώνες, από τον Φώτιο τον Μέγα του Α’ Σχίσματος μέχρι τις μέρες μας, δεν έπαψε ποτέ.)

Τώρα, θα με ρωτήσεις, γιατί έγινε καθολικός μοναχός; Πολύ απλά, επειδή η μητρική του θρησκεία, το αγγλικανικό δόγμα, είναι ουσιαστικά καθολικό δόγμα. Με την εξαίρεση του ότι επιτρέπει άπειρους γάμους… μετά από άπειρα διαζύγια, χάρη στο πείσμα του Ερρίκου Η’. (Ενώ οι ορίτζιναλ καθολικοί παλιά δεν επέτρεπαν κανένα διαζύγιο.)

Τέλος πάντων, ο λεβέντης πόρδος κάποια στιγμή -υποτίθεται πως- συγκινείται απ’ την Οθοδοξία (απ’ αυτά που διάβαζε, γιά να είναι έτοιμος γιά τον «διάλογο»), καί ζητάει να γίνει ορθόδοξος μοναχός. Πράγμα που επιτυγχάνει μέσωι εξορίστων Ρώσσων ιερέων. (Μην ξεχνάτε, μιλάμε πάντα γιά τα προ του Β’ ΠΠ χρόνια, όπου η Ρωσσία έγινε ΕΣΣΔ, κι ο ορθόδοξος κλήρος ήταν υπό απηνή διωγμό απ’ τους -δήθεν «άθεους»- οβραίους μπολσεβίκους.) Ως ορθόδοξος μοναχός, λοιπόν, έρχεται στο Άγιο Όρος στις 14 Αυγούστου 1934 (αν δεν κάνω λάθος), καί μονάζει στα Κατουνάκια.

Κατουνάκια

Η περιοχή αυτή βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της χερσονήσου του Άθω, καί είναι άγρια κι έρημη από κόσμο. Επιτροχάδην, θα λέγαμε πως στο νότιο άκρο του Άθω υπάρχουν ερημίτες ασκητές που ζουν σε σπηλιές – ενώ αντιθέτως οι μονές βρίσκονται συγκεντρωμένες πιό βόρεια, καί στις δύο πλευρές της χερσονήσου (ανατολική-δυτική). (Μερικές μονές βρίσκονται στην ενδοχώρα, αλλά πιό βόρεια κι αυτές.)

Συγκρατήστε τα γεωγραφικά αυτά στοιχεία γιά παρακάτω.

 

Ο «μοναχός» Δημήτριος, στο μεταξύ χειροτονηθείς ιερέας, φαίνεται πως μέσα σε μιά διετία έκρινε ότι εισέπραξε αρκετή δόση Αγίου Πνεύματος (προφανώς δεν άντεχε περισσότερη), καί σηκώθηκε κι έφυγε. Το 1936 τον βρίσκει εφημέριο του μικρού παρεκκλησιού του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στο Κολωνάκι. Ο λεβέντης μας, λοιπόν, με την τρομερή του μόρφωση άρχισε να έλκει την «καλή κοινωνία» των προπολεμικών Αθηνών, ώσπου έφτασε να γίνει εξομολόγος της βασιλικής οικογενείας!!!

Κι όλα κυλούσαν ρολόϊ, ώσπου μιά μέρα (λίγο πριν μπουκάρουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα) ο γλυκομίλητος «παπα-Δημήτρης» απλούστατα δεν πήγε στον ναό του. Κι όχι μόνον αυτό: όταν τον αναζήτησαν, δεν βρισκόταν πουθενά. Άνοιξε η Γή καί τον κατάπιε! Αργότερα, όμως, τον βρίσκουμε στο Κάϊρο ν’ ανακατεύει τα ημεδαπά πολιτικά ανδρείκελλα (Παπανδρέηδες καί λοιπούς), κι ακόμη αργότερα -μετά τη λήξη του πολέμου- τον βρίσκουμε ξανά στην Αθήνα ως ένστολο ταγματάρχη της αγγλίτσας (σαφώς με ξυρισμένη την ιερατική του γενειάδα) κι ακόλουθο της πρεσβείας της.

Στο μεταξύ, λέει, στη Μέση Ανατολή είχε ξανά μεταμφιεστεί καί παρίστανε τον μωαμεθανό χότζα!!!

Τέλος πάντων, κι ενώ ανακατευόταν πάλι με την εγχώρια -τρομάρα της- «άρχουσα τάξη» (λέγεται πως διόρισε ως -αγγλόφιλο- αντιβασιλέα τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, θείο, ως λέγεται, του σημερινού αρχιεπισκόπου…), κι ενώ είχε πολύ περιορισμένες κοινωνικές επαφές (διότι φυλαγόταν να μην τον αναγνωρίσουν οι προπολεμικοί γνωστοί του), κάποια στιγμή ο λαός τον αναγνώρισε καί τον πήρε με τις πέτρες! Καί, σκεφθείτε: ήταν τόσο μεγάλη η οργή του κόσμου, που αυτός ο βρωμιάρης του περιέπαιξε τα όσια καί τα ιερά, που μεσούσης (στην Ελλάδα) κάργα αγγλοκρατίας, η αγγλίτσα έριξε τα μούτρα της κι αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει – κι ο ερίφης δεν ξαναπάτησε εδώ.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, ο πόρδος έφαγε κι άλλο κλύσμα Ελληνικής προελεύσεως. Συγκεκριμένα, τον έπιασε -δήθεν- ο πόνος να ξαναγίνει ορθόδοξος ιερέας, κι έγραψε ένα κλαμμένο γράμμα στον (δικό μας) ορθόδοξο μητροπολίτη Λονδίνου. Δήθεν-τάχαμ μετανόησε ειλικρινά γιά τα καμώματά του, καί λοιπά κροκοδείλια.

Αλλά ο δέσποτας δε μάσησε. Αντιθέτως, τού ‘σκασε μιά φοβερή τρίπλα! (Καί μπράβο του!) Του απάντησε ότι δεν ανακατεύεται με τα εσωτερικά της αδελφής Ρωσσικής Εκκλησίας, κι ότι, αν θέλει ο πόρδος να ξαναγίνει ορθόδοξος ιερέας, πρέπει να πάει στους Ρώσσους καί να ζητήσει συγνώμη από εκείνους. Πράγμα, βεβαίως, που δεν έγινε ποτέ, διότι ήταν αδύνατον ο «Μουστάκιας» (του οποίου οι σχέσεις με τον πατριάρχη Μόσχας ήταν -μετά το 1943- άριστες, καί του οποίου το άγρυπνο μάτι παρακολουθούσε τα πάντα) να επιτρέψει εν γνώσει του επανεισδοχή στους κόλπους του Ρωσσικού Πατριαρχείου άγγλου πράκτορα με πιστοποιητικό ISO. Φυσικά, ο πόρδος τά ‘ξερε αυτά, καί δεν έκανε κάν τον κόπο να πάει να ξαναβρεί τους Ρώσσους.

Κι έτσι, μετά από αρκετά χρόνια, ο πόρδος πέθανε με τον καημό ( ; ).

Στο μεταξύ, λέγεται πως δολοφόνησε τον Μεταξά. Μιά λιγώτερο βάσιμη παρόμοια φήμη είναι πως δολοφόνησε καί τον Κορυζή. Εν πάσει περιπτώσει, ένοχος ή μη ο πόρδος, ο (ναζιστικός) ραδιοφωνικός σταθμός Βερολίνου -κι ενώ η Αθήνα είχε ήδη καταληφθεί απ’ τα Γερμανογούρουνα- μετέδωσε ένα καυστικό σχόλιο γιά την αυτοκτονία ( ; ) Κορυζή, λέγοντας πως αυτή επετεύχθη με …δύο σφαίρες. Δείγμα πως οι Γερμανοί πράκτορες στην Αθήνα, αν καί υπό περιορισμό (κατά τη διάρκεια του πολέμου μας με τους Ιταλούς), ήσαν ενήμεροι γιά τα καμώματα των άγγλων συναδέλφων τους.

 

Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειώσουμε ότι στην αγγλίτσα: βασιλική οικογένεια, ευγενείς, κλήρος, καθηγητές πανεπιστημίων, στρατιωτικοί / κατάσκοποι / διπλωμάτες, δεν έχουν διακριτούς ρόλους. Ο καθένας από δαύτους μπορεί να είναι καί ο,τιδήποτε απ’ τα υπόλοιπα. Καί όλοι τους ανεξαιρέτως τυγχάνουν μασώνοι.

Καί όλοι τους, μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (που στην αγγλίτσα εισέβαλαν διάφοροι -τριτοκοσμικοί καί μή- … «επενδυτές»), μοιραζόντουσαν όλον τον παρά.

Σοφό σύστημα αυτό, διότι ο (χορτάτος) πλούσιος δεν εξαγοράζεται. (Καμμία σχέση με κάτι δικά μας διπλωματικά τσόλια, πρώην φτωχόπαιδα, που πουλάνε Ελληνικά διαβατήρια καί πιστοποιητικά ιθαγένειας στον κάθε δολοφόνο, έναντι ικανού μπαχτσισίου. Πώς, νομίζετε, μας κουβαλήθηκε εδώ ολόκληρη η μαφία των Παρακασπίων χωρών -Γεωργίας, κτλ- δήθεν ως «ομογενείς»; ) Αντιθέτως, ο (χορτάτος) πλούσιος θα κάνει τα πάντα γιά την πατρίδα του – στην οποία, μάλιστα, είναι εξουσία καί περνάει μπέϊκα. (Άρα, μαλάκας είναι να χαλάσει αυτό το απολύτως τακτοποιημένο status quo; Κανένα συμφέρον δεν έχει προς τούτο!)

Η μόνη περίοδος, που αυτό το σύστημα δεν δούλεψε (καί η αιτία ήταν ο …ρομαντισμός), ήταν η εικοσαετία 1935-1955, όπου οι λεγόμενοι «πυρηνικοί κατάσκοποι» (Φίλμπυ καί λοιποί) παρέδιδαν τα πυρηνικά μυστικά της αγγλίτσας στην ΕΣΣΔ. Αυτοί είχαν όλες τις προδιαγραφές που αναφέραμε, αλλά έβλεπαν το κομμουνιστικό καθεστώς με ρομαντικό βλέμμα, ως τον παράδεισο της μελλοντικής ανθρωπότητας. Γι’ αυτό καί πρόδωσαν πρόθυμα. (Δεν το έκαναν γιά το χρήμα, ή άλλες αιτίες που παρακινούν τους κοινούς θνητούς.)

