Αρχική

Το τέλος – β’

20 Σχόλια

(προηγούμενο)

vi.

Στην κυβική αίθουσα συσκέψεων.

Ώρα μία πρωϊνή ακριβώς.

Ο επικεφαλής των δεκατριών σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του. «- Λύεται η συνεδρίασις!», είπε μ’ επίσημο παγερό ύφος. Τον μιμήθηκαν όλοι οι υπόλοιποι καί σηκώθηκαν κι αυτοί.

Αφήνοντας κατά μέρος τις επισημότητες, τους απευθύνθηκε με οικείο αυτή τη φορά ύφος. Σαν συμβουλευτικό· πατρικό, θά μπορούσες να το πείς.

«- Πιστεύω, το προσεχές χρονικό διάστημα να θυμάστε διαρκώς, ότι απόψε θέσαμε ως πρώτη προτεραιότητα την απόλυτη καταστροφή εκείνης της χώρας – καί να το προχωρήσετε, ο καθένας στον τομέα του.», είπε. «Περιμένω απτά αποτελέσματα, το πολύ μέσα σ’ έναν χρόνο!»

«- Μ’ όλον τον σεβασμό, πρεσβύτερε…», παρενέβη ένας απ’ τους υπόλοιπους, «…απόψε μιλήσαμε γιά τρείς χώρες προς καταστροφή. Αν κατάλαβα καλά, ως πρώτη προτεραιότητα στο έργο μας εννοείτε την Ελλάδα;«, κατέληξε.

«- Ναί! Αυτήν εννοώ. Καί τώρα να πας να πλύνεις το στόμα σου, που το μόλυνες με κακιά λέξη!», αστειεύτηκε ο αρχηγεύων. Είτε αυθόρμητα, είτε από υποχρέωση, όλοι γέλασαν.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα εισόδου στο κυβικό δωμάτιο, καί μπουκάρισε μ’ αποφασιστικό ύφος ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.

 

Αυτό δεν είχε ξαναγίνει!… Δεν προβλεπόταν στο πρωτόκολο, ακόμη καί γιά όταν στο κυβικό δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς. Οι σωματοφύλακες πάντα περίμεναν στο επάνω δωμάτιο καί στον προθάλαμο. Ποτέ δεν έφταναν εδώ κάτω.

Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε, καί κοίταξαν τον υψηλόσωμο σωματοφύλακα – ερωτηματικώς πως. Αυτός στάθηκε λίγο πιό μέσα απ’ την είσοδο, καί κάρφωσε κατάματα τον αρχηγεύοντα.

«- Σολομωνάααα-κοοοο!«, είπε με τόνο τέτοιον, που κοροϊδεύονται τα μικρά παιδιά μεταξύ τους. «Γιά πού τό ‘βαλες;»

Το ανοίκειο της παρουσίας του σωματοφύλακα, γέμισε την ατμόσφαιρα μ’ άσχημη έκπληξη· αλλά δέκα φορές περισσότερον ηλεκτρισμό φόρτισε την ομήγυρη η πρωτάκουστη αυθάδειά του. Τον κεραυνό, όμως, στα κεφάλια των συνέδρων τον αμόλησε η φωνή του.

Ήταν γυναικεία!

Ο αρχηγεύων νευρίασε στο έπακρο· αν ο σωματοφύλακας είχε έστω καί μικρό ίχνος ψυχικής ευαισθησίας, καί μόνο το βλέμμα του πρεσβύτερου θα τον σκότωνε. Με δυσκόλως ελεγχόμενο θυμό, του μίλησε με παγερή αυστηρότητα.

«- Τί συμβαίνει, Χαΐμ; Τί συμπεριφορά είν’ αυτή;»

«- Πού πας βιαστικός, Σολομωνάκο, χωρίς να μας χαιρετήσεις;», ανταπέδωσε η κοροϊδευτική γυναικεία φωνή.

 

Ήταν φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ. Ο Σολομωνάκος, δηλαδή ο μέχρι πρότινος χαίρων απολύτου σεβασμού πρεσβύτερος, είχε γίνει μπαρούτι.

Προσπάθησε να συγκρατήσει τη λογική του, που δεν θ’ άντεχε άλλη επίθεση συναισθήματος – χρόνια καί χρόνια ξέμαθη, γάρ. Μέχρι σήμερα, γινόταν ό,τι γούσταρε ο λεγάμενος· κι ακριβώς όπως το ήθελε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε θυμούς καί νεύρα, γιά να περάσει το δικό του. Κι εδώ δεχόταν τέτοια κόντρα στη θέλησή του -που είχε συνηθίσει να την επιβάλει ασυζητητί στους πάντες-, που ο έλεγχος της συμπεριφοράς του ακουμπούσε πλέον τα σύνορα του αδύνατου.

Επιτέλους, τί συμβαίνει; Η καταγωγή του επικεφαλής σωματοφύλακα ήταν ελεγμένη χίλια τα εκατό, καί από τα δυό γενεαλογικά δέντρα του. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια που τους υπηρετούσε, δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή ν’ αμφιβάλουν γι’ αυτόν. Άρα, αυτό το ξαφνικό απόψε;… Τί…;

«- Δε συνηθίζεις να λες καληνύχτα στις κυρίες;», συνέχισε η γυναικεία φωνή.

 

Ο αρχηγεύων πρεσβύτερος κόντεψε να εκραγεί, ενόσω μερικοί απ’ τους άλλους -που ψιλοκατάλαβαν τη δύσκολη κατάσταση- έσπευδαν προς το μέρος του, να τον βοηθήσουν· κ’ οι υπόλοιποι έκαναν καναδυό βήματα προς τον σωματοφύλακα, κινούμενοι απειλητικά. Όμως αυτός, χωρίς να πάρει το βλέμμα του απ’ τα μάτια του πρεσβύτερου, ξεθηκάρωσε το Γκλόκ, το απασφάλισε καί τ’ όπλισε σε κλάσμα δευτερολέπτου. Στον επόμενο αριθμητή του κλάσματος, πρόταξε το πιστόλι του εναντίον όλων, έτοιμος να πυροβολήσει. Όντας καθαρά επαγγελματίας πιστολάς, κοίταζε σταθερά μπροστά τον πρεσβύτερο, καί με την πλάγια όρασή του κρατούσε υπό έλεγχο το υπόλοιπο τσούρμο, το κινούμενο. «- Ακίνητοι, να μην το μετανοιώσετε!», ούρλιαξε.

Η φωνή τώρα σάμπως ήταν λιγάκι διαφορετική. Απ’ την ταραχή τους, όμως, δεν το καλοκατάλαβαν. Αρκέστηκαν στο ότι εξακολουθούσε να είναι γυναικεία.
«- Τσακιστήτε καί παλουκωθήτε στις πολυθρόνες σας!…», ξανάπε ο σωματοφύλακας με την παράξενη θηλυκιά φωνή, «…που είναι καί στυλάτα κομμάτια!«, συμπλήρωσε.

Με την προσταγή του σωματοφύλακα κοκκάλωσαν, αλλά χρειάστηκε κι ένα επιτακτικό νεύμα του πρεσβύτερου («εντάξει, όλα υπό έλεγχο»), γιά να ηρεμήσουν κάπως καί να πάνε να ξανακαθήσουν.

Όμως… Θηλυκιά φωνή; Ναί, αυτή τη φορά πραγματικά έγινε πιό θηλυκή. Εκτός αν ήταν κι αυτή ακόμη μιά παραίσθηση. Φαίνεται πως γιά κάποιους λόγους (παροδικούς, έλπιζαν), τα μυαλά τους ολονών απλά έπαψαν να δουλεύουν· τις στιγμές εκείνες έκαναν πουλάκια. Όχι μόνο άκουγαν να βγάζει γυναικεία φωνή ένας μαντράχαλος, αλλ’ άλλαζε καί τη χροιά διαρκώς! Δεν τους ενέπαιζε μονάχα μ’ όσα έλεγε, αλλά καί με το πώς τά ‘λεγε.

Απαράδεκτο, ακόμη κι ως παράλληλη πραγματικότητα. Αυτά όλα ήταν απλώς ένα παρατεταμένο ψέμμα – που θα ‘ρχόταν κι αυτουνού η ώρα του να τελευτήσει.

 

Ο πρεσβύτερος κατάφερε να κρατήσει πατημένο κάτω το καπάκι της οργίλης κατσαρόλας του, κι ερεύνησε το πρόσωπο του σωματοφύλακα. Το απλανές βλέμμα του τελευταίου, καθώς κι η απόλυτη ακινησία των μελών του όταν δεν μιλούσε, έδειχναν πως όλο αυτό το θέατρο δεν ήταν δικό του έργο. Δεν προσποιούταν, το άτομο· διατελούσε υπό κατάληψη από κάποια οντότητα.

«- Ποιά είσαι;», ρώτησε, ενώ ταυτόχρονα έκανε κρυφά νόημα με τα δάχτυλα προς τους λοιπούς παριστάμενους «ξεκινήστε τον εξορκισμό». Ξεκίνησε κι αυτός να τον απαγγέλει από μέσα του. Όμως, δώδεκα άτομα άρχισαν στη στιγμή να δείχνουν σημάδια πνιγμού, να κοντανασαίνουν, καί να πιάνουν τον λαιμό τους· σα να προσπαθούσαν ν’ απομακρύνουν απ’ αυτόν τα χέρια κάποιου, που τον έσφιγγε θανάσιμα. Σωριαστήκαν όλοι τους στις πολυθρόνες, καί πήραν στάσεις σαν αγγυλωμένοι.