Τα παραπάνω τα είπαμε, γιά να καταλάβετε το γιατί ο «παπα-Δημήτρης», φερόμενος απολύτως φυσιολογικά καί ως κατάσκοπος, δολοφόνησε ανθρώπους χωρίς κάν να το σκεφτεί – καί τελείως άσχετα με το ποιά κοσμοθεωρία (εννοώ την Ορθοδοξία) «φορούσε» εκείνη την εποχή.

 

Ξαναγυρίζουμε πίσω στο Άγιο Όρος, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930.

Ο «γέροντας» του Πυριφλέγοντος αισθάνεται πως έφτασε το τέλος του. (Γιά όσους-ες δεν γνωρίζουν, στα μοναστήρια έχουμε τον «γέροντα» καί τον «υποτακτικό». Όταν πεθάνει ο πρώτος, «γέροντας» γίνεται ο δεύτερος, καί «υποτακτικός» κάποιος νεώτερος μοναχός.) Επειδή συμπαθεί τον νέο μοναχό, αλλά κι επειδή αυτός πέρασε με άριστα από τις -άτυπες καί άρρητες- «εξετάσεις» του γέροντα, του εκμυστηρεύεται (στην κυριολεξία!) ένα μυστικό: κάπου, σε μιά κρύπτη, που μέχρι τώρα την ήξερε μονάχα ο γέροντας, υπάρχει φυλαγμένο ένα παμπάλαιο χειρόγραφο. Ένα κομμάτι παπύρου, κομμένο από Ευαγγέλιο.

Από τον πρώτο γραφέα του παπύρου καί τον πρώτο γέροντα μέχρι σήμερα, σε αδιάσπαστη αλυσίδα διαδοχής αιώνων, το μυστικό περίμενε κάθε φορά τον τυχερό (καί μοναδικό) αναγνώστη του. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα ο Πυριφλέγων να γίνει ο επόμενος φύλακας του μυστικού.

Τώρα, θα μου πεις… Ευαγγέλιο σε μοναστήρι; Χαρά στο μυστικό! Σα να λέμε «χιονισμένα βουνά» στη Νορβηγία!

Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο ετοιμοθάνατος γέροντας, αν καί δεν έχει τη μόρφωση του Πυριφλέγοντος, κατάλαβε πολύ καλά το τί δυναμίτιδα περιείχε ο πάπυρος. «- Τον πάπυρο καί τα μάτια σου!», ορμηνεύει τον Πυριφλέγοντα. Μόνο που, ενώ του έδειξε την κρύπτη, του ζητάει να μη διαβάσει τον πάπυρο, παρά μόνο μετά την κηδεία. Μεταβιβάζει ο γέρων στον Θεό τον Ύψιστο τις ευθύνες της πνευματικής καί ηθικής διαύγειας του διαδόχου του. Θέλει να πεθάνει ήσυχος.

Ο Πυριφλέγων δεν βιάζεται. Περνάει η κηδεία του γέροντα, περνάνε οι μέρες, περνάνε καί τα μνημόσυνα. Ώσπου μιά μέρα ο Πυριφλέγων, μετά από προσευχή, αισθάνεται έτοιμος.

Αυτό που διαβάζει στον πάπυρο, κοντεύει να τον αφήσει στον τόπο. Ωστόσο, ο μοναχός διατηρεί την ψυχραιμία του. Ξανατακτοποιεί προσεκτικά το χειρόγραφο στην ασφαλή κρύπτη. Τώρα, ο αγώνας που ανοίγεται μπροστά του είναι διπλός: να βεβαιωθεί γιά την γνησιότητα του χειρογράφου, καί -στο επόμενο βήμα- να βγάλει το περιεχόμενο προς τα έξω, γιά να γίνει κοινό κτήμα. Το Φώς «…ού τιθέασι υπό τον μόδιον.»

 

Η γνησιότητα του χειρογράφου… Ναί, μπορεί να βεβαιωθεί. Με τη γραμματοσειρά καί την ποιότητα του παπύρου. Εποχή καί εργαστήριο αντιγραφής πιστοποιούνται σχεδόν με βεβαιότητα. Στον εικοστό αιώνα του Κυρίου Ημών έχει κάνει κάποιες προόδους η επιστήμη, δεν είναι ψέμμα αυτό.

Μόνο που εδώ ξεπηδάνε αμέσως-αμέσως δύο προβλήματα – καί δεν είναι τυχαίο, που όλοι οι προηγούμενοι φύλακες του μυστικού περίμεναν τόσους αιώνες χωρίς να κάνουν τίποτε. Εάν ο Θεός ήθελε να είναι αυτός, εκείνος που θα έσπαγε τη μυστικότητα, τότε έπρεπε να τον φωτίσει να βρεί καί τις κατάλληλες λύσεις.

  • Το πρώτο πρόβλημα είναι πως μέσον καί περιεχόμενο είναι αδιάσπαστα. Ενιαία!

Μ’ άλλα λόγια, όποιος πάρει το χειρόγραφο γιά να πιστοποιήσει τη γνησιότητά του με επιστημονικές μεθόδους, θα καταλάβει αμέσως τί γράφεικι από εκείνη τη στιγμή καί μετά, τα πράγματα καθίστανται ανεξέλεγκτα. Ποιός θα τηρήσει μυστικότητα μετά, με ποιόν τρόπο θα υποχρεωθεί να το κάνει; Καί γιατί να το κάνει, στο κάτω-κάτω;

Άσε που, ο «ειδικός επιστήμων» μπορεί να τσουρνέψει το χειρόγραφο, καί μην τον είδατε. Καθηγητής πανεπιστημίου, σου λέει, αξιοσέβαστο πρόσωπο, σου λέει, αλλά ο Κωνσταντίνος Τίσσεντορφ το τσουβάλιασε μιά χαρά το Ευαγγέλιο απ’ το Σινά. (Δεν έχει η Γουΐκι καμμία αναφορά γιά τον Constantine Tissentorf, ο οποίος τελικά το πούλησε το αρχαίο χειρόγραφο Ευαγγέλιο, που μετά πέρασε από τα χέρια του Στάλιν, ο οποίος -αντί να το καταστρέψει, όπως ούρλιαζαν οι οβραίοι μπολσεβίκοι- το πούλησε έναντι 100 χιλιάδων λιρών στους άγγλους. Στο Σινά έμεινε ένα χειρόγραφο καί υπογεγραμμένο χαρτί, το οποίο επιδεικνύουν οι μοναχοί μέχρι σήμερα, όπου ο προφέσσωρ υπόσχεται να …επιστρέψει το Ευαγγέλιο στη μονή, αφού το μελετήσει. Ναί, πώς, απ’ τον Άλλο Κόσμο θα το επιστρέψει!)

Κι αυτοί οι επιστήμονες… παραείναι πολλοί οι μασώνοι ανάμεσά τους, ρέ παιδί μου.

Πρέπει, λοιπόν, να βρεθεί το κατάλληλο άτομο, που καί κάτοχος των απαραιτήτων επιστημονικών γνώσεων θα είναι, καί θα θεωρήσει τη μυστικότητα αυτονόητη, καί θα σεβαστεί το χειρόγραφο.

  • Το δεύτερο πρόβλημα είναι, φυσικά (αν υποτεθεί πως τελικά ξεχωρίζει η αντιμετώπιση του παπύρου απ’ την αντιμετώπιση του περιεχομένου…), ο τρόπος της ανακοίνωσης του περιεχομένου στο ευρύ κοινό.

Πώς ανατρέπεις αντιλήψεις αιώνων; Πώς να μη στεναχωρήσεις καλοπροαίρετους ανθρώπους; Ποιός αντέχει την πάσα αλήθεια; (Μιά κάποια κυρία Σεμέλη αναζήτησε κάποτε την πλήρη αλήθεια, καί …κάηκε.)

Καί πώς να μη σε δαγκώσουν τα φίδια, άμα πας να τα σκοτώσεις με χέρια γυμνά;

Πάμε, όμως, με το «διαίρει καί βασίλευε». Πρώτα το πρόβλημα της γνησιότητας – καί γιά τη διάδοση του περιεχομένου, έχει ο Θεός. Πρώτα θέλουμε να βρεθεί ο ειδικός της γνησιότητας των παπύρων.

Όθεν, προσευχή να βρεθεί το άτομο αυτό.

Προσευχή; ναί. Σαφώς ναί. Άλλως τε, τί άλλο θα έκανε ένας μοναχός ως πρώτη ενέργειά του;

Μόνο που…

…Ο Πανάγαθος Θεός εισακούει τις προσευχές μεν, αλλά οι τρόποι Του τις περισσότερες φορές είναι ανθρωπίνως δυσερμήνευτοι.

(επόμενο)

Σαν παραμύθι – IX

5 Σχόλια

ο dvd των Σουηδων γλεντζέδων της «Σκού τετράγωνο» ήταν ευχάριστη έκπληξη. Χαλάλι τα λεφτα!
Η πλήρης έκδοση του προγράμματος έδινε τη δυνατότητα ν’ αλλάξεις μέχρι και τα τοιχώματα του κρανίου, δηλαδη να μιμηθεις τις ακριβεις διαστάσεις και το ακριβες σχήμα κρανίου ενος τυχόντος ανθρώπου. Μετα έδινες «αυτόματη κατανομη», και το πρόγραμμα έφτιαχνε μόνο του τις περιοχες του εγκεφάλου, όπως «έπρεπε» να είναι. Ταυτόχρονα, διάφοροι πίνακες απο δίπλα σημείωναν αυτόματα διάφορες μεταβλητες, πχ γωνία Κάμπερ, κτλ κτλ. Μπορούσες να παίξεις μόνος σου με τις έτοιμες βιβλιοθήκες του προγράμματος, αλλα φυσικα μπορούσες να συνδυάσεις και τα δεδομένα, που θα σου έδινε το μηχάνημα της SK 2.
Το πιο εκπληκτικο: μπορούσες να εισάγεις την εικόνα ενος κεφαλιου απο βιντεοκάμερα, και το πρόγραμμα απομόνωνε το σχετικο «μοντέλο», με κατανομη περιοχων εγκεφάλου!