«- Εσείς, ακίνητοι είπαμε!», σφύριξε απειλητικά η φωνή. «Όσο γιά σένα,…», απευθύνθηκε στον αρχηγό, που με τις πρώτες συλλαβές του εξορκισμού είχε τινάξει απότομα το κεφάλι του κ’ είχε σωριαστεί άδειο σακκί στο έδαφος, σα να δέχτηκε νόκ-άουτ γροθιά στη μούρη.

«- …Όσο γιά σένα, Σολομωνάκο, τους εξορκισμούς να τους χώσεις εκεί που ξέρεις!», έδωσ’ όρντινο η φωνή, εξοργισμένη. «Κι άμα θες κόντρες, πάρε!», αποτέλειωσε.

Τα χρόνια του πρεσβύτερου δεν βοηθούσαν γι’ άμεση επανανόρθωση στα δυό του πόδια. Δεν πρόλαβε, όμως, να μαζέψει τα γεροντικά κανιά του, καί το δωμάτιο αντήχησε με μιά ανυπόφορη στριγγλιά σε τέρμα ένταση. Ήχοι υπερκόσμιοι· τρίλλιες, βιμπράτο, αρπίσματα σ’ υψηλές συχνότητες,

λέξεις πανάρχαιες

να μολογούν

τα τρομερά τα μυστικά που ξέρουν,

σφυροκοπούσαν ανελέητα τα εγκεφαλικά κέντρα των παρισταμένων, που κλείναν τ’ αυτιά τους με τα χέρια τους, μπας καί γλυτώσουν. Αλλά το κακό δε σταματούσε.

 

Όταν άπαντες είχαν διπλωθεί στο πάτωμα διαλυμένοι ανάμεσα στα ξερατά τους, τότε σιώπησε ο ηχητικός εφιάλτης. Άπαντες, πλην σωματοφύλακα· που στο μεταξύ είχε ξαναβάλει το όπλο στη θήκη καί στεκόταν ακίνητος με βλέμμα απλανές. Όταν -επιτέλους!- έπαψαν οι φωνητικές εκπομπές του ενόπλου γορίλλα, ο πρεσβύτερος σύρθηκε με υπερπροσπάθεια στον πλησιέστερο τοίχο, κι ανακάθησε στηρίζοντας την πλάτη του σ’ αυτόν.

«- Ποιά είσαι;», επανέλαβε εκ νέου ο ηλικιωμένος· καταβεβλημένος καί φοβισμένος αυτή τη φορά.

«- Είμαστε περισσότερες από μία!», είπε η δεύτερη φωνή. Ναί, καθαρά τώρα, αυτή ήταν άλλη φωνή. Όχι αυτή που μίλησε αρχικά.

«- Έστω! Ποιές είστε;», άρθρωσε ο γέρος με δυσκολία. Δεν είχε βρεί ακόμη τις ανάσες του.

«- Δε μαντεύεις;»

«- Όχι…»

«- Έλα, που δεν κατάλαβες! Κατάλαβες, καί πολύ καλά μάλιστα! Μόνο που είσαι πολύ εγωϊστής, ώστε να το πείς!»

«- Έχετε σχέση με …Ελλάδα;»

Το στόμα του γέρου κόντεψε να βγάλει φλόγες, σα να κατάπιε ένα κιλό μπούκοβο μονομιάς.

«- Γιατί με βασανίζετε κι άλλο;», κατάφερε να ψελλίσει – αν καί θά ‘θελε πολύ να ξεράσει, αντί να μιλάει.

«- Δεν σε βασανίζουμε! Σου καθαρίσαμε το στόμα απ’ την κακιά λέξη που είπες!», κορόϊδεψε η πρώτη φωνή, γελώντας τρανταχτά.

 

Ο γέρο-Σολομών δεν είχε πειστεί απόλυτα πως είχε να κάνει με περισσότερες της μιάς οντότητες· εξακολουθούσε να νομίζει πως πρόκειται γιά μονάχα μία, με ικανότητες να παραλλάσσεται. Ωστόσο, κατενόησε -καί προς το παρόν αποδέχθηκε- πως είναι τελείως ανίσχυρος μπροστά της. Αποφάσισε, λοιπόν, να το παίξει. Θα πήγαινε γιά τώρα με τα νερά της, αλλά στο μέλλον ίσως… ποιός ξέρει…

«- Έχεις… έχετε» (διόρθωσε) «σχέση …με τη χώρα που είπα;»

Ο γέρος, αν κι ο αριθμός «ένα» δεν έλεγε να φύγει απ’ το κεφάλι του, άρχισε επίτηδες τους πληθυντικούς, γιά να μην εξοργίσει το άγνωστο -κι αόρατο- πλάσμα.

«- Ναί.»

«- Ποιά σχέση;»

«- Την υπεραγαπάμε!»

«- Καί ποιές θνητές έχουν τόση δύναμη;»

«- Θνητές; Τς τς τς!!! Μας υποτιμάς μ’ ελεεινό τρόπο, μπάρμπα!», συνέχισε το δούλεμα η φωνή. Η τρίτη· ναί, η τρίτη! Φάνηκε καθαρά πως δεν είχαν βαριακούσει πρωτύτερα.

«- Ποτέ μου δεν πίστευα πως υπάρχουν θεές, καί δεν θα το πιστέψω τώρα!», έκαν’ ο γέρος, συννεφιασμένος.

Η κρυστάλλινη πυραμίδα σηκώθηκε ξαφνικά στον αέρα κι έσκασε με φόρα στον τοίχο. Το κρύσταλλο έγινε χίλια κομμάτια, πού γκρεμίστηκαν στα πλακάκια με παρατεταμένο στρίγγλισμα.

«- Ούτε τώρα θα το πιστέψω!», ούρλιαξε ο γέρος, αλλά δεν έλαβε απόκριση από πουθενά.

 

Ίσως καί νά ‘ταν η έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλό του… αλλά ξαφνικά τον χώρο τον γέμισε ένα γλυκό φώς, σαν ηλιακό. Αιωρούμενο μπροστά στα μάτια όλων φάνηκε ένα ποτάμι με νερό άσπρο σα γάλα· ίσως καί νά ‘ταν όντως γάλα, που έρρεε σα νερό. Κι απόκοντα, ένα τέρας φοβερό· μιά παλιόφατσα γυναικεία με μαλλιά σα φίδια, δόντια καπριά, καί τη γλώσσα όξω, σα λυσσασμένο σκυλί. Όχι, δεν ήταν ζωντανό, αλλά ιστορημένο απάνω σε μιάν ασπίδα αρχαιοπρεπή. Καί δίπλα στο τέρας, στεκόταν μιά γυναίκα ολόγυμνη· όμορφη ετούτη.

«- Κατάλαβες τώρα, Σολομωνάκο; Ή θα συνεχίσουμε να παίζουμε τις κουμπάρες;», χαστούκισαν τ’ αυτιά του κι οι τρείς φωνές ταυτόχρονα.

Έκανε τρομερή προσπάθεια να μην προφέρει τα ονόματα· που τα θεωρούσε τόσο βδελυρά, όσο καί τον χρυσό μόσχο των οπαδών του Μωϋσή. Μά δε μπορούσε να κάνει κι αλλοιώς.

«- Ήρα!… Αθηνά!… Αφροδίτη!…», ψέλλισε μεσ’ στα νεύρα. Αλλά δεν εισέπραξε έπαινο.

«- Μην είσαι αγενής! Μας εξοργίζεις!»

«- Καί τί να κάνω, δηλαδή, γιά να μή σας εξοργίζω; Έτσι δε σας λένε;»

«- Να μας προσφωνείς με τον τίτλο μας! Δεν είμαστε οι μικρές σου αδελφούλες!»

«- Με συγχωρείτε!…»

«- Λοιπόν;»

«- Εντάξει, εντάξει… θεά Ήρα, θεά Αθηνά!…», κόμπιασε.

«- Καί…;«, τον έκοψε η πρώτη φωνή, με προσμονή. Αλλά ο γέρος δεν παρέδιδε εύκολα τα όπλα.

«- Εσείς οι δύο, εντάξει. Δεν σας γουστάρω, το ξέρετε, αλλά είσαστε αξιοσέβαστες. Δεν γίνεται, όμως, να προσφωνήσω ‘θεά’ την πουτάνα!» (εδώ κούνησε το κεφάλι του, σα νά ‘φτυνε) «Που καί τώρα εμφανίστηκε γυμνή μπροστά μου, σα δε ντρέπεται! Μπροστά σε μένα, έναν άνθρωπο του Θεού!», έκανε χολωμένος.

«- Δε λες να παραιτηθείς απ’ τις ανόητες αντιλήψεις σας!…», τον περίπαιξε η τρίτη φωνή. «Έχει κολλήσει το ρημάδι σας… εκείειειει!!! Καί δεν ξεκολλάει! ‘Κατώτερο είδος η γυναίκα!’ Αλήθεια, ρέ μπάρμπα, αν εσάς σας φέρνει στον κόσμο ένα κατώτερο είδος, τότε εσείς τί είσαστε;»

Ο γέρος δεν έβγαλε άχνα.

«Κι όσο γιά την εμφάνισή μου, αν εσύ με θες ντυμένη, κάποια δισεκατομμύρια ανδρών με προτιμούν χωρίς τα ρούχα μου! Με τόσους θαυμαστές, εσύ δεν θα μου λείψεις καθόλου… μπάρμπα!«, τον ειρωνεύτηκε η τρίτη φωνή.

Ο γέρος συνέχιζε τις ασκήσεις σιωπής.

«Δεν τελειώσαμε, όμως… μπάρμπα! Επειδή δεν με σέβεσαι, δεν σε σέβομαι ούτ’ εγώ! Πάρε, λοιπόν, το δώρο μου, να βάλεις μυαλό!», γέλασε απελευθερωμένα η τρίτη φωνή.