Η εφαρμογη ήταν υπόδειγμα επαγγελματικου προγράμματος, κι ο Δημητράκης πήρε πάμπολλες ιδέες, για το πώς θα έδειχνε «επαγγελματικου επιπέδου» και η δικη του εργασία. Για εξοικείωση, έπαιξε κάμποσο με τον σχηματισμο κρανίων, έβαλε απ’ τη βιντεοκάμερα και τη δικη του την κεφάλα, βαρέθηκε, και τα παράτησε.
Αμέσως μετα έπιασε το βιβλίο της Παλαιοανθρωπολογίας. Πολλες πληροφορίες για σκελετους ολόκληρους, ή μεμονωμένα κρανία και οστα, που βρέθηκαν στην Ελλάδα… άλλες τόσες, για ταφες και κτερίσματα. Φωτογραφίες! Είχαν ενδιαφέρον για έναν Αρχαιολόγο, για έναν Παλαιοντολόγο, αλλα όχι για τον Δημητράκη. Δεν έβρισκε την πιθανη σχέση των περιεχομένων του βιβλίου με την όλη υπόθεση.

Μετα απο μερικες ώρες ξεφυλλίσματος, το παράτησε κι αυτο.

νέον κεφάλαιον: Ο μικρος σέφ

Στη zoyzoy

Είναι άγνωστο αν θα βοηθούσε η τηλεόραση, να ξυπνήσει για τα καλα ο Δημητράκης. Πάντως, την άνοιξε… αφου πρώτα άνοιξε τα μάτια του – με δυσκολία.
Το κανάλι έπαιζε ό,τι έπαιζαν κι όλα τα υπόλοιπα αυτη την ώρα. Κάτι μοντέλες έκαναν επίδειξη γυναικείων εσωρρούχων («- Μάπα το καρπούζι!», σκεφτόταν ο Δημητράκης, «φοράνε κι άλλα απο μέσα!»). Μετα ήρθε μία χοντρη, που είπε τα «ζωώδια» («- Το ξέρω πως τον ήπια, δεν χρειαζόταν να το πεις κι εσυ!», μουρμούρισε ο Δημητράκης). Ακόμη πιο μετα, ήρθε άλλη χοντρη με κάτι τεντζερέδια, που τά ‘στησε και κάτι μαγείρευε.

Στο μεταξυ, όλο και παίζανε κάτι ηλίθια παιχνίδια, «βρες την παροιμία» και τέτοια. («Ο βλάχος, άγιος κι αν γενει, σκατένια δόξα έχει!», σκέφτηκε ο Δημητράκης, κι άρχισε να γελάει δυνατα.) Κι όλο κι έπαιρναν κάτι κυράτσες τηλέφωνο, μπας και κερδίσουν. Τέλος πάντων, τον Δημητράκη όλ’ αυτα δεν τον ενοχλούσαν. Μάλλον του έκαναν παρέα, μέχρι να φτιάξει τον καφε του.
Εκείνο που τον είχε εξοργίσει, ήταν η χοντρη με το μαγείρεμα. Έφτιαχνε μια σούπα, κι έλεγε ότι χρειάζονται διάφορα απίθανα, για να νοστιμήνει. Ήθελε μια πρέζα αγκοστούρα, λέει, ήθελε και ντιζόν, ξαναλέει. «- Πορδόχορτο δε θέλει;», ρώτησε φωναχτα ο Δημητράκης, για να τον ξαναπιάσουν τα γέλια.
Πάντως, ήταν τσατισμένος, διότι τη χοντρη θα την άκουγαν διάφορες γριες, και θά ‘πρηζε η καθεμία τα (έστω κι ανενεργα) παπάρια του γέρου της, να πάνε στο μάρκετ, να ψωνίσουν αγκοστούρα και ντιζον. Λες κι η σούπα δεν μπορούσε να γίνει όπως την έφτιαχναν οι γιαγιάδες απ’ αυτες τις κυράτσες.

Ο Δημητράκης ξεθύμανε με τη στιχοπλοκία:

Αγκοστούρα και ντιζόν
αγιαστούρα στον πωπον!

Πάντως, αυτες οι βλακείες του έφτιαξαν τη μέρα. Χαμογέλασε με τη σκέψη ότι τα κανάλια μπορούσαν να κάνουν οικονομία (στους χαλεπους καιρους μας), χρησιμοποιώντας μόνο μία χοντρη απ’ τις δύο: πρώτα θά ‘λεγε η χοντρη τα «ζωώδια», και μετα θα την έβαζαν να μαγειρέψει. (Θά ‘τρωγε και το φαΐ, να μην έχουν να σκουπίζουν μετα.)

Το να παρουσιάσει, όμως, η ίδια ακριβως χοντρη και τα γυναικεία εσώρρουχα (φορώντας τα!), ήταν ελαφρως αδόκιμο.

Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας πίνακας σε χαζοχαρούμενα χρώματα, με τα υλικα της συνταγης. Ο Μητσάκος έριξε μία αφηρημένη ματια, και …πάλι η Αγία Άννα! Αυτη η γυναίκα κόντευε να του γίνει ψύχωση!
Ωστόσο, χαλάλι! Ό,τι έλεγε η Άννα, ήταν ακριβες συμπλήρωμα του δικου του μυαλου. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγώτερο.

«- Ανακάτεψε τα υλικα σου με διαφορετικο τρόπο!», έλεγε η αγαπημένη φωνη μέσα του.

Ο Δημητράκης έκλεισε την τηλεόραση, και προσπάθησε να σκεφτει. Τί έχουμε εδω; τί έχουμε μέχρι στιγμης;

  • Ένα πακέτο, που προσπαθει να βρει τη χωροταξικη κατανομη κι εξάπλωση αρχαίων Ελληνικων πόλεων και πόλεων των Μάγιας.
  • Ένα πακέτο, που προσπαθει να βρει την προβολη του ηλιακου φωτος επάνω σε κτίρια και πόλεις της αρχαιότητας – και, ακόμη, του Μεσαίωνα.
  • Μία λεπτομερη εργασία για τις αγιογραφίες.
  • Μερικες εργασίες γλωσσολογικου περιεχομένου.
  • Μία εργασία στην Ψυχιατρικη.
  • Ένα βιβλίο για την Παλαιοανθρωπολογία.
  • Κι ένα πρόγραμμα λειτουργίας ενος ιατρικου μηχανήματος για εγκεφαλογραφήματα.

Συμπέρασμα; Μία προσπάθεια κάποιων πονηρων κομπιουτεράδων, να καπελλώσουν κάθε είδους μηχανογράφηση μουσείων και πολιτισμικων ευρημάτων. Αυτο ακριβως, που είχε σκεφτει και την πρώτη φορα.

Κάτι δεν του άρεσε, όμως – το ένστικτό του τσινούσε. Ξανάβαλε την κουτάλα στη χύτρα γι’ ανακάτεμα.

Τα πρώτα τρία δεδομένα, συνδυαζόμενα, έβγαζαν κι άλλο νόημα: ψάχνουμε να βρούμε κάτι, μία πυξίδα, που πιθανως είχαν όλες οι παλιες πόλεις (μέχρι τον ύστερο Μεσαίωνα), με τη βοήθεια του ίχνους που αφήνουν οι ηλιακες ακτίνες. Γύρω-γύρω όλοι, στη μέση η πυξίδα, δηλαδη. Ένα κουτάκι με θησαυρο!
Θα ήταν αρκετα ενδιαφέρον, να υπάρχουν τέτοιοι μικροι (μικροι; ) θησαυροι -ωσαν ταμεία για καταστάσεις δύσκολες- σε καμια εκατοστη αρχαίες πόλεις, και να μπορεις να τους βρεις, αν έβρισκες τα κρυμμένα κλειδια στις σχέσεις φωτος και σκιας στους κίονες και στα βιτρώ. Θα γινόσουν πλούσιος για δέκα γενιες! Ναι, αλλα τα υπόλοιπα τέσσερα δεδομένα δεν κολλούσαν.

«- Δεν υπάρχουν περιττα!» – γλυκοψιθύρισε το Άγιο Πνεύμα, π’ εδω ήταν θηλυκο.

«- Άννα, Άννα, Άννα!… Αγάπη μου!… Πόσο γλυκα με σκοτώνεις!…», σκέφτηκε ο Δημητράκης.

Το πρόγραμμα των κρανιοσκοπήσεων, συν η ψυχιατρικη εργασία, σχημάτιζαν απο μόνα τους ακόμη ένα σύνολο «μη ισχυρως συνεκτικο», θυμήθηκε τα Μαθηματικα του ο Δημητράκης. Ναι, αλλα πάλι περίσσευαν δύο δεδομένα.
Κι εντάξει, οι πρωτόγονοι δεν ήταν ακέφαλοι. Είχαν κι αυτοι κεφάλια, άσχετο αν τ’ άνοιγαν συχνα-πυκνα με τα ρόπαλα. Άρα, τί; Ήταν, τάχα, το ζητούμενο οι ψυχιατρικες παρεκκλίσεις στους εγκεφάλους των πρωτογόνων; Και τί να τις κάνουν τις «πυξίδες» οι πρωτόγονοι; αν έπεφτε καμμία στα χέρια τους, το πιθανώτερο είναι να την έτρωγαν!

Πάλι δεν έβγαινε νόημα.

Ο Δημητράκης θυμήθηκε απ’ την εμπειρία του στα θρανία πως, αν ένα πρόβλημα δεν δίνει λύση αμέσως, το παρατάμε και το ξαναδουλεύουμε αργότερα, σε άλλη χρονικη στιγμη – όταν είμαστε ευδιάθετοι κι αισθανόμαστε ότι μπορούμε να το λύσουμε.
Με το που παράτησε το «Πρόβλημα των Φοιτητικων Διατριβων», όπως το βάφτισε, πήρε την ανταμοιβη του… απ’ το κεφάλι του! Είχε μία σωστη ιδέα:

«- Αυτοι είναι επικίνδυνοι!… Κι αν μπουκάρουν εδω μέσα, την ώρα που θα λείπω, και βρουν όσα έχω εδω;»

Αμέσως πήρε ένα φλασάκι αρκετα μεγάλης χωρητικότητας, και πέρασε εκει όλα τα «ύποπτα» αρχεία, σβήνοντάς τα οριστικα απ’ τον φορητο του.

«- Κι άμα χάσω το φλασάκι;», δεύτερη καλη ιδέα.

Έπρεπε, λοιπον, να εξασφαλίσει τη συνέχεια του νοητικου του ταξιδιου – όπως, αν ναυαγήσει ένα πλοίο, κατεβαίνουν οι ναυαγοσωστικες βάρκες. Αρκει να τους χωράνε όλους!

Κρυπτογραφία, επομένως. Μ’ εμπορικα κλειδια, αλλα με τριπλο πέρασμα! Κι όποιος θέλει, «χείραν λαβέ!».