Ο γέρος αισθάνθηκε να του φεύγουν τα ούρα καί τα κόπρανα, καί να τον πλημμυρίζουν. Εντελώς ανίκανος να τα συγκρατήσει, σα μωρό, κατακόκκινος από λύπη κι οργή αντάμα, έβαλε τα κλάμματα, ούρλιαζε, συγκρατιόταν (από φόβο) να μή βρίσει, χτυπούσε τις  γροθιές του όπου έβρισκε. Αλλά μάταια.

 

Δεν πρόλαβε να βρωμίσει ο αέρας απ’ τις αποχετεύσεις του γέρου, καί μπούκαραν στο κυβικό δωμάτιο κι όλοι οι υπόλοιποι σωματοφύλακες. Ενεργώντας σαν υπνωτισμένοι, σαν αυτόματα, φόρεσαν από ένα ζευγάρι χειροπέδες στους υπόλοιπους συνέδρους, κι άρχισαν να τους τραβάνε προς τα πάνω, προς την έξοδο. Κανείς δεν αντιστάθηκε· αποδέχθηκαν τη μοίρα τους μέσ’ στη σιωπή, λες καί το περίμεναν. Μόνον ο γέρος άνοιξε το στόμα του, ενόσω του πέρναγε χειροπέδες ο επικεφαλής των σωματοφυλάκων.

«- Κάτι τελευταίο!», πρόσταξε -στιγμιαία ενθυμούμενος τις δόξες του-, κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά του.

Σιωπή. Απόλυτη.

Ο γέρος συνέχισε, χωρίς να περιμένει έγκριση.

«- Κερδίζαμε!… Γιατί παρεμβήκατε τόσο χοντρά,… θεές;» (Την τελευταία λέξη την είπε αρκετά πικρόχολα.)

«- Γιατί να μην παρέμβουμε;»

«- Επειδή αυτό αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους!»

Τριπλό γέλιο.

«- Αντίκειται στους Συμπαντικούς Νόμους, λέω!», τα στύλωσε με πείσμα γεροντικό.

«- Κοίτα τον, που μας κάνει καί μάθημα!… Κι εσείς, δηλαδή, είσαστε σύμφωνοι με τους Συμπαντικούς Νόμους; Αυτό θες να πείς;»

«- Είμαστε!», θύμωσε ο γέρος – που είχε καταντήσει τόσο χάλια, που πλέον δεν πρόσεχε ποιά φωνή του μιλάει.

«- Τους χτυπάτε τους Έλληνες κάτω απ’ τη ζώνη! Ανέντιμα! Θαρρείς πως συμφωνούν με τους Συμπαντικούς Νόμους τέτοια καμώματα;»

«- Δεν έχει σημασία πώς τους χτυπάμε, μιά που είμαστε σε πόλεμο μαζί τους! Αλλά τους προειδοποιούμε, πριν τους χτυπήσουμε! Αν δεν έχουν μυαλό να καταλάβουν, δε φταίμ’ εμείς!»

«- Κι έχετε τη συνείδησή σας ήσυχη!»

«- Ναί!», φώναξε εμφατικά ο γέρος.

«- Λες καί μπορείτε να το τουμπάρετε το Σύμπαν μ’ εβραίϊκα παζάρια δούναι καί λαβείν!… Τους ‘προειδοποιείτε’, λοιπόν, τους Έλληνες… Εκτός από μία φορά, που δεν το κάνατε· κι αυτή η μία είναι αρκετή, γιά να σας κάψει στο τέλος!»

«- Πότε δεν τους προειδοποιήσαμε;»

«- Στον Φαέθωνα. Τους χώσατε πονηρά-πονηρά τον ιό της αυτοκαταστροφικότητας στο γονιδίωμά τους, χωρίς να τους προειδοποιήσετε τί πάτε να τους κάνετε!…»

«- Ας πρόσεχαν!», είπε ο γέρος με περισσή χολή.

«- Ας προσέχατε κι εσείς!», αντιγύρισε η Πρώτη θεά.

«- Οι Έλληνες μέν θα λούζονται γι’ αρκετό καιρό τις συνέπειες της βλακείας τους… αφήνοντας τη σοφία σε μένα…», συμπλήρωσε η Δεύτερη, φιλοσοφικά.

«- …Αλλά εσείς… Χάσατε! Οριστικά! Τελειώσατε! Αυτό εδώ είναι το τέλος σας!«, έκλεισε το θέμα η Τρίτη.

 

vii.

Στο εστιατόριο.

Μία καί είκοσι πρωϊνή.

Ο Έλληνας ιδιοκτήτης αναρωτιόταν πώς καί δεν ξαναβγήκαν στον επάνω κόσμο οι σκιές, όπως μονολογούσε αστειευόμενος. Πάντα έβγαιναν στον δρόμο στις μία καί δέκα το πολύ. Επειδή η συνεδρίαση κρατούσε μέχρι τη μία η ώρα – ήταν σίγουρος. Βλέπεις, οι τυπάδες θέτανε ως αφετηρία το μεσουράνημα του Ήλιου, καί μετρούσαν δεκατρείς ώρες απ’ αυτό, ενόσω ο Ήλιος κατηφόριζε. Τέκνα του σκότους, τί διαφορετικό να περιμένεις από δαύτους;

Όμως, απόψε ήσαντε άφαντοι.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μαγαζί ο Τζίμης ο φιλαράκος του. «- Γιό, μάν!», χαιρέτησε. «Τί γίνεται, μπρό;«, τον φιλοδώρησε με την προσφώνηση που -εκτός ράτσας- κρατούσε τιμητικά γιά τον Έλληνα.

«- Γιό, ντιούντ!», ανταπέδωσε εξ ίσου εύθυμα εκείνος. «Εγώ είμαι μιά χαρά, Τζίμη! Τί άλλο περίμενες να γίνεται;»

«- Εδώ απέξω γέμισ’ ο τόπος μπάτσους καί πράκτορες!»

«- Ά, εμένα κυνηγάνε! Την κοπάνησα απ’ τη στενή!», αστειεύτηκε.

«- Αν εσύ έκανες χρόνο,» (χρησιμοποίησε τον ιδιωματισμό γιά την έκτιση ποινής) «τότε εγώ θα γίνω αδερφή!», του χαμογέλασε πειραχτικά.

«- Μπορείς από τώρα να πας ν’ αγοράσεις κραγιόν!»

 

Δεν πρόλαβαν να γελάσουν, κι ο ιδιοκτήτης του ταβερνείου πρόσεξε μέσα απ’ τη βιτρίνα πως ο μαύρος φίλος του είχε δίκιο. Σειρήνες περιπολικών, αστυνομικοί, κόσμος πολύς είχαν γεμίσει τον δρόμο.

Ο ιδιοκτήτης δεν έχασε χρόνο· πλησίασε το ζευγάρι του μεγαλοπαράγοντα με την κοπελλίτσα, καί κάτι τους είπε. Παρευθύς βρέθηκε ένα λαϊκό τζάκετ κι ένα καπέλλο τζόκεϋ, κι ο άντρας μεταμορφώθηκε σε μέσο όρο οικοδόμου με ξυλοκόπο. Το ίδιο καί γιά την κοπέλλα, κάπου κονομήθηκε μιά ζακέττα καί την έριξε πάνω της.

Κι ενώ ο Τζίμης είχε καθήσει καί μασούλαγε το φαγητό του, ο Έλληνας πέρασε σαν τη μέλισσα απ’ όλα τα τραπέζια, καί καθησύχασε την πελατεία του. «- Αφήστε το σε μένα!», έλεγε. «Κάτι άσχημο γίνεται έξω, αλλά θα φροντίσω να ειδοποιηθούν οι δικοί σας καί να φτάσετε στα σπίτια σας ασφαλείς.» Ταυτόχρονα, κρυφομετρούσε τη δύναμη καί τη μαχητικότητα των αντρών πελατών – αν χρειαζόταν. Βέβαια, επειδή δεν κερδίζει πάντα ο ειρηνικός τρόπος, είχε φροντίσει από παλιά νά ‘χει ένα πιστόλι κρυμμένο κάπου· αλλά δεν επαρκούσε.

 

Κάπου εκεί, το βλέμμα του έπιασε έναν κουμπουροφόρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, να προτίθεται να έρθει προς το μαγαζί. (Είχε προσέξει τα φώτα, γάρ.) Έσπευσε να πατήσει τον διακόπτη γιά τα ηλεκτρικά μοτέρ των ρολλών, να κατέβουν. Πρόλαβε, αλλά το κακό συναπάντημα ήδη άνοιγε την πόρτα του καταστήματος.

«- Είμαστε κλειστά, σέρ!», του φώναξε.

«- Σοβαρά; κι αυτοί εδώ τί είναι;», γρύλλισε ο τύπος, πού ‘χε λυμένο το ζωνάρι του γιά καυγά.

«- Είναι τακτικοί πελάτες μου, που συμπλήρωσαν είκοσι γεύματα εδώ ο καθένας τους, καί τους κάνω μιά βραδυά δώρο! Είναι σπέσιαλ βραδυά απόψε, δεν μπορώ να δεχθώ χωρίς κράτηση! Λυπάμαι!»

«- Μαλακίες!», είπε το στραβόξυλο φτύνοντας επιδεικτικά, μή λέγοντας να ξεκολλήσει.

«- Ακούστε, όφφισερ!», του αποκρίθηκε ο Έλληνας σοβαρός. «Εγώ κι οι πελάτες μου είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι. Δεν δημιουργούμε προβλήματα, καί δεν θέλουμε να σας δημιουργήσουμε προβλήματα. Εάν έξω γίνεται κάτι άσχημο, θα καθήσουμε εδώ καί θα περιμένουμε τις ειδήσεις από την τηλεόραση· καθώς καί τις γενικές οδηγίες γιά όλον τον πληθυσμό!»

«- Αυτό ακριβώς να κάνετε!», είπε βαρύθυμα κι ανέκφραστα το ζώον. Κι εδέησε επιτέλους να ξεκουμπιστεί, σπρώχνοντας την είσοδο του μαγαζιού με πάταγο.

Με το που άνοιξε ο βαρύμαγκας την έξοδο, κάπου στο βάθος του δρόμου φάνηκαν στιγμιαία κάτι ομότεχνοί του να πηγαίνουν τις σκιές κωλοφεράντζα, σά νά ‘σερναν αιχμαλώτους.

 

Ο Έλληνας έκανε ακόμη μιά περατζάδα απ’ όλα τα τραπέζια.

«- Φίλοι μου!», είπε. «Δεν φαίνεται πως θα πάμε νωρίς στα σπίτια μας απόψε. Αλλά, όσο θα κάθεστε εδώ, θα κάνω τη ζωή σας πιό όμορφη! Λοιπόν, μέχρι να φύγετε, ό,τι φάτε -μαζί με μερικά κρασιά της επιλογής μου- είναι κερασμένο!»

 

viii.

Στο εστιατόριο.

Πέντε καί μισή πρωϊνή.

Έξω, η φασαρία μόλις άρχιζε τα πρώτα σημάδια υποχώρησης.

Περιμένοντας να ξαναβρούν οι δρόμοι τη συνηθισμένη εικόνα τους, ώστε να φύγουν, όντως οι πελάτες είχαν γίνει μιά μεγάλη οικογένεια. Οι ιστορίες που αντάλλασσαν, γαρνιρισμένες με τ’ αστεία του Έλληνα, έδωσαν κουράγιο σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, όλες αυτές τις ώρες. Βοήθησαν, βέβαια, τα μέγιστα ο υπέροχος καφές καί τα γλυκά που τους πρόσφερε. Όμως, των ανθρώπων η αντοχή δεν είν’ άπειρη· άρχισαν να τα παίζουν, καί να εκφράζουν έντονα την επιθυμία να φύγουν γιά τα σπίτια τους. Ο ιδιοκτήτης τους κατανοούσε, αλλά είχε ακόμη κάτι τελευταίο να τους χαρίσει.

«- Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου αφιερώσετε το τελευταίο κομμάτι του πολύτιμου χρόνου σας γιά τη συνάντηση ετούτη; θέλω όλοι μαζί να χαιρετήσουμε τον Ήλιο, που θ’ ανατείλει!», τους ανακοίνωσε γλυκά, μη κι ακούσει άρνηση. Καί δεν άκουσε.

Δεν είχαν ούτε τις αντοχές να του πούν ναί, ή όχι. Μόνον ενθαρρυντικά χαμογελαστά νεύματα έκαναν.

 

Χωρίς να τους προσέχει, πήγε καί ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο το κλαρίνο. Με το που ήχησαν οι πρώτες νότες, δεν ήταν πιά ο συνηθισμένος εαυτός του. Αλλά κάποιος… κάτι… μιά δύναμη της Φύσης, που ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.

Ο μέγας τράγος, ο πρωταγωνιστής

Ήλιος

πέτρα

άνθρωπος

πεντατονία

Σκάρος λεγόταν το κομμάτι.

 

Τέλειωσε τη μυσταγωγία ταυτόχρονα με τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου, που μπήκαν απ’ τη βιτρίνα κι εγκαινίασαν τη νέα μέρα. Όλοι τον κοιτούσαν άφωνοι κι αποχαζεμένοι· κι εξακολουθούσαν, ακόμη καί βλέποντάς τον να ξανακρεμάει το κλαρίνο στη θέση του καί να ξαναγίνεται αυτός που ήξεραν.

Μόνον ο Τζίμης κατάφερε καί συμμάζεψε πρώτος το έκπληκτο, μισάνοιχτο καπάνι του. Κάτι πολύ βαθύ είχε σαλέψει μέσα του, κι αυτουνού.

Κι αργοκουνώντας το κεφάλι,

«- This is the blues, man!…», ψιθύρισε με σεβασμό.

 

Επίλογος

Διαγενομένου του Σαββάτου.

Άδειο κυβικό δωμάτιο.

Ένα μάτσο χάλια· νά τί απέγινε το περίφημο δωμάτιο έξ έξ έξ των συνωμοτικών συσκέψεων!…

Σπασμένα γυαλιά, ξερατά, παρατημένα μικροαντικείμενα, βρωμισμένα χαρτομάντηλα, μπουρδουκλωμένες πολυθρόνες σε τυχαίες θέσεις καί τυχαίες στάσεις. Πλακάκια σακατεμένα, άγνωστο πώς, σα να πέρασε σβάρνα καί τα όργωσε.

Καί τα μυστηριακά φώτα ξεχασμένα αναμμένα. Πιθανώτατα θα φρόντιζε η ηλεκτρική εταιρεία να σβήσουν, όταν κανείς δεν θα της πλήρωνε τον επόμενο λογαριασμό. Ποιός να ξέρει;

Όμως, το προβολικό της οροφής ήτανε -πάλι άγνωστο πώς- στραμμένο σε μιά πολυθρόνα, πού ‘χε γλυτώσει όρθια. Το θερμό φώς την έλουζε.

Απάνω της, απιθωμένα προσεκτικά, τρία ολόφρεσκα, μεγάλα, ζουμερά, κατακόκκινα μήλα.

 

ΤΕΛΟΣ

 

Advertisements

Το τέλος – α’

9 Σχόλια

Το τέλος

 

i.

Σύγχρονη εποχή. Νέα Υόρκη.

Κάποια Παρασκευή απόγευμα, στις 19:05′.

Ρίχνοντας μέσα στο σούρουπο κλεφτές ματιές στοιχειωδών προφυλάξεων, μιά σκιά προσέγγισε απ’ το φαρδύ πεζοδρόμιο το παλιακό -καί σχεδόν ομόχρωμο των σκούρων ρούχων της- γωνιακό κτίριο. Στάθηκε μπροστά σε μιά βαρειά πόρτα ασφαλείας, που διέκοπτε έναν συμπαγή τοίχο· που με τη σειρά της, η θύρα του ξανάδινε τη θέση της. Ο ίσκιος χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές κι ακανόνιστα. Σα να τηλεγραφούσε μιά λέξη στο αλφάβητο του Μόρς.

Δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο χτύπημα, άνοιξε κάθετα στον τοίχο ένα καλά καμουφλαρισμένο μεταλλικό καπάκι με οδηγό μηχανισμό. Από πίσω, ξεπρόβαλε ένα αριθμητικό πληκτρολόγιο. Ο ίσκιος πληκτρολόγησε κάποιον κωδικό, η βαρειά πύλη άνοιξε κι έκλεισε πίσω του, κι ο μηχανισμός ξανάκλεισε το καπάκι του καμουφλάζ πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Στο ένα μέτρο απόσταση, ο βιαστικός περαστικός ξανάβλεπε πιά το ίδιο δομικό υλικό με τον υπόλοιπο τοίχο.

 

Με διαφορά δύο λεπτών από την προηγούμενη, ήρθε μπροστά στην πόρτα ασφαλείας κι άλλη σκιά, που επανέλαβε τη διαδικασία. Μετά από δύο λεπτά, ξανά κι άλλη. Κι άλλη… Σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια. Μ’ ακριβώς την ίδια χορογραφία κινήσεων. Καί με βέβαιη προβλεψιμότητα, παρόμοια της εναλλαγής των εποχών. Ένας, δύο, τρείς, τέσσερεις…

…Δεκατρείς ίσκιους κατάπιε τελικά η πόρτα.

 

ii.

Ίδιος τόπος, λίγο πριν.

Απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα μετά τη γωνία αριστερά.

Το μικρό, αλλά ζεστό εστιατόριο ανέδιδε ατμούς κι ευχάριστες μυρωδιές, όπως κάθε βράδυ· καί τους ήχους λίγων, προσώρας, ομιλιών – του προσωπικού. Τίποτε στην πρόσοψή του καί στα φυλλάδιά του δεν πρόδιδε πως είναι Ελληνικό. Ήταν, όμως· αν καί σε μεγάλη απόσταση από κάθε κραυγαλέα, δήθεν «παραδοσιακή» σάχλα, που στόχευε υποθετικούς τουρίστες, αναζητούντες στην καλοκαιρινή Ελλάδα ανύπαρκτους τριτοκοσμικούς ιθαγενείς. Καμμία σχέση με όλ’ αυτά τ’ αχώνευτα, τα παραδοσιακώς συνοδευόμενα από φρικαλέας αισθητικής διαφημιστικά· τύπου «Γκρήκ μουζάκα», με μαγειρεμένες μελιτζάνες ανάμεσα σε μαίανδρους – καί λοιπά παρεμφερή κακουργήματα.

 

Όπως κάθε απόγευμα, κι ενώ τα μαγείρια είχαν ήδη αναλάβει το πόστο τους πρό πολλού, ακριβώς στις 18:18′ άνοιξε η τζαμένια πόρτα της κυρίας εισόδου καί μπήκε ο ιδιοκτήτης του. Ποιός ξέρει σε ποιά περίεργη παρόρμηση υπακούσε η δική του μικρή τελετουργία, αλλά την τηρούσε απαρεγκλίτως εδώ καί χρόνια. Από τότε που άνοιξε το μαγαζί, σχεδόν.