Υπήρχε, όμως, και η ανάγκη να κρατάει σημειώσεις των συλλογισμων του, μη τυχον και ξεχάσει κάτι. Γι’ αυτες, θα…

…Το Άγιο Πνεύμα απέκτησε λιγάκι πιο υλικη υπόσταση.

sms: «Ετοίμαζε διαβατήριο!»
sms: «Για πότε; Για πού;»
sms: «Για Ιούλιο. Μετα την εξεταστικη σου. Έκπληξη.»

Αυτοστιγμει έγιναν όλα σκουπίδια και φύλλα φθινοπωρινα πεσμένα. Εργασίες, βιβλία, μυστήρια, κακότροποι προφεσσόροι, χοντρες που μαγειρεύουν… οι πάντες, οι πάσες, και τα πάντα. Ο Δημητράκης γελούσε! Χόρευε! Πετούσε!
Σαν καλος μάγειρας, όμως, δεν παράτησε την τακτοποίηση των σκευων του. Έπρεπε να συμμαζέψει και τα ψέμματα που είχε πει κατα καιρους, γιατί θα μεγάλωναν και θα τον έπνιγαν.

Πέρασε απ’ τη βιβλιοθήκη, κι άφησε το βιβλίο.
«- Όπως ακριβως σου τα είπα, Ντίνα!», είπε στη βιβλιοθηκάριο, πού ‘κανε χαρες που ο Δημητράκης έφερε το βιβλίο πίσω, ακριβως όπως το πήρε. «Πάνε να βάλουν χέρι στα μουσεία!»
«- Λες, ε;»
Ο Δημητράκης έσκυψε προς τη χοντρούλα συνωμοτικα.
«- Κοίτα… απο κάτι γνωστους μου στο εξωτερικο, ξέρω ότι ψήνεται ευρωπαϊκο πρόγραμμα για τα μουσεία, με πολλα λεφτα. Είναι αυτο που υποψιάστηκα!»
«- Σοβαρα;»
Ο Δημητράκης έδειξε τον πίνακα ανακοινώσεων.
«- Αφου παίρνετε κι εσεις ανακοινώσεις για ευρωπαϊκα προγράμματα! Θα το μάθεις απ’ τους πρώτους!», είπε στη Ντίνα. «Εδω θά ‘μαστε, και θα με θυμηθεις! Αλλα… πες μου και κάτι άλλο!»
«- Ό,τι θέλεις!»
» Πήρε κι άλλα βιβλία o…», κατονόμασε το φίδι, «με παρόμοιο περιεχόμενο;»
«- Περίμενε λιγάκι, να βρω τον δανεισμο!»

Τσούκου τσούκου τσούκου στο πληκτρολόγιο η Ντίνα.

«- Ναι! Πήρε ακόμη δύο βιβλία, την Αρχαιοελληνικη Αρχιτεκτονικη και το Βυζάντιο, 11 αιώνες δόξας!«
«- Γιατί μόνον αυτα;»
«- Γιατί δεν έχουμε περισσότερα για το αντικείμενο!»
«- Είδες που σ’ τά ‘λεγα;»
«- Ναι!… Είχες δίκιο, τελικα!»

Ο Δημητράκης αρνήθηκε την προσφορα καφε. Δικαιολογήθηκε πως ήθελε να φύγει, επειδη δεν προλάβαινε κάτι δουλειες που είχε.
Στο δρόμο, σκεφτόταν ότι οι συλλογισμοι του μοιάζαν ακριβως με…

Έξυπνο! Πετυχημένο!

Μπήκε στο πρώτο βιβλιοπωλείο, που συνάντησε.

«- Δώστε μου έναν καλο οδηγο Μαγειρικης!…», είπε.

…με υλικα συνταγων για μαγείρεμα! Νά ‘την η κρυπτογράφηση που ζητούσε!!!

«…Και το Παλαιοανθρωπολογία στην Ελλάδα! Αν δεν το έχετε, να το παραγγείλω!»

Η σούπα με αγκοστούρα και ντιζόν αποκτούσε άλλο νόημα πιά!

Σαν παραμύθι – VIIIβ

12 Σχόλια

λιποθυμικος ήλιος του απομεσήμερου δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο, για να κυκλοφορεις έξω. Κι έτσι, θα καθόταν στο φοιτητικο του διαμέρισμα, να ψάξει με την άνεσή του το περι τίνος πρόκειται.
Ξανα, λοιπον, στα ψαχτήρια, ξανα το site της SK2. Ιατρικα μηχανήματα… μάλιστα. Όχι ακριβως, δηλαδη, διότι η εταιρεία αυτη παρήγαγε μονάχα ένα μηχάνημα, που έκανε εγκεφαλογραφήματα. Απο εκει προέκυπτε και τ’ όνομα της εταιρείας: Skull Skan, παναπει «κρανιοσκανάρισμα». Βέβαια, το Skan ήταν ανορθόγραφο, πλην όμως ταυτόχρονα ετύγχανε και συντόμευση του Skandinavia. Ωραίοι οι τύποι, γούσταραν τα λογοπαίγνια ως φαίνεται.
Κι έτσι, το σύντομο όνομα της εταιρείας -«για τους φίλους»- ήταν το «Sk-Sk», ή «Sk squared» (ξανα λογοπαίγνιο!), ή «Σκού εις το τετράγωνο», όπως το πρόφερε ο Δημητράκης. Δηλαδη SK 2 – αυτο που είδε η Ντίνα στο εξώφυλλο του κλασσέρ.

Έψαξε ακόμη λίγο το site. Όντως ωραίοι τύποι, είχαν και μία μπροσούρα με τα νέα της εταιρείας, υπο τον τίτλο «Skål News», παναπει «ευχάριστα νέα, για να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια». Τα λογοπαίγνια έδιναν κι έπαιρναν!
Τα πιο πρόσφατα «Εβίβα νέα» έδειχναν τους εργαζόμενους της εταιρείας να κάνουν πάρτυ, επειδη πούλησαν το εκατοστο μηχάνημα. Χαμογελαστα πρόσωπα με κωνικα χάρτινα καπελλάκια, χάρτινες αναδιπλούμενες καραμούζες, τούρτες, προπόσεις με πλαστικα ποτηράκια, μπαλλόνια, τα γραφεία εντελως χύμα, και τα λοιπα παρόμοια των αναλόγων περιπτώσεων.

Ο Δημητράκης είχε πλούσια φαντασία, κι έκανε διάφορους συνειρμους. Φαντάσου, λέει, όλοι αυτοι οι Σουηδοι, αντι να κάνουν πάρτυ στα γραφεία της «Σκού τετράγωνο», να φοράνε φουστανέλλες και να χορεύουν τσάμικο υπο τους ήχους κλαρίνων, όντες ψιλοσούρα απ’ τα τσίπουρα, να φωνάζουν «- Όπα!» και «- Χόϊντα!», ενω ψήνονται αρνια και κοκορέτσια. Και παρακει, άλλοι Σουηδοι να ρίχνουν με τις καραμπίνες μπάμ! μπάμ! μπάμ! στον αέρα.
Ή, διάφοροι Σουηδοι ν’ ακουν Καζαντζίδη και βαρεια λαϊκα, ή να χορεύουν ζεϊμπέκικο – κι άλλοι Σουηδοι γύρω τους να βαράνε παλαμάκια. Κι όλοι μαζι να βρίζουν την κοινωνία στα Σουηδικα.

Το σουρρεαλιστικον του πράγματος επέδρασε ωσαν ντόπα στο ταλαίπωρο μυαλο του Δημητράκη. «Σουηδοι γλεντζέδες!», έλεγε και ξανάλεγε μόνος του, και κάρ κάρ κάρ!!! ο Δημητράκης, τον είχε πιάσει το νευρικο γέλιο και δεν τον άφηνε.
Δηλαδη, το «Σουηδος γλεντζες» είχε καταντήσει (μέσα στο κρανίο του Μήτσου) σύντομο ανέκδοτο. Όπως το «Αλβανος τουρίστας», ή -φερ’ ειπειν- το «Κινέζος λιμενάρχης».

Το είχε, πάντως, ανάγκη αυτο το ξέσπασμα ο Δημητράκης, ύστερ’ απ’ όσα τράβηξε τον τελευταίο καιρο.

Όταν, μετα απο κανα τέταρτο ηρέμησε (σχετικα ηρέμησε, δηλαδη, επειδη τον ξανάπιανε το νευρικο γέλιο, αν και αραιότερα πλέον), ξανάψαξε το site. Απο κάτω απ’ τα «Εβίβα νέα» έγραφε: «Μπορείτε να κατεβάσετε το αρχείο σε μορφη .pdf στα Σουηδικα…» («- Να μέν’ το βύσσινο!», μουρμούρισε ο Δημητράκης), «…ή στ’ Αγγλικα.»
«- Άμα έχεις και τα τηλέφωνα απ’ τις γκόμενες», σκέφτηκε ο Δημητράκης, «να το κατεβάσουμε… μπας και τους τα κατεβάσουμε!», και ξανάπιασε το γέλιο.
Εν πάσει περιπτώσει, ήταν αρκετα ήρεμος τώρα, να ψάξει και το υπόλοιπο site. Τί ήταν, λοιπον, ετούτος εδω ο σύνδεσμος, που έγραφε «εφαρμογη demo»;

Οι τεχνικοι της Σκού σκουέαρ’ντ είχαν φτιάξει ένα όμορφο άππλετ σε Τζάβα, που έδειχνε ένα κρανίο, και μπορούσες να παίξεις με το ποντίκι απάνω του. Μπορούσες να το στρίψεις το κρανίο, μπορούσες να πατήσεις με το ποντίκι σ’ ένα μέρος του, κι απο κάτω εμφανιζόταν η διαταραχη που αντιστοιχούσε. Πχ «επίλεπσυ» ή «ινσόμνια». Ωραία και συστηματικη δουλεια!
Μάλιστα!… Αυτο, δηλαδη, ήταν ένα μηχάνημα, που «διάβαζε» τον εγκέφαλο ενος ασθενους -και μάλιστα χωρις ηλεκτρόδια σ’ επαφη με το κεφάλι- κι έκανε τριδιάστατη αναπαράσταση. Και μετα, ο γιατρος πήγαινε κατευθείαν στη θεραπευτικη αγωγη.
Ιατρικη του 21ου αιώνα!!! Όχι τυφλες υποθέσεις περι την ασθένεια, και λοιπες τρίχες κατσαρες!