Ενδιαφέρον άτομο! Τέταρτης γενιάς πιά πολίτης Ελληνικής καταγωγής, ετύγχανε κάθε άλλο παρά απλοϊκός χαρακτήρας. Καμμία σχέση μ’ αυτό, που πίσω στην -πραγματική- πατρίδα αποκαλούσαν «λαϊκός τύπος». Σπουδαγμένος σε πεδίο δύσκολο, τελείως διαφορετικό απ’ τη γευσιγνωσία· ευρύτερα μορφωμένος, προτίμησε επαγγελματικώς ν’ ανοίξει καί να τρέχει το συγκεκριμένο φαγάδικο. Από άποψη, όχι επειδή οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στον Νέο Κόσμο είχαν χτίσει παράδοση καλών χειριστών της κατσαρόλας.

Αστειευόμενος, έλεγε πως κι ο μέγας πανεπιστήμων Ντά Βίντσι ήταν τραβερνιάρης στα νιάτα του!

Αστεία-ξεαστεία, όμως, η δουλειά πήγαινε σχεδόν ιδανικά, αν κι απέφευγε τη διαφήμιση· το ταβερνάκι μαθευόταν στόμα με στόμα. Όμως, η καλή προσπάθεια αμείβεται· είχε σταθερό ένα καλό ποσοστό της πελατείας του. Κι όχι πάντα ανθρώπους με οικονομική άνεση, είχε φίλους παντού. Νά, ο Τζίμης, ο νέγρος οδηγός του σκουπιδιάρικου της γειτονιάς, ας πούμε,

όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε,

δεν παρέλειπε να υποβάλει τα σέβη του στις γεύσεις του σύγχρονου Ντά Βίντσι – φιλεμένες, συνήθως.

 

Δεν ήταν παντρεμένος. Όχι πως τού έλειπαν είτε η εμφάνιση, είτε τα χρήματα, είτε ακόμα κι οι καλοί τρόποι. Αλλά, μέσα του τον κατάτρωγε το γιατί να φέρει παιδιά σ’ έναν κόσμο χωρίς όραμα· ανάμεσα σε μιλιούνια άλλους ανθρώπους, που η ζωή τους έχει νόημα κοντά στο μηδέν. Άλλες φορές, πάλι, τό ‘ριχνε στην πλάκα. «- Ποιά θα μ’ αντέξει εμένα;!», μονολογούσε.

 

Το μαγαζί δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο διακοσμητικό στύλ – ούτε μοντέρνο μπορούσες να το πείς, ούτε παραδοσιακό. Εκτός απ’ τα -καλαίσθητα- απαραίτητα καί μή, μέρος του ντεκόρ συμπλήρωναν διάφορα πνευστά όργανα κρεμασμένα στον τοίχο· σαφές δείγμα των κατά καιρούς προσπαθειών του ιδιοκτήτη να τους περάσει χαλινάρια, γιά βόλτες στον κήπο της Τέχνης. Το μόνο που ίσως ξένιζε λίγο, ήταν ο συνδυασμός μιάς μεγαλούτσικης επίπεδης τηλεόρασης στον τοίχο, σ’ αντίστιξη με μιά αρμαθιά σκόρδα καναδυό μέτρα παρακεί. Όμως, το όλον απέπνεε μιά οικειότητα, που μόνο στο σπίτι του μπορούσε να τη βρεί κανείς. Σα να καθόταν στο τραπέζι του φαγητού μιά διευρυμένη οικογένεια.

 

Δεν είχαν έρθει παρέες, αλλά λογικό· ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Πλησίαζε εφτά. Πώς; εφτά το βράδυ της Παρασκευής;… Καί ποιάς Παρασκευής!!! Ήταν υπόθεση ελάχιστων λεπτών να ξαναδεί το τακτικό θέαμα, που σχεδόν πάντα χάζευε κλεφτά απ’ το μικρό παράθυρο της κουζίνας. Δεν μάντευε, ήξερε καλά τί επρόκειτο να συμβεί. Αλλά η λογική πίσω απ’ αυτό δεν ήταν ολωσδιόλου ανέφελη, αν κι επιτυχής. Γιά τον άπλοο σε τέτοια νερά, έκρυβε σκοπέλους.

Αλήθεια, αν κάποιος θέλει μυστικότητα, δεν θα πάει φερ’ ειπείν στην εξοχή; ή κάπου, τέλος πάντων, μακρυά από αδιάκριτα καί τυχαία βλέμματα; Σωστά, έτσι θα πράξει. Πλην όμως, είχε πάψει από καιρό ν’ αναρωτιέται γιά την απάντηση· την ήξερε. Άλλως τε, τό ‘χε πεί ο Πλάτων: «Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω!» Έ, λοιπόν, εξ απεναντίας, όσο πιό γεωμετρημένος κανείς, τόσο πιό μέσα μπαίνει. Τόσο πιό στα ενδότερα του συγκεκριμένου κτιρίου, στα δώματα πίσω απ’ την πόρτα με το κρυφό πληκτρολόγιο.

 

Γιά να μη δώσει στόχο στους μαγείρους, κάθησε λίγο δίπλα στο παραθυράκι, αλλά μετά βγήκε έξω κι ανακατεύτηκε με τους περαστικούς – δήθεν θα πήγαινε γιά εφημερίδα. Έπιασε μιά πονηρή θέση παρατήρησης, κι έκοβε κίνηση· οι σκιές ερχόντουσαν σα χτύποι…

κτάκ

κτάκ

κτάκ

κάποιου παλιού

αργού αργαλειού

…μα κανένας δεν τους έδινε σημασία. Δεκατρείς το όλον αυτή τη φορά, σωστά είχε προβλέψει.

Το καλύτερο κρύψιμο είναι το φανερό, καλά το λένε… αν καί το Διαδίκτυο κελαηδούσε παράδοξα αλλοιώτικα· υπάρχουν, λέει, άνθρωποι με ικανότητες να σε κάνουν να μην τους προσέχεις, ακόμη κι αν περνάς από δίπλα τους.

Χαμογέλασε, σαν παιδί που βάζει στοίχημα με τον εαυτό του – καί το κερδίζει. Γειά σου βρέ Ιντερνέτι αθάνατο, με τα ωραία σου! Όμως, η προσεκτική ανάλυση της φάτσας του έδειχνε πως το χαμόγελο δεν ήταν καθόλου αθώο.

Έμοιαζε με του γάτου, που στρίμωξε το καναρίνι.

 

iii.

Σκοτεινό κτίριο, 19:40′.

Αίθουσα συσκέψεων, δύο επίπεδα κάτω απ’ το έδαφος.

Μόνο τα συμμαζεμένα φωτιστικά του καθ’ ολοκληρία διακριτικού φωτισμού περίσσευαν απ’ τους γυμνούς μαύρους τοίχους ενός επίσης γυμνού κυβικού, ψηλοτάβανου δωματίου. Αν τό ‘βλεπε γιά πρώτη φορά, εύλογα θ’ αναρωτιόταν κανείς τί χρειάζεται τέτοιο ύψος έξι μέτρων! Αν, μάλιστα, αυτός ο κανείς ήταν νοικοκυρά, θ’ αναρωτιόταν επίσης καί πώς ξεσκονίζουν τις αράχνες απ’ το ταβάνι.

Εν πάσει περιπτώσει, λάθος! Το δωμάτιο δεν ήταν τελείως γυμνό, όπως φαινόταν με πρώτη ματιά… κάτι είχε. Στη μέση του υπήρχε μιά μικρή κρυστάλλινη τετράπλευρη πυραμίδα, ύψους κάπου τριάντα, κάν σαράντα πόντων. (Η μετροταινία θά ‘δειχνε ακριβώς τριαντατρείς, αλλά δε βαρυέσαι.) Το κρυσταλλικό αντικείμενο το φώτιζε ένα προβολάκι ακριβώς καταποπάνω του· με τον λαμπτήρα κρυμμένον σε μακρύ κυλινδρικό μαύρο σκιάδιο, να μην ξεστρατίζει η φωτεινή δέσμη καί χτυπάει ακάλεστη στα μάτια των τυχόν παρισταμένων.

Κι από γύρω, δεκατρείς πολυθρόνες σε μιά περίεργη διάταξη· οι πέντε σχημάτιζαν πεντάγωνο, κι οι λοιπές ένα οχτάγωνο κολλητά στις πρώτες.

Όμως, φαίνεται πως το δωμάτιο εξυπηρετούσε κάποιον τελετουργικό σκοπό γενικώτερα. Στα πλακάκια του πατώματος, κάποιος τεχνίτης είχε χαράξει μερικά ομόκεντρα κανονικά πολύγωνα, που περιέκλειαν αλλόκοτα σύμβολα· ή, μήπως, ήταν γράμματα γλώσσας μυστικής; Μόνο οι ένοικοι ήξεραν.

 

Κάποια στιγμή, η μοναξιά των λιγοστών επίπλων καί των φωτιστικών έλαβε τέλος. Από μιά μυστική είσοδο μπήκαν στον χώρο οι δεκατρείς σκιές, καί κάθησαν στις πολυθρόνες με προδιαγεγραμμένη τάξη. Προφανώς επρόκειτο γιά διαδικασία, που γνώριζαν από πρίν.

Δεν μιλούσε κανένας τους.

Όταν πήραν όλοι τις θέσεις τους, συνέχισαν τη σιωπή τους γιά λίγο ακόμη. Κι ακριβώς στις 19:47′, ο επικεφαλής κήρυξε την έναρξη της συνεδριάσεως.

 

iv.

Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο.

Περίπου η ώρα δέκα.

Η προσέλευση πελατείας βρισκόταν στα ύψη· το ίδιο κι η ταχύτητα λειτουργίας της ταμειακής μηχανής. Αν, δέ, ρωτούσες γιά το προσωπικό; μαραθωνοδρόμοι!

Όμως το μυαλό του ιδιοκτήτη ταξίδευε.