Το μηχάνημα κόστιζε όσο ένα αυτοκίνητο… δηλαδη εντελως απαγορευτικο κόστος για αγορα απο ιδιώτες. Μόνο κλινικες και νοσοκομεία είχε νόημα να το προμηθευτουν.
Παρακάτω, όμως, είχε ένα κειμενάκι, που έλεγε: «Για γιατρους: Ανεξάρτητα απο την αγορα του μηχανήματος, αν θέλετε το πλήρες DVD με ιατρικη θεωρία και στατιστικη περιστατικων, στείλτε 100 ευρώ, ή 895.65 σβέριγιε κρόνορ. Επίσης, μπορείτε να το κατεβάσετε απ’ το site μας, εαν μας μεταβιβάσετε το ίδιο ποσο με πιστωτικη παύλα χρεωστικη κάρτα.»
Η όλη υπόθεση θύμιζε τις πινακίδες στα δημόσια έργα στην Ελλάδα, που κατα κανόνα έγραφαν ένα τρομερο ποσον, κάτι δεκάδες μύρια ευρά, αλλα η ακρίβειά τους έφτανε μέχρι και μετα την υποδιαστολη: κόμμα σαρανταδύο, φερ’ ειπειν. Ο Δημητράκης τα πήρε στο κρανίο. «- Τί το θέλετε αυτο το κόμμα εξηνταπέντε, ρε; Χάειντε, φτιάξτε το εννιακόσιες κορώνες στρόγγυλο, ή κόφτε το στις οχτακόσιες ενενήντα! Θα σας χαρακτηρίσουν γύφτουλες, δεν το καταλαβαίνετε;»
Προφανως, όμως, ο κίνδυνος να σε χαρακτηρίσουν «γύφτουλα», εαν είσαι Σουηδος στη Σουηδία και δημοσιεύεις τιμοκαταλόγους με δεκαδικα, είναι αμελητέας πιθανότητας. Κι έτσι, η Σκού τετράγωνο προχωρούσε απτόητη προς τη δόξα, και δεν την έσκιαζε φοβέρα καμιά.

Πάντως, ο σουρρεαλισμος στον δημόσιο βίο δεν ήταν προνόμιο μόνο της Ελλάδας.

Παρακάτω, ο Δημητράκης βρήκε τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του Έλληνα αντιπροσώπου!
«- Έμ, λείπ’ ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστη;», χαμογέλασε. Σημείωσε τα στοιχεία σ’ ένα χαρτάκι, υιοθετώντας μία θριαμβευτικη έκφραση και μονολόγησε:

«- Τώρα θα τα μάθουμε όλα!»

Ο φιλαράκος του, ο Γιώργος με το γκομπιουτεράδικο, έδρασε ταχύτατα. Ναι, ο αντιπρόσωπος στην Ελλάδα επιθυμούσε οπωσδήποτε μελλοντικη συνεργασία, επειδη δεν μπορούσε να τρέχει μόνος του. Αλλα έπρεπε ο τεχνικος να έχει πτυχίο Πληροφορικης, κατα προτίμηση με άριστα. Και θα περνούσε τρίμηνο σεμινάριο πιστοποίησης στη Σουηδία, όλα πληρωμένα. Όχι, δεν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα, μετα έπρεπε να δώσει εξετάσεις στο Υπουργείο Υγείας της Σουηδίας. Όχι, αυτο δεν θα ήταν σοβαρο εμπόδιο για έναν έξυπνο τεχνικο, όπως ο Δημητράκης. Ίσα-ίσα, θ’ αποκτούσε ένα επιπλέον πιστοποιητικο με κύρος.

Και ναι, είχαν πουληθει μέχρι στιγμης μηχανήματα στην Ελλάδα. Αν και μονάχα δύο, το ένα στην πόλη τους.

Ο Δημητράκης χαμογέλασε σαν κροκόδειλος, που κατάπιε ζώο-κορόϊδο, που πήγε να πιει νερο στο ποτάμι.
«- Το πλήρες DVD ήθελε, το πουλλλάκι μου!», σκέφτηκε. «Γι’ αυτο κι άρπαξε όλο το εγχειρίδιο λειτουργίας!»
«Βιάζεται!», ξανασκέφτηκε αστραπιαία, ενω η φωνη της Άννας έκανε λούπες στο μυαλο του:

…Και βιάζονται!
…Και βιάζονται!
…Και βιάζονται!
…Και βιάζονται!


Απώθησε, όμως, ταχύτατα τη σκέψη, επειδη ακόμη συνομιλούσε με τον Γιώργο, και το τηλέφωνο ήταν ανοιχτο.
«- Άντε, ρε μεγάλε, πότε το παίρνεις το πτυχίο, επιτέλους;», τον ρώτησε ο Γιώργος. «Άντε, ρε, πότε θα γίνουμε συνέταιροι; Ξέρεις, πρέπει να κάνω κι εγω προετοιμασία. Πρέπει να πάω στην εφορία, να κάνω τροποποίηση επιτηδεύματος, ώστε να πουλάω και ιατρικα μηχανήματα.»
«- Εσυ τί του είπες του αντιπροσώπου;»
«- Δεν ήξερα πότε ακριβως παίρνεις πτυχίο, αλλα το παίρνεις σύντομα.»
«- Σωστος!… ελπίζω. Ξέρεις, με βασανίζει αυτη η κωλοεργασία, αλλα μέχρι τον χειμώνα θά ‘χω ξεμπερδέψει.»
«- Άντε, τελείωνε, να πας στη Σουηδία! Θά ‘ρθω κι εγω για καμια δεκαρια μέρες, να ξαλεγράρω! Να γνωρίσουμε και τις γκόμενες που είδες!»
«- Τί λε ρε Γιώργο! Τρελλάθηκες; Δίμετρες γκόμενες, που δουλεύουν σ’ εργοστάσιο; Αυτες πρώτα θα μας φέρουν το μπουζόκλειδο στο κεφάλι, και μετα θα μας κάνουν μήνυση ότι τις βιάσαμε!»

Γελούσαν κι οι δυο σαν παλαβοι, επειδη θυμήθηκαν ένα ηλίθιο αστείο που είχαν ακούσει – ότι δήθεν τάχαμ οι Σουηδέζες τουρίστριες πρώτα κάνουν τις εύκολες, και μετα εκβιάζουν τους εγχώριους δασύτριχους «Γκρήκ καμάκι» εραστες τους. Γελούσαν για πολλη ώρα, προς μέγιστη χαρα της τηλεφωνικης εταιρείας.

Ο Δημητράκης χαιρέτησε κι έκλεισε το τηλέφωνο. Όλα είχαν ξεκαθαρίσει! Το φίδι προφανως έψαξε στα Ιντερνέτια να βρει βιβλιογραφία για το θέμα, έπεσε απάνω στη Σκού τετράγωνο, και -απο διαβολικη τύχη- είχε προσωπικη γνωριμία με τον κλινικάρχη, απ’ όπου δανείστηκε το εγχειρίδιο… ο οποίος κλινικάρχης -πάλι απο διαβολικη τύχη- ήταν ο κάτοχος της μίας απ’ τις δύο συσκευες επι ελληνικου εδάφους.

Πολλοι διαβόλοι μαζευόντουσαν, αλλα… αγαπάει ο Θεος τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη!

Τώρα, βέβαια, υπήρχε το ερώτημα κατα πόσο είχαν μάθει στην κλινικη τον χειρισμο της συσκευης, ή -αν δεν είχαν προλάβει να διαβάσουν το εγχειρίδιο- κατα πόσο θα την χρειαζόντουσαν σύντομα. Πώς, μ’ άλλα λόγια, άφησαν ολόκληρο το εγχειρίδιο στα χέρια του φιδιου αβλεπί;
Έ, τί στην ευχη;! Το DVD αντιγραφόταν σ’ ένα τέταρτο – και σιγα μην χρειαζόταν κανεις σκανάρισμα εγκεφάλου τ’ άγρια μεσάνυχτα, ή αύριο το πρωΐ.
Στο κάτω-κάτω, αυτα τα μηχανήματα μάλλον δεν είχαν πρακτικη χρησιμότητα. Μάλλον είχαν δωριστει απ’ τον αντιπρόσωπο, σαν «κράχτες», για να μαθευτει το πράγμα στην πιάτσα και να τσιμπήσουν κι άλλοι κλινικάρχες, ν’ αγοράσουν κι αυτοι. Ανταγωνισμος γάρ!

Και διατί δεν είχαν πρακτικη χρησιμότητα τέτοια μηχανήματα, ώ ‘γαθοι;
Άααα, διότι, στις δύσκολες ασθένειες, πολλες φορες η θεραπεία ακολουθει τον ρυθμο αδειάσματος του πορτοφολιου του ασθενους! Οταν, λοιπον, το πορτοφόλι χτυπάει πάτο, θαυματουργώς πως σταματάει και η θεραπεία – έχει-δεν έχει αποτέλεσμα. Και, ποιος νοιάζεται, τώρα, αν έγινε καλα ένας τρελλος;

Ο Μητσάκος προς στιγμην ζύγισε τα δεδομένα, για να συμπεράνει αν χρειαζόταν το DVD ή όχι. Σκέφτηκε πως τώρα άμεσα δεν το χρειαζόταν το DVD, αλλα, αν τελικα το αναζητούσε, ήταν εύκολο να το «απαλλοτριώσει».
Σκέφτηκε, όμως, να δείξει και λίγο σεβασμο προς τα μελλοντικα του συνεταιράκια.

Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.

«- Γιώργο, μπορεις σε παρακαλω να του πεις αυτουνου να μας στείλει το πλήρες DVD της συσκευης; Κοστίζει εκατο ευρω, αλλα θα σ’ τα δώσω εγω.»
«- Γιατί δεν τον παίρνεις τηλέφωνο εσυ κατ’ ευθείαν;»
«- Φοβάμαι μην τον τσατίσω και κάνω τα πράγματα χειρότερα, ακόμη δεν αρχίσαμε! Στο site λέει μόνο για γιατρους. Εσυ, όμως, είσαι άλλο – εμπορεύεσαι το μηχάνημα, άρα πρέπει να είσαι ενημερωμένος.»
«- Και τί το θες τόσο πολυ;»

Η Άννα το ξανάκανε το θαύμα της.