 

Το μόνο μέσα σ’ όλο το ταβερνείο, που έδειχνε σχέση με Ελλάδα, ήταν τρείς φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι της ταμειακής.

Ο Παρθενώνας.

Το Ηραίο, στη Σάμο.

Καί τα ταλαιπωρημένα κατάλοιπα του ναού της θεάς Αφροδίτης, στη Θεσσαλονίκη.

Επειδή οι φωτογραφίες φαινόντουσαν μόνο από τον καθήμενο, οι πελάτες σπάνια τις έβλεπαν – εκτός απ’ όσους έδειχναν περιέργεια. Καί μετά, ακολουθούσε ο στάνταρ διάλογος. Που βρίσκονται αυτά τα «εκζάτικ» μέρη; (Ώ, θεοί – ή, μάλλον, θεές! Ώ, της απροσμετρήτου αγνοίας!… Μακάριοι οι πτωχοί τώι πνεύματι!!! Μά, εξωτικό μέρος η Ελλάδα, μωρέ; ) Στην Ελλάδα. Πήγες εκεί; Από ‘κεί κατάγονται οι πρόγονοί μου. Άαα, μάλιστα! Νάϊς, νάϊς! – χαμογελούσαν, κι έφευγαν.

Ωστόσο, η προσοχή του ιδιοκτήτη δεν εστίαζε στους ναούς. Έτρεχε σ’ εικόνες του κοντινού παρελθόντος.

 

Το ψιλοαπαίσιο κτίριο με τους παράξενους εβδομαδιαίους μουσαφίρηδες, τό ‘χε προσέξει από τις πρώτες μέρες της λειτουργίας του μαγαζιού του. Όπως πρόσεξε καί την περιοδικότητα των επισκέψεων: η θωρακισμένη πόρτα άνοιγε μία φορά κάθε πέντε εβδομάδες, γιά να μπούν από πέντε φαντάσματα κάθε φορά. Καί πάντα Παρασκευή βράδυ, τις συγκεκριμένες ώρες. Πέντε βδομάδες, πέντε νοματαίοι – εκτός από κάποιες φορές, που μέτρησε δεκατρείς.

Δεν άργησε να μπεί στο -πρώτο- νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα, τις εβδομάδες που δεν τους έβλεπε, οι μυστηριώδεις λεβέντες πηγαίνανε καί σ’ άλλα τέσσερα παρόμοια σημεία (με σκοτεινά κτίρια, καί τα ρέστα). Η δε προσεκτική καταγραφή στο ημερολόγιο του κινητού του, έδειξε πως η δεκατριάδα συνεδρίαζε με διαφορετική περιοδικότητα· μία φορά κάθε οκτώ εβδομάδες. Καί κάθε φορά σ’ ένα από τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, γι’ αυτό κι εμφανιζόταν εδώ μία φορά κάθε εννεάμηνο περίπου.

 

Αρκετές φορές έκανε παιδαριώδη όνειρα, να μπεί κι αυτός στο σκοτεινό κτίριο. Βλακώδες, βέβαια – θά ‘ταν κάπως σα να χώνεις (από περιέργεια) το χέρι σου στο στόμα πεινασμένης τίγρης. Φυσικά, πρέπει να υπήρχε κι άλλη είσοδος, μάλλον έξοδος διαφυγής, μ’ ευκολώτερη πρόσβαση. Πάντα υπάρχει μία! Αλλά ποιός κάθεται να ξοδέψει χρόνο απ’ τη ζωή του, να τη βρεί· καί ποιός κάθεται να κοιμήσει τον δράκο της περιέργειας δερκόντων θυρωρών καί σεκιουριτάδων! Εκείνο που κατάφερε τελικά, ήταν να εντοπίσει τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, καί να περάσει απ’ τα πεζοδρόμια απέξω τους. Πράγματι, κανείς δεν θά ‘βρισκε πως εξυπηρετούν καί τέτοιες χρήσεις, κρυφές, αν δεν έψαχνε σε βάθος την ιστορία. Καί πράγματι, όλα μαζί σχημάτιζαν στον χάρτη ένα τέλειο πεντάγωνο.

Κι όλ’ ανεξαιρέτως απέπνεαν την ίδια, σιχαμερή αύρα.

Όμως, ούτ’ ο αστικός τουρισμός αυτού του είδους ωφελούσε σε κάτι ουσιαστικό. Αυτό προέκυψε απ’ αλλού· συνεργούντων των κειμένων διαφόρων γραφιάδων του Διαδικτύου (σοβαρών καί μή), ανακάλυψε διάφορα γιά το πέντε καί το οκτώ. Από το ότι αποτελούν όρους της ακολουθίας Φιμπονάτσι, μέχρι το ότι η Γή κι η Αφροδίτη συναντιένται σε κοντινή συνευθεία με τον Ήλιο πέντε φορές κάθε οκτώ χρόνια. Τα δε πέντε αυτά σημεία των τροχιακών συναντήσεων των δύο πλανητών ορίζουν το σκίτσο μιάς σχεδόν τέλειας (ουράνιας) πεντάλφας με μονοκοντυλιά!

Βέβαια, η εβδομαδιαία συνεδρία των μυστηριωδών ατόμων δεν συμφωνούσε χρονικά, δεν συνέπιπτε σε κάτι με τις αντίστοιχες αστρικές περιόδους, οι οποίες ήσαν σαφώς μεγαλύτερες. Ωστόσο, έμαθε ακόμη ότι σε κάποιες αδελφότητες του παρελθόντος, ο ύψιστος διοικητικός κύκλος είχε πέντε μέλη, το δέ δεύτερο επικεφαλής επίπεδο περιλάμβανε άλλα οκτώ.

Όμως, κοίτα να δείς φίλε μου, που η Αφροδίτη (ναί, πάλι αυτή!) δεν είχε πεί την τελευταία της κουβέντα!… Τη θέση του ναού της στη σημερινή Θεσσαλονίκη ορίζει το κοινό σημείο πέντε δρόμων!!!

 

Ως μουσικός, το κέντημα των ακεραίων εκείνων αριθμών το βρήκε αρκετά ενδιαφέρον.

Τάτα τάτα τάτα τά-

-τα Γκλίνκ!

Τάτα τάτα τάτα τά-

-τα Γκλίνκ!

Κι άλλες τρείς φορές.

Αν το σκάλιζε, η μουσική ανάπτυξη του θέματος έβγαζε από συμφωνικά έργα, μέχρι αυτοσχεδιασμό στη τζάζ. Αλήθεια, όμως… αυτός μπορεί κάποια μέρα νά ‘στηνε κανένα συμπαθές, εύηχο κομματάκι. Αυτοί οι άνθρωποι του σκοταδιού, τί ακριβώς προσπαθούσαν να πετύχουν με τα συγκεκριμένα κόλπα;

Τί άλλο, εκτός από συμπαντική μουσική «των σφαιρών»;!

Όχι να τη συνθέσουν· αυτό, δά, έλειπε, να πρόκειται γιά θεούς δημιουργούς! Απλά, να την ακούσουν. Να τη μιμηθούν. («- Μά, αυτό ακριβώς κάνουν!», έψεξε τον εαυτό του.) Καί, κατά κάποιο τρόπο, να συντονιστούν μαζί της… με σκοπούς που του διέφευγαν γιά την ώρα. Όμως, ήταν σίγουρος γιά ένα πράγμα: οι τακτικές συνεδριάσεις μιάς σκοτεινής αδελφότητας, που γουστάρει διαστημικό ποδείον, δεν προμηνύανε τίποτε καλό.

Αλλά ο -παροιμιώδης- κύβος είχε ριφθεί.

 

v.

Ξανά στο εστιατόριο.

Ώρα δώδεκα.

Όχι, δεν ήταν αρχαιόπληκτος· ουδέ κάν πεπληγμένος με τη μοναδικότητα του έθνους του. Όμως, αμέτρητες φορές είχε προβληματιστεί με το γιατί οι Έλληνες από άρχοντες ξέπεσαν σε κακομοίρηδες· κι άλλες τόσες απάντησε μόνος του πως πρέπει ν’ αντιστραφεί η φορά, γιά να δούμε προκοπή. Καιρός, λοιπόν, να κλείσουν οι ανοιχτές παρενθέσεις. Να κλείσουν οι πληγές οι ανοιχτές. Καιρός να πάμε ανάποδα στο ποτάμι, κι ας μην εμβούμεν εις τον αυτόν ποταμόν δίς.

Τους τρείς ναούς των φωτογραφιών δεν τους είχε επισκεφθεί τυχαία. Εξέφραζαν την παιδική αγάπη του γιά τη Μυθολογία – γιά ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, που θεωρούσε ότι κακώς έσχε την τροπή που περιγράφεται στα βιβλία. Απόψε, λοιπόν, θα διόρθωνε την αδικία των τόσων χιλιετιών.

 

Είχε ήδη φύγει η πρώτη κι η δεύτερη φουρνιά πελατών. Κάποιες παρέες ερχόντουσαν καθυστερημένες, αλλά πιθανώτατα αυτές δεν θα τρώγαν πλήρες δείπνο. Καμιά σούπα, ίσως, γιά να στρώσει το στομάχι μετά τα ποτά. Ή το ανάποδο· κάτι ελαφρύ, γιά να συνεχίσουν με ξενύχτι στα μπάρ.

Όπως καί νά ‘χε, ο ρυθμός είχε πέσει. Έριξε μιά βιαστική, επαγγελματική ματιά στους θαμώνες. Δυό άντρες, μάλλον συγγενείς -κρίνοντας απ’ τα πρόσωπα-, που είχαν καιρό να βρεθούν καί συζητούσαν εγκάρδια. Τρείς νέοι, μάλλον φοιτητές, ξόδευαν με -θά ‘λεγε- εποικοδομητικό τρόπο τα λεφτά τους, Παρασκευή βράδυ (αντί να τα δίνουν σε οινοπνευματώδη ποτά από χημικό εργαστήριο). Ένας ηλικιωμένος, μόνος του, που σκούπιζε τα πιάτα του· η έκφραση «απολάμβανε το φαγητό του» ήταν τελείως ανεπαρκής, γιά να τον περιγράψει! (Αυτουνού, στον λογαριασμό, έπρεπε να θυμηθεί να του πέμψει μιά γερή κομματάρα γλυκό.) Ένας τύπος πενηντακάτι, καλοντυμένος, με μιά όμορφη γκομενίτσα με τα μισά του χρόνια. Καθαρά κάποιος μεγαλοπαράγοντας με την παράνομη σχέση του, δηλαδή! (Αυτά τα παιδιά του προσωπικού, ώρες-ώρες… πού τό ‘βαλαν, επιτέλους, το διακοσμητικό κηροπήγιο με τα κόκκινα καί τα χρυσά, να τους πεί να το πάνε στο τραπέζι; ) Καί τρείς γυναίκες στα σαραντακάτι, κάπως σαν παλιές συμμαθήτριες. Ή σαν χωρισμένες την τελευταία διετία, που συνέπηξαν αναγκαστική προσωρινή συμμαχία. (Καί σ’ αυτές γλυκό, αλλά μικρά κομμάτια. Τα μεγάλα θα πήγαιναν χαμένα – με την πρόφαση πως παχαίνουν· καί θά ‘ταν κρίμα.)

Μιά χαρά κόσμος, κανένα πρόβλημα. Άφησε το προσωπικό στη φροντίδα, κι αυτός νοερώς απομονώθηκε. Θα πραγματοποιούσε αυτό, που είχε σχεδιάσει από καιρό.

 

Όταν το ρολόϊ έδειξε ακριβώς μεσάνυχτα, ο νέος Ντά Βίντσι των γεύσεων ξεκλείδωσε το συρτάρι του κι απ’ το βάθος ανέσυρε δυό τεχνουργήματα. Δύο ακριβώς ίδια χρυσά μήλα, κάπου ενάμιση πόντο το καθένα σε ύψος, μέσα σε όμορφα βελούδινα κουτάκια. Τα είχε παραγγείλει προ μηνός, καί τα παρέλαβε εγκαίρως γι’ αυτό που σκόπευε να κάνει απόψε.

Τοποθέτησε το ένα μπροστά στη φωτογραφία του Ηραίου, μουρμουρίζοντας «-Τήι καλλίστηι!».

Το δεύτερο μπροστά στον Παρθενώνα, ξανά «- Τήι καλλίστηι!».

Έσκυψε καί φίλησε την τρίτη φωτογραφία, «- Τήι καλλίστηι!» εκ τρίτου.

«- Αφροδίτη μου», συνέχισε, «εσένα δεν σου δίνω, επειδή έχεις. Άλλως τε, έμαθα πως κάτι γείτονες εδώ κοντά σου χάρισαν ακίνητα στο Μεγάλο Μήλο!«, αστειεύτηκε.

Αγκάλιασε με τα δυό χέρια του καί τις τρείς φωτογραφίες. «- Οι Έλληνες σας αγαπάμε καί τις Τρείς! Τον δέ αγενέστατο Πάρη ανακηρύττω επισήμως αρχιγάϊδαρο καί ντροπή του αντρικού φύλου!«, χαμογέλασε.

 

(επόμενο)

 

Ελληνικά διαχρονικά αρχέτυπα

120 Σχόλια

χι πως δεν τα ξέραμε, όχι πως δεν υπάρχουν αναλύσεις τους κυρίως ψυχολογικής υφής (ξέρετε… «οι βαθύτερες επιθυμίες του ανθρώπου μπλά-μπλά-μπλά», κτλ κτλ), αλλά οι μύθοι ( ; ) μας συναποτελούν ένα λογικό καί συνεκτικό σύνολο.

Το θέμα είναι… μήπως, εκτός από ένα πακέτο αναμνήσεων του μακρυνού παρελθόντος της φυλής μας, ενδεχομένως καί διδασκαλικής χρήσεως (από …αναφορατζήδες), οι μύθοι… μήπως, λέω, έχουν καί κάποια πρακτική χρησιμότητα;

Η απάντηση είναι ένα σαφέστατο «ναί»!

Τώρα, θα μου πείς ότι αν το πάρουμε αυτό στα σοβαρά, θα δούμε -ξέρω ‘γώ- καμιά εξηνταριά σιτεμένους κι αρχαιοφορεμένους -με χιτώνες, κτλ- (κι ενδεχομένως τριχωτούς, ωσάν μαϊμούδες) μουρλούς απάνω σε κανένα ξύλινο καράβι, να κωπηλατούν προς το Πότι; Μάλλον όχι, αδελφέ μου, αναγνώσθα μου! Αν, όμως, ως «Κολχίδα» θέσουμε κάποιον άλλον σκοπό, όχι απαραίτητα προσεγγιζόμενον διά θαλάσσης, τότε ναί, παίζει. Το αρχέτυπο της Αργούς όντως εφαρμόζεται στην πράξη!

Αρχίσατε να το πιάνετε; Πολύ καλά!

Λοιπόν. Ίσως ο μόνος τρόπος να πετύχουμε αυτά που θέλουμε (απελευθέρωση Ελλάδας, κτλ) είναι η επανάληψη, η αναβίωση των παναρχαίων μας μυθολογικών αρχετύπων.

(Πιθανώτατα αυτός ήταν κι ένας μή ρητώς ομολογούμενος σκοπός της Μυθολογίας μας, αλλά ποιός να το πάρει χαμπάρι… Θα μου πεις, κάτι τέτοια συμπεράσματα ενδεχομένως σε στοές κτλ να τά ‘χουν ψωμοτύρι – κι εσύ, ρέ Εργοδότη, μαζοχίζεσαι παιδευόμενος από μόνος σου, αντί να τα πάρεις έτοιμα. Όμως, όπως πολλάκις έχω ξαναπεί, αντιπαθώ σφοδρότατα τις αλήθειες «εξ αποκαλύψεως». Νότ μάϋ στάϋλ! – που λένε καί στο καφενείο του χωριού! Lol!!! Προτιμώ χίλιες φορές να βασανιστώ, γιά ν’ ανακαλύψω κάτι, παρά να μου το δώσουν έτοιμο καί με ύφος «μεγάλου διδασκάλου». Αν μή τί άλλο, δεν γουστάρω να είμαι μιά ζωή υποχρεωμένος σε «αυθεντίες» – καί δή, γιά δώρα ευτελούς αξίας!

Καί βέβαια, η κατακτημένη γνώση έχει κι άλλα πλεονεκτήματα, έναντι της δοτής – περί των οποίων, όμως, δεν θ’ ασχοληθεί η παρούσα ανάρτηση.)

 

Πάμε τώρα στο δεύτερο θεμέλιο της παρούσης. Όπως είπε κι ένα φιλαράκι, οι γενικόλογες πολιτικές παύλα κοινωνικές ιδέες, ότι δήθεν έχουμε ισότητα κτλ, είναι ξεκάθαρες μαλακίες. Η μόνη αποδεκτή ισότητα είναι η ενώπιον του νόμου (δηλ. δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων)· καί η ισότητα των ευκαιριών. Όλες οι άλλες «ισότητες» είναι παραμύθια, εντέχνως διαχεόμενα στον κοσμάκη από το 1789 καί μετά. Κι ο μοναδικός σκοπός διαδόσεων τέτοιων ιδεών είναι ν’ αποβλακώνουν τον λαό. (Άσε που, τόσο η ισότητα ενώπιον του νόμου, όσο κι η ισότητα των ευκαιριών, παραβιάζονται κατά κόρον απ’ τους κρατούντες. Την πρώτη παραβίαση τη βλέπετε κάθε μέρα στην ειδησεογραφία. Κι όσο γιά τη δεύτερη, τά ‘παμε: οι καλές θέσεις είναι ήδη πιασμένες!)

Ας πούμε, η -δήθεν- ισότητα στην ικανότητα του να δοκιμάσεις να κυβερνήσεις. Δε λέω, ο καθένας πρέπει να ζυμωθεί με τα δημόσια αξιώματα – κι όταν λέω «ο καθένας», εννοώ ο καθένας. Αλλά, επιτέλους, δεν γίνεται να χαϊδεύεις το μυαλουδάκι του κάθε παπάρα πως είναι επάξιος νέος Φίλιππος Β’ καί Μεγαλέξαντρος! Μέχρι καλός δημοτικός σύμβουλος, πάει στο διάολο. Αλλά νέος Λυκούργος καί Κλεισθένης, ή -ας πούμε- Βασίλειος Β’, από πού κι ως πού;

Όμως, οι πωλητικοί κάνουν ακριβώς αυτό… εντέχνως καλλιεργώντας τον αχαλίνωτο εγωϊσμό κάθε ανθρωπάκου καί σπέρνοντας σύγχυση. (Βλέπε όσους χειροκροτάνε τον «αρχηγό» κάτω απ’ το μπαλκόνι. Ξέρετε γιατί το κάνουν; διότι στον «αρχηγό» βλέπουν τον εαυτό τους! Εφ’ όσον εδώ διαθέτουμε τουλάχιστον μία αναγνώστρια ψυχολόγο, μπορείτε να ρωτήσετε αυτήν, άμα δεν πιστεύετε τον αρχιτρόφιμο του ιδρύματος. Καρα-lol!!!) Το ίδιο βιολί βαράνε κι οι αρδ, που εισήγαγαν την αμερικανιά της «γενιάς». Ωρέ αρδ, άλλο είναι ένας πολυφυλετικός πολτός χωρίς ιστορία, που δεν έχει από πού να πιαστεί (καί πιάνεται απ’ το πιστόλι, το δολλάριο, καί τη χρονιά αποφοίτησης), κι άλλο εμείς! Καί τί σημασία έχει το πότε γεννήθηκε κάποιος; το ίδιο είναι ο εργατικός με το κοπρόσκυλο, ή ο έξυπνος με τον βλάκα, επειδή όλοι τους γεννήθηκαν πχ το 1979;  Άειντ’ από ‘δώ, ζά!!!