«- Επειδη έκατσα και το καλοσκέφτηκα το πράγμα. Είναι δουλεια με προοπτικες, οι δικοι μου έχουν και κάτι οικονομίες, που μπορω να τις ρίξω στη δουλεια… και, ρε Γιώργο, είναι καλη επαγγελματικη προοπτικη. Όπου νά ‘ναι, παίρνω το πτυχίο – και τί να κάνω, δηλαδη; να περιμένω να διοριστω στο Δημόσιο;»
«- Όχι βέβαια, θα γεράσεις περιμένοντας! Πρώτα θα βγεις στη σύνταξη, και μετα θα διοριστεις!», γέλασε ο Γιώργος.
«- Γι’ αυτο, λοιπον, θέλω να ρίξω μια καλη ματια, τώρα πού ‘ναι ζεστο το θέμα. Σκέφτεσαι να μας φάει ο χί άσχετος την αντιπροσωπεία, επειδη, ας πούμε, θα δώσει παραπάνω αέρα; Εμεις κάναμε πρώτοι την επαφη, εμεις δικαιούμαστε!»
«- Σωστα!… Καλως, Δημήτρη, να το παραγγείλω. Σε μερικες μέρες -που θα μου το φέρει η ταχυμεταφορικη- πέρνα απο ‘δω να σ’ το δώσω.»

Ο Δημητράκης έτριβε τα χέρια του χαμογελαστος. Και φράγκα θά ‘βγαζε απ’ τους Σουηδους γλεντζέδες, και πληροφορίες χρήσιμες θ’ αποκτούσε.

Σαν παραμύθι – VIIIα

6 Σχόλια

ίχε, όμως, λόγους να σπάει το κεφάλι του, με τη δουλεια π’ άνοιξε.

Ωραία, ο «Χριστος» το πρώτο γκράφφιτι το είδε – αλλα τα επόμενα; Ωραία, το πρώτο γκράφφιτι ήταν σε πολυσύχναστο μέρος, και βοήθησε κι η τύχη. Μετα, τί γίνεται;

Δεν κάθησε να προβληματιστει πολυ. Το επόμενο βράδυ, άρπαξε πάλι το σπραίϋ και βγήκε έξω. Αν η μεταβίβαση των ιδεων του γινόταν με μεταφυσικο τρόπο, έ, θα βρισκόταν η λύση. Η Άννα, η Λενάρα, καθως και εικοσιεννέα κατασκευαστες πλυντηρίων, εγγυώνται!

Είχε προσχεδιάσει στο σπίτι (στον χάρτη) τα επόμενα σημεία, όπου θα «υπέγραφε». Μ’ ένα πέρασμα απο δίπλα τους, κατα τη διάρκεια της μέρας, εντόπισε εύκολα τις προς διακόσμηση επιφάνειες – διότι, τέτοιες δουλειες πρέπει να γίνονται αστραπιαία.
Διάλεξε μερικα πιθανα σημεία του σχεδίου του, και στις μία παρά τη νύχτα ξεκίνησε να τα επισκεφθει.

Τώρα, αυτο δεν πρέπει νά ‘ταν καθόλου τυχαίο: στο πρώτο κιόλας σημείο, είδε τη Λενάρα! Με τον κόπρο. Να του χαμογελάει. Η Λενάρα, ίσως κι ο κόπρος.
Η Λενάρα έδειξε με τα μάτια τον έρημο τοίχο, και τον ρώτησε:
«- Κονσέρβα έφερες;»
«- Συγνώμη, ρε Λενάρα, δεν ήξερα ότι θα σε βρω εδω! Να κουβαλάω τον τενεκε χωρις λόγο;»
«- Τώρα, όμως, το ξέρεις!»
«- Απο φαγητο για σένα, θες τίποτε;»
«- Όχι!»

Ο Δημητράκης της έδωσε λίγα χρήματα ν’ αγοράσει αυτη σκυλοκονσέρβες, και της υποσχέθηκε ότι στο επόμενο ραντεβου θα είχε. Η Λενάρα έφυγε, κι ο ταπεινος μιμητης του ΝταΒίντσι έφτιαξε ένα ταπεινο αριστούργημα ακόμη.

Την επόμενη μέρα, πάρ’ το πάλι το σχόλιο στο ιστολόγιο του «Χριστου»! Έ, η Λενάρα όντως δεν παιζόταν!

Το βράδυ, που ακολούθησε αμέσως μετα, ο Δημητράκης έβαλε σακκίδιο στην πλάτη. Το σπραίϋ τό ‘κρυβε κάπως αδέξια κάτω απ’ τις καλοκαιρινες του μπλούζες, αλλα σπραίϋ και σκυλοκονσέρβα μαζι δεν κρυβόντουσαν. Άρα, το σακκίδιο ήταν απαραίτητο.
Όταν ξανασυνάντησε τη Λενάρα, δεν του έκανε έκπληξη. Ευτυχως, η αλήτισσα είχε διακριτικότητα: πήρε την κονσέρβα κι έφυγε, αφήνοντας τον Δημητράκη να ζωγραφίσει. Ο Λεωνίδας πρόλαβε μονάχα μερικα χάδια, το δείπνο του θα τό ‘παιρνε αλλου.

Ξανα το σχόλιο την επόμενη μέρα, ξανα η ζωγραφικη… η εξωκοσμικη αυτη αλυσίδα συνεχίστηκε για κάμποσο. Μερικες φορες ο «παραλήπτης» αργούσε, κι ο Δημητράκης ανησυχούσε, μήπως και δεν κατάλαβε το μήνυμά του. Ευτυχως, όμως, πάντα ανταποκρινόταν, έστω και με καθυστέρηση (είχε δουλειες, έγραφε) και πάντα γινόταν κατανοητος.
Ευτυχως, πάλι, που του «Χριστου» τού ‘κοβε, και κάποια μάλλον επικίνδυνα πορίσματα δεν τα εξηγούσε – αν κι έγραφε ότι κατάλαβε το νόημά τους πολυ καλα.

Η τελευταία συνάντηση με τη Λενάρα, σ’ αυτη τη φάση, περιείχε έναν ακόμη λεναρίσιο «εξορκισμο» με σκόρδα και τα ρέστα, καταμεσης του δρόμου. Η τρελλη (τρελλη; ) του εξήγησε ότι «έφτιαξε γέφυρες» με τον «Χριστο», ώστε ο δεύτερος ν’ ακολουθει θέλοντας και μη τα χνάρια του Δημητράκη. Όπου ζωγράφιζε ο Δημητράκης, ο άλλος θα αισθανόταν μια ακατανίκητη επιθυμία να περάσει απο ‘κει.

Πάντα σπρώχνοντας το καρροτσάκι με τα μωρα.

Όταν τη ρώτησε γιατί το έκανε αυτο με τις «γέφυρες», η Λενάρα του είπε πως είναι τρομερα επικίνδυνο να βρεθουν.

Ο Δημητράκης δεν αμφέβαλε καθόλου. Για τίποτε.

νέον κεφάλαιον: Σουηδοι γλεντζέδες

Κι αυτο αφιερωμένο στον Σβεννεγκρέκο!

Αν οι λεπτομέρειες της μεταφυσικης επικοινωνίας με κάποιον άγνωστο ήταν πονοκέφαλος για τον Δημητράκη, καθόλου δεν ήταν ο μόνος. Είχε κι άλλους, που, πότε τον βαρούσαν παράλληλα, και πότε περίμεναν τη σειρα τους: την μηδέποτε περατωνόμενη πτυχιακη εργασία, τη σχέση του με την Άννα, το πτυχίο, τα μετα το πτυχίο…

Το παυσίπονο του ενος πονοκεφάλου ήταν η πανεπιστημιακη βιβλιοθήκη, όπου ο Δημητράκης έπρεπε να πατάει τακτικα, αν ήθελε να δει το φώς του. Απο χαρακτήρα, είχε φτιάξει κι εκει «κοννέξια». Με τη Ντίνα.
Ένθα Ντίνα ήτο μπουμπου εικοσαετης, παχουλούλα και στρουμπουλούλα, εκ χωρίου τινός της περιοχης. Απόφοιτος Λυκείου και «καλη οικοκυροπούλα», που έγραφαν κι οι παλιες αγγελίες συνοικεσίων. Ως κόρη κομματάρχη, είχε διοριστει -χμ- «αξιοκρατικως» ως βοηθος βιβλιοθηκάριος.

Ο Δημητράκης απ’ την αρχη κατάλαβε πως την είχε του χεριου του – όχι με τη σεξουαλικη έννοια, αλλα με την έννοια των εκδουλεύσεων. Σέξ; Ά, όλα κι όλα, η Ντίνα -ως πονηρη χωριάτα- δεν θα του καθότανε του άνεργου φοιτητάκου με τίποτε. Βλέπεις, αυτη έψαχνε τη θριαμβευτικη είσοδο στα σαλόνια της μεγάλης πόλης -διότι, μέχρι στιγμης, είχε φτάσει μονάχα μέχρι την κουζίνα-, αφου πρώτα παντρευόταν κάποιον «αξιόλογο» ντόπιο.
Ωστόσο, στις εκδουλεύσεις προς τον Δημητράκη, η Ντίνα ήταν πρώτη και καλύτερη. Τον συμπαθούσε! Άλλως τε, δεν ήταν κακο άτομο. Μοσχαρογκόμενα ήταν.
Πότε του κρατούσε τα καλα αντίτυπα απ’ τα βιβλία, πότε του κρατούσε το μοναδικο αντίτυπο που απέμενε στα ράφια (ρίχνοντας άλλους υποψήφιους αναγνώστες, με το να λέει ψέμματα), πότε ο,τιδήποτε.

Ο Δημητράκης, πάλι, της έκανε άπειρα δωράκια, στα οποία η χοντρούλα δεν είχε την παραμικρη άμυνα: σαντουϊτσάκια, τυρόπιττες, γλυκα, καφέδες, κτλ. Δεν της τ’ αγόραζε όλα με δικα του λεφτα – πολλες φορες προθυμοποιούνταν απλα να πάει αυτος να της τ’ αγοράσει απ’ το μαγαζι (του οποίου ο διανομέας αργούσε σε σπαστικο βαθμο), για να μην αφήσει αυτη το πόστο της.
Το αποκορύφωμα ήταν, όταν, μια φορα στη γιορτη της, της χάρισε μία σειρα καλλυντικα σε συσκευασία δώρου. Απο τότε, η Ντίνα τον είχε μονίμως στα όπα-όπα.

Της χάριζε κι άφθονο φλέρτ, κι άλλο που δεν ήθελε η Ντίνα!
«- Ντίνα, απόψε θα περάσεις μαζι μου μια βραδια άγριου σέξ!», της έλεγε. «Θα σου σκίσω τα εσώρρουχα, θα σε ρίξω στο πάτωμα, στα τέσσερα, και θα σε μαστιγώσω!»
«- Χαχάααα!!! Σώπα καλε, δε ντρέπεσαι που λες τέτοια!», απαντούσε η χοντρούλα.
«- Ντρέπομαι, αλλα μ’ αρέσει!», ματαπαντούσε ο Δημητράκης.

Ο Δημητράκης παραμόνευε πότε θά ‘χει η χοντρούλα βάρδια, για να έχει όλες τις ανέσεις της βιβλιοθήκης, τις μη προσβάσιμες στο ευρυ κοινον. Μέχρι και στον υπολογιστη της Ντίνας (με το πρόγραμμα χρεώσεων των βιβλίων, κτλ) είχε το ελεύθερο να χορεύει καλαματιανο.
Εκείνο το μεσημέρι, ο Δημητράκης μπήκε στη βιβλιοθήκη ανακουφισμένος, που γλύτωνε την κάψα του καλοκαιριάτικου ήλιου.
«- Ντίνα!», είπε στη χοντρούλα, που -αντιθέτως- το ντύσιμό της ήταν πανάλαφρο, «Πότε σχολας, να πάμε για μπάνιο»;
«- Μμμμ, μωρε, αν μου τό ‘λεγες νωρίτερα… Να ξέρω κι εγω, να ετοιμαστω! Να φορέσω το μαγιώ μου!»
«- Εκει που έχω σκοπο να σε πάω, δεν θα χρειαστεις μαγιώ!»
«- Χίχίχίιι!!! Σώπα καλε! Εγω, γυμνη;»
«- Γιατί, τί έχεις εσυ; στο πηγάδι κατούρησες;»

Μετα απο κάμποσο γέλιο, η Ντίνα του ανακοίνωσε μία σειρα απορριπτικων λόγων. Είτε αληθινοι ήταν αυτοι, είτε ψεύτικοι. Σχόλαγε βράδυ, είχε τις μέρες της, ήταν κουρασμένη. Μπορούσε, όμως, να τον κεράσει δροσερο χυμο.

«- Δε μου λες κάτι;», ρώτησε η Ντίνα ξαφνικα.
«- Ό,τι θες!»
«- Αυτος ο δικος σας…», και του περιέγραψε το φίδι, «ήρθε εδω και δανείστηκε ένα βιβλίο, και δεν μπορούσε να το βάλει στην τσάντα του, επειδη είχε ήδη μέσα ένα μεγάλο κλασσέρ, που έγραφε απ’ έξω με μεγάλα γράμματα Ές Κάππα Δύο. Πάλευε κανα πεντάλεπτο με τον όγκο του κλασσέρ, μέχρι να τα βολέψει όλα μέσα στην τσάντα! Τ’ είν’ αυτο το Ές Κάππα Δύο;»
«- Δεν ξέρω! Δεν το κοίταξες εσυ στο Ίντερνετ;»
«- Δεν πρόλαβα, είχα κόσμο!»
«- Περίμενε μια στιγμη!», είπε ο Δημητράκης, και πετάχτηκε στο πλησιέστερο τερματικο.

Δεν άργησε να το βρει, ήταν μία εταιρεία κατασκευης κι εμπορίας ιατρικων μηχανημάτων, μ’ έδρα τη Σουηδία.

«- Ιατρικα μηχανήματα!», είπε της χοντρούλας.
«- Και τί τα θέλει; γιατρος είναι;»
«- Ρε συ!», έλαμψε το χαμόγελο του Δημητράκη. «Ο προγραμματισμος δεν ισχύει μονάχα στα γκομπιούτερζ! Μέχρι κι οι γκαραζόπορτες προγραμματίζονται! Απλούστατα, στα ιατρικα μηχανήματα βρίσκεται το χοντρο το παραδάκι, Ντίναααα!!!», έκανε με τα τρία δάχτυλα του δεξιου χεριου του τη χειρονομία του καταμετρητη χαρτονομισμάτων.
«- Λες, έ;»
«- Λέω! Μάλλον θέλει να βγάλει κανένα έξτρα χαρτζηλίκι! Δεν φτάνει ο μισθος του καθηγητη!»
«- Καλα αυτο… Αλλα το βιβλίο που δανείστηκε, τί το ήθελε;»
«- Ποιο βιβλίο;»
«- Καλε, πήρε ένα βιβλίο για την Παλαιοανθρωπολογία στην Ελλάδα! Κομπιουτεράς δεν είναι, σαν εσένα; Τί τον νοιάζουν αυτα;»

Το χαμογελαστο πρόσωπο της Άννας πλημμύρισε το μυαλο του. Όπως οι δάσκαλοι ξιφασκίας, που φωνάζουν: «- Φυλαχθείτε!» στους μαθητες τους. Αν και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικο ο Μητσάκος, με τίποτε δεν έπρεπε να καταλάβει η κουτσομπόλα χοντρούλα πού πήγαινε το πράγμα.

«- Ξέρω ‘γω; Θέλει να μορφωθει!»
«- Έλα, μωρε, άσ’ το δούλεμα! Ξέρεις, και δε μιλας! Σ’ εμένα;», έκανε ναζιάρικα η χοντρούλα, κι έσκυψε λιγάκι, να φανει το δαντελλωτο σουτιέν της απ’ το άνοιγμα του καλοκαιρινου πουκάμισου.
«- Ρε συ, Ντίνα, ειλικρινα! Μάρτυς μου ο Θεος, δεν ξέρω! Μπορει απλα ο άνθρωπος να είναι βαρεμένος! Ξέρεις, στη σημερινη εποχη, πόσοι είναι ήδη ψυχοπαθεις, αλλα όχι τόσο, ώστε να τους χώσουν μέσα;»
«- Ξέρω… Σα νά ‘χεις δίκιο! Αλλα τί τό ‘θελε, κατα τη γνώμη σου;» Πριν πάρει ανάποδες ο Δημητράκης (η χοντρούλα δεν ήταν άσχετη με τον αντρικο τρόπο του σκέπτεσθαι και του φέρεσθαι), συμπλήρωσε: «Κουτσομπολιο κάνουμε, μωρε! Να περάσ’ η ώρα! Βαρέθηκα απ’ το πρωΐ εδω μέσα!»

Η χοντρούλα δεν τό ‘βαζε κάτω εύκολα. Ούτε κι ο Δημητράκης, όμως, ήταν εύκολος αντίπαλος. Το θηλυκο μυαλο της Ντίνας δεν ήξερε ότι αντιμετωπίζει ένα άλλο θηλυκο μυαλο!

«- Έχεις ακόμη ένα αντίτυπο;»
«- Να δω!» Η χοντρούλα σκάλισε το πληκτρολόγιό της. «- Μμμμ… ναι!»
«- Μπορω να το πάρω σπίτι; Θα το διαβάσω, και θα σου πω!», κέρδισε χρόνο ο Δημητράκης.
«- Εντάξει!», έκανε η χοντρούλα, αλλα ο Δημητράκης την πρόλαβε. «Μπορεις, σε παρακαλω, και να μην περάσεις την καταχώρηση;»
«- Εντάξει!», είπε η Ντίνα, «Πάρ’ το έτσι, αβαβά, αλλα μην πάθει τίποτε, έ; Θα το χρεωθω εγω! Δεν είναι τα λεφτα, είναι ποιος το βρίσκει και ποιος το βάζει στην κενη θέση, μέχρι να γίνει έλεγχος! Αφορμη ψάχνουν να με χέσουν!»
«- Εντάξει, ρε Ντίνα, τί φιλαράκια είμαστε!», είπε ο Δημητράκης, και της έκλεισε το μάτι.

Η Ντίνα εξαφανίστηκε στα ράφια, και γύρισε με το αντίτυπο του βιβλίου. Ο Δημητράκης πήρε τα βιβλία για την εργασία του, πήρε και το επίμαχο βιβλίο της Παλαιοανθρωπολογίας, τά ‘βαλε στο σακκίδιό του (που -απ’ τη συχνη χρήση- κόντευε να γίνει καμπούρα του, πλέον), κουβέντιασε για ακόμη κανα δεκάλεπτο για σαχλαμαρίτσες, χαιρέτησε κι έφυγε.

Το μυστήριο γινόταν πυκνότερο, αντι να διαλυθει.

«- Ιατρικα μηχανήματα!…», σκέφτηκε ο Δημητράκης στο δρόμο για το σπίτι. «Τί διάολο τα θέλει;»

Σαν παραμύθι – VII

12 Σχόλια

ώρα, αυτον, «Χριστό» δεν θα τον έλεγες. Ά-μπά. Με τίποτε. Δεν έμοιαζε του Χριστου, ούτε όταν έμενε αξύριστος.

Ο τύπος ετούτος ήταν, γενικως, «πρώην». Πρώην εραστης, πρώην γλεντζες και ξενύχτης, πρώην φιλομαθης, πρώην ευρυμαθης (καλα… σ’ αυτο ήταν και «νύν»), πρώην ορεξάτος για δουλεια. Πάντως, παρ’ όλ’ αυτα τα «πρώην», δεν είχε καταφέρει τίποτε αξιόλογο στη ζωη του τόσα χρόνια… εκτος απο έναν γάμο και δύο πιτσιρίκια, κάπως σιτεμένος.
Μ’ άλλα λόγια, αν υπήρχε βραβείο «Ο Άχρηστος Της Χρονιας», θα τό ‘παιρνε συνεχως, όπως ο Ολυμπιακος Πειραιως τα πρωταθλήματα.
Αντίθετα, έβλεπε τους μαλάκες να βγάζουν ένα σωρο λεφτα, συν ν’ αναρριχώνται στα «ρετιρέ» της κοινωνίας, και του την έδινε άγρια. Θυμόταν, όμως, ως αντίδραση, και τη θεωρία του Λεβέντη περι βλακων, και ηρεμούσε. Η κυριαρχία των βλακων ήτο φυσιολογικο φαινόμενο στον σύγχρονο κόσμο – το αντίθετο (δηλαδη, το να κυριαρχουν οι έξυπνοι) θα ήταν σχεδον «παρά Φύσιν». Άσε που, όποιος αναρρριχάται με περισση ευκολία, είναι πίθηκος. Ο άνθρωπος -και δη ο έξυπνος- δυσκολεύεται.

Επιπλέον, θεωρούσε πως οι συμπατριώτες του, που την Κυριακη ψηφίζουν και τη Δευτέρα καταριούνται αυτους που ψήφισαν, δεν είναι λαος για προκοπη. Είναι εντελως για σφούτσες.

(Ουδεις γνώριζε, τί σήμαινε μέσα στο ταραγμένο μυαλο του αυτη η ιδιωματικη απόδοση του ανδρικου «μορίου». Μάλλον το ότι έπρεπε να χωθει στο απευθυσμένον των ενόχων πράξεων βλακείας τιμωρητικως και με σφοδρότητα.)

Αυτα σκεφτόταν, και, πότε του την έδινε, πότε ηρεμούσε. Τώρα, πάντως, δεν ήταν τίποτ’ άλλο, παρα ένας κλόουν για τα μικρα του. Όλη του η ζωη ήταν δουλεια-σπίτι, συν το να βάζει μπρος διάφορα παιχνίδια (πχ παπάκια που τραγουδάνε, ή πιθήκια που κουναν τα χέρια τους), και ν’ αλλάζει μπαταρίες… και πάνες με βρεφικα σκατα.
Συν το να μαθαίνει εκών-άκων διάφορα παιδικα τραγουδάκια, των οποίων τους στίχους παραποιούσε συστηματικα. Φερ’ ειπειν, εκει που λέει:

ένα αρκουδάκι καφέ καφέ καφέ-ε

τό ‘κανε:

ένα σκατουλάκι καφέ καφέ καφέ-ε
το σώβρακο του γύ-υφτου καφέ καφέ καφέ

Έκανε κι άλλα τέτοια, πχ όταν έβλεπε ζευγαράκια να φιλιούνται και να χουφτώνονται, έλεγε φωναχτα με κακία: «- Να δείτε τί παλούκια σας περιμένουν, κατακαημένα!»

Έλα, όμως, που το παράξενο αυτο κράμα αντικοινωνικότητας και κακογουστιάς ήταν …δημοφιλες! Είχε αρκετους φίλους και φίλες τόσο στο Διαδίκτυο, όσο και στην πραγματικη ζωη. Ο λόγος; τους/τις έκανε να γελάνε – και το γέλιο σπανίζει την σήμερον.

Σα να μην έφταναν αυτα τα βάσανα, είχε και τη μάνα του σε κατάσταση «ού γάρ έρχεται μόνον». Καταντίπ στην κοσμάρα της η γρια, κατάκοιτη πλέον, καθημερινα έλεγε ασυναρτησίες, την τάϊζαν στο στόμα, κι έκανε αυτα που έκαναν και τα μωρα.
Πλην όμως, αντίθετα με τα μωρα, θεωρούσε τη γεροντικη πάνα ως ιδιάζοντα βιασμο της ελευθερίας της, και την έβγαζε. Κι έτσι, πολλες φορες το πρωΐ, η γυναίκα που την φρόντιζε βρισκόταν εμπρος σε εικαστικες παρεμβάσεις με -χμ- γήϊνα χρώματα στα σεντόνια και τις κουβέρτες – προς μέγιστον φρικάρισμα και δικο της, και του γυιου. Του τύπου, που περιγράφουμε.

Συμπερασματικα μιλώντας, πώς λέμε: «Χριστός»;

Έ! Καμμία σχέση!

Η μόνη του ομοιότητα με τον Κύριον Ημων προέκυπτε, όταν τον φώναζαν οι φίλοι του για καφε, κι έκανε μήνες να πάει να τους δει: «- Χριστό σε κάναμε!», τού ‘λεγαν.

‘Μπάσ’ περ’πτώσ’, απο ένα παράξενο παιχνίδι της Μοίρας, το συγκεκριμένο αυτο άτομο (και κανένα άλλο!) επελέγη «άνωθεν», να βοηθήσει τον Δημητράκη στο παλούκωμα των βρυκολάκων… είτε του άρεσε του Δημητράκη, είτε όχι.

Ο τύπος, ως καλος μπαμπας, έβαζε τα βλαστάρια του στο καρρότσι, και τά ‘βγαζε βόλτα. Ακόμη, όμως, και μ’ αυτη την εντελως μπανάλ ενέργεια, πάλι κατάφερνε να τραβάει τα βλέμματα: δίδυμα, γάρ, τα μικρα, και το καρρότσι εντελως ασυνήθιστης κατασκευης, ωσαν διθέσιο επιθετικο ελικόπτερο. Μέχρι που σκεφτόταν να ζητήσει να παρελάσει στις εθνικες γιορτες μ’ αυτο, και με τα μικρα (το μέλλον του Έθνους!) μέσα.
Σπορ παπούτσια, λοιπον, ο μπαμπας, φόρμες, και σπρώξιμο πού ‘κανε μπράτσα! Καλοθρεμμένα απ’ τις φρουτόκρεμες τα μανάρια, είχε φτάσει το σύνολο να ζυγίζει ίσαμε μιά τσιμεντοσακκούλα. Ευτυχως, όμως, οι κατασκευαστες είχαν κάνει καλη δουλεια, και δεν έβγαλε τη μέση του. Μεγάλες ρόδες, τιμονιέρα, ελαφρο υλικο σκελετου, καλοζυγισμένο το βάρος, ‘ντάξ’! Χάϊ-τέκ και μεγαλεία πράγματα!… που του δίνανε μιά αίσθηση υπεροχης απέναντι στους «επιτυχημένους» πιθήκους, που ψηφίζανε. (Όχι πως δεν τη χαιρότανε αυτη την αίσθηση, δηλαδη!)

Οπότε, με τη βόλτα είχε όλον τον καιρο να παρατηρει το τοπίο. Κι άλλο πλεονέκτημα, η σιγανη ταχύτητα. Είδε πράγματα, που άλλες φορες πέρναγε απο δίπλα τους και δεν τα πρόσεχε καθόλου.

Ανάμεσα σ’ αυτα, και το γκράφφιτι του Δημητράκη… το οποίο ενήργησε ως άλλος Ασκληπιος: ανέστησε τον πεθαμένο!

…Ο Δημητράκης είχε ρίξει τη μπουκάλα με το μήνυμα στον ωκεανο, και περίμενε το αποτέλεσμα. Την πρώτη μέρα έκανε κάτι, μάλλον απερίσκεπτο: καθόταν σ’ ένα παγκάκι παρακει, και με λοξη ματιά φιλτράριζε το ποιος θα προσέξει το γκράφφιτι.
Τζάμπα κόπος, όμως, διότι οι περαστικοι ούτε που το πρόσεχαν. Πέρασε αρκετη ώρα, τίποτε. Έπρεπε, λοιπον, να φύγει, διότι έπρεπε να φάει… συν το να ικανοποιήσει τις υπόλοιπες βιολογικες του ανάγκες.

Πώς, όμως, θα καταλάβαινε ότι ο σπόρος του φύτρωσε; Και – κυρίως: ήταν σίγουρο αυτο; Ήταν σίγουρο ότι κάποιος θ’ αναλάμβανε τη συνέχεια; Ότι τελικα υπήρχε αυτο το άτομο;
Ξανα, λοιπον, προσφυγη στο θηλυκο μυαλο της Άννας!

«- Είναι σίγουρο, αλλα μη ρωτας γιατί!», του απάντησε η αγαπημένη του. «Κι όσο για το πώς θα δεις ότι το είδε: έ, στην εποχη μας ζει. Αντι να παραφυλας, δεν ψάχνεις πρώτα το Ίντερνετ, μήπως έγραψε τίποτε εκει;»

Πέρασαν μερικες μέρες, κι ο Δημητράκης έβαλε στα ψαχτήρια κάποιες λέξεις κι εκφράσεις πολυ συγκεκριμένες, όπως πχ «περίεργο σύμβολο». Δεν άργησε να βρει το γκράφφιτί του φωτογραφημένο και σχολιασμένο σ’ ένα ιστολόγιο! «- Ευχαριστω, Άννα!…», ψιθύρισε. «Εδω είμαστε!»
Έβαλε το ιστολόγιο στα bookmarks, κι έβαλε τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι του, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Ο συγγραφέας του ιστολογίου, όχι μόνο είχε δώσει τη σωστη ερμηνεία του συμβόλου, αλλα υποσχόταν και συνέχεια σττις σχετικες αναρτήσεις!

Ακόμη μία εξωνυχιστικη έρευνα σ’ όλο το Ιντερνέτι, διεθνως, δεν απέδωσε τίποτε. Κανεις δεν ήξερε κάτι για το σύμβολο, αλλοιως κάπου θα υπήρχε κάποια παρουσίαση. Τίποτε! Πουθενα!
Το συμπέρασμα ήταν, πως αυτος ο τύπος το είχε βρει το σύμβολο …συμπερασματικα, όπως τό ‘χε βρει κι ο ίδιος. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση…

…Πράγμα που επιβεβαιώθηκε κανένα μήνα αργότερα, όταν ο άγνωστος συγγραφέας έφτασε -με ψυχοβγαλτικο ρυθμο σαλιγγαριου, είν’ αλήθεια- στη συγκεκριμένη συνέχεια του θέματός του, που εξηγούσε το πώς και το γιατί του συμβόλου.

«- Έξυπνος! Πολυ έξυπνος!», μουρμούρισε ο Δημητράκης – και γουστάρισε! Πέραν πάσης λογικης αμφιβολίας, ο τύπος ήταν ο άνθρωπός του.

Ευχαρίστησε νοερα τον Θεο, τη Λενάρα, τον κόπρο, την Άννα, τον χοντρο. Και …τον «Χριστο»! Όμως, υπήρχε ακόμη ένα προβληματάκι – οργανωτικης φύσεως:

Εαν συνέχιζε αυτον τον ιδιότυπο διάλογο με τον «Χριστο», θά ‘πρεπε να του δώσει να καταλάβει ότι τα επόμενα γκράφφιτι που θά ‘φτιαχνε, είναι κι αυτα δικα του. Δεν έπρεπε να περιμένει να το βρει αυτο ο άλλος μόνος του, απο γραφολογία και υφολογία. Δεν ήταν σωστο.
Άρα, έπρεπε να βρει «υπογραφη».

«- Προσποιήσου!», είχε πει η Άννα. «Μην τους αφήνεις να καταλάβουν τί αισθάνεσαι!»

Κι έτσι, διάλεξε το πομπώδες όνομα «Αχιλλέας». Ο ήρωας, που τα βάζει με τους κακους, που βγάζει τα γυναικεία ρούχα και πάει στη μάχη, ενω ξέρει ότι θα σκοτωθει. Έδειχνε άνθρωπο με αυτοκτονικες τάσεις, αλλ’ αυτο ήταν ψεύτικο.

Ο Δημητράκης δεν είχε πια κανέναν λόγο να λυπάται.

Older Entries