Αυτές, λοιπόν, οι πονηρές πολιτικάντικες «ισότητες» δίνουν γιά παράδειγμα πτυχία καί διδακτορικά στον κάθε άχρηστον, ή ίδια σύνταξη σ’ αυτόν με τα δωδεκάμιση χιλιάδες ένσημα, με τον άλλον με τα τρείς χιλιάδες ένσημα. (Ή στον κάθε πονηρό απ’ το Μπαλγκαριστάν – που είναι, μάτια μ’, κι αυτός μέλος της «Ε»Ε.) Ή τα ίδια επιδόματα με τους νοικοκυραίους φορολογούμενους, καί στους Βρωμά (που δεν πληρώνουν ποτέ τους ούτε δεκάρα φόρο). Γι’ αυτό καταντήσαμε εδώ που καταντήσαμε. (Κι έχουμε πρωθυπουργό έναν αγράμματο καί κακοηθέστατο μπαγλαμά, μονοψήφιου δείκτη νοημοσύνης. Τον δεύτερο στη σειρά αυτού του είδους διπόδων.)

Τώρα τελευταία, μάλιστα, δίνουν περισσότερα δικαιώματα στον κάθε λαθροβρωμιάρη, παρά στους αυτόχθονες Έλληνες!… Σε σημείο να σε φτάνουν να λες, πού ‘σαστε μασώνοι του 1789 με τις «ισότητες», να σιάξ’ η βάρκα του Ψευτο-ρωμαίϊκου!!!

 

Τέλος πάντων, το συμπέρασμα είναι πως στις κρίσιμες στιγμές που έρχονται, κυβερνήτες της Ελλάδας δεν θα είναι οι οποιοιδήποτε (πονηροί, πανικοβλημένοι, αμετροεπείς «πατριώτες» αρχηγοί κομμάτων-«σφραγίδων», «σοβαροί» τέκτονες, καί λοιποί άσχετοι κι ακάλεστοι), αλλά μόνον όσοι διετέλεσαν αρχηγοί σε κρίσιμες καταστάσεις στο παρελθόν. (Καί, ναί, ζουν ανάμεσά μας μετενεσαρκωμένοι.) Στο κάτω-κάτω, θέλετε ισότητα; Οκέϋ, να σας την κάνω τη χάρη! Βρήτε με τα φιλαράκια σας ποιό μυθολογικό μας αρχέτυπο σας ταιριάζει, στελεχώστε το, βάλτε στόχους, κι ορμάτε! Στην πράξη κρίνονται όλα καί κρινόμαστε όλοι.

Εμένα, όμως, θα μου επιτρέψετε να ελπίζω κυρίως σ’ ένα «σώμα» περίπου δεκαπέντε χιλιάδων ατόμων, το οποίο καί τελικά θα καθαρίσει την κόπρο του …Ροσίλδου. Όπως καί να νομίζω ότι οι ενσαρκωτές όλων των αρχετύπων που εννοώ, ξαναζούμε μαζί, σήμερα, ταυτόχρονα, εδώ στην Ελλάδα – καί είναι θέμα χρόνου να το καταλάβουν, όσοι απ’ αυτούς δεν το κατάλαβαν ακόμη. (Κι εννοείται, να βρεθούμε όλοι μαζί καί να δράσουμε.)

 

Πάμε, όμως, να δούμε τα αρχέτυπα που «παίζουν» (καί συγνώμη, αν ξεχνάω κάποιο) :

i. Εξερευνητικό – κατασκοπευτικό – κομμάντο ειδικών αποστολών.

Η Αργοναυτική Εκστρατεία.

 

ii. Αμυντικό με αντεπίθεση, μετά από επίθεση εκ Δυσμών.

Ο Ατλαντο-Ελληνικός Πόλεμος.

Το Έπος του 1940.

Σημειώστε ότι εδώ, σ’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση, το αμιγώς αμυντικό (πχ Ρωμαίοι, Δ’ Σταυροφορία) είναι σκέτη καταστροφή γιά την Ελλάδα. (Καί μπράβο του, του Κατσιμήτρου, που ενστικτωδώς το κατάλαβε, καί διενήργησε αντεπίθεση.)

 

iii. Αντεπίθεση, μετά από επίθεση εξ Ανατολών.

Μ. Αλέξανδρος.

Πάλαι ποτέ Διόνυσος στην Ινδία. (Το 8,500 πΧ.)

 

iv. Ολοκληρωτικό ξεκαθάρισμα εχθρικού κέντρου.

…Καί, ει δυνατόν, τελειωτικό.

Θησέας στον Λαβύρινθο.

Τρωϊκός Πόλεμος.

Μ. Αλέξανδρος στη Θήβα.

 

v. Μακέλεμα του εχθρού, με προηγηθείσα θυσία.

…Καί τακτική «καμμένης γής».

Θερμοπύλες καί Σαλαμίνα.

Αλαμάνα καί Δερβενάκια.

Έξοδος Μεσολογγίου καί Μάχη Αράχωβας.

 

Αυτά είναι τα ομαδικά αρχέτυπα. Υπάρχουν καί ατομοκεντρικά, αλλ’ αυτά στοχεύουν μονάχα στην κατά κάποιο τρόπο θέωση του ήρωα – καί δεν έχουν θέση στον επερχόμενο καιρό με τα τυφωνικά γεγονότα που περιμένουμε (όπου συμμετέχουμε άπαντες, θέλουμε-δε θέλουμε). Πχ η Οδύσσεια, ή ο Δαίδαλος. Εδώ, όμως, προσοχή! Γιά να επιτύχουν αυτά που ονειρευόντουσαν, ο μεν Δαίδαλος έχασε καί ανηψιό καί γυιό, ο δέ Οδυσσέας ολόκληρο πλήρωμα!

Όθεν τα ατομοκεντρικά ξεχάστε τα. Το μόνο, ίσως, που παίζει, είναι ο Ηρακλής με τους 12 άθλους του. Όποιος λεβέντης νέος το επιθυμεί… από μένα, εντάξει! Άλλως τε, μπορεί καί να χρειαστούμε διάφορα καλούδια, όπως πχ τα μήλα των Εσπερίδων. Άρα, κάποιος πρέπει να πάει να μας τα φέρει!  🙂

 

Μιά τελευταία σημείωση: τα αρχέτυπα είναι αυτά που ξέρουμε, όμως γιά υλοποίησή τους στις σημερινές συνθήκες πολλά στοιχεία τους έχουν αλλάξει. Πχ ενδεχομένως να μη συνεργαστεί ακριβώς ο ίδιος αριθμός ατόμων. Ή, οι σημερινοί πρωταγωνιστές να διαμένουν αλλού ‘ντ’ αλλού, ενώ στην ορίτζιναλ Αργοναυτική καί στον Τρωϊκό μαζεύτηκαν σε κοινό σημείο εκκινήσεως.

Γι’ αυτό, εξετάστε τα όλα με προσοχή. Βάλτε κάτω τα δεδομένα καί τις δυνάμεις σας, κι ο Θεός της Ελλάδας βοηθός!

 

Υγ 1: Έτσι, γιά παράδειγμα: το βλέπετε πως -σύμφωνα με το τρίτο αρχέτυπο-, μετά από επίθεση εξ Ανατολών, πρέπει να διενεργήσουμε αντεπίθεση …μέχρι την «Κόκκινη Μηλιά»; Όθεν, τζάμπα ταξίδι μέχρις εδώ έκαναν τα λαθρομούσλιμζ. Αρκεί να μην κάτσουμε στ’ αυγά μας εμείς. Να μην πούμε: «- Εντάξει, τα διώξαμε τα λάθρο, τώρα στα του οίκου μας!» Θα είναι λάθος μας.

Υγ 2: Γιατί αρχέτυπα; Διότι, όπως πάντα, έχουμε τις λύσεις έτοιμες από Μυθολογία κι Ιστορία. Μήπως νομίζετε ότι, μέσα στον επερχόμενο κοσμοχαλασμό, θ’ αυτοσχεδιάσετε γιά να πετύχετε τους επιθυμητούς στόχους μας;

Ελεύθερα από μένα, αλλά δεν το βλέπω.

Υγ 3: Παραλίγο να το ξεχνούσα… Καί τί γίνεται, αν φτιάξουμε πχ είκοσι τσούρμα Αχαιών με 20 Αγαμέμνονες; Έ, ένα τους θα κάνει τη χοντρή δουλειά, καί τα υπόλοιπα συμπληρωματικές. Αλλά, όλα είναι δεκτά. Όλα χρήσιμα!

Καί τί γίνεται, αν «κάποιοι» -που διαβάζουν τις σοφίες μου- φτιάξουν κι αυτοί Αργοναύτες καί δοκιμάσουν να μας καταστρέψουν με -όπως λέγεται- «συμπαθητική μαγεία»; Είτε κάνοντας επίτηδες βλακείες, είτε στρέφοντας τη δική τους Αργώ στο λεγόμενο «αριστερό μονοπάτι»; Ξέρετε, γιά να χτυπήσει στο αιθερικό αποτύπωμα, κτλ.

Γνώμη μου, πως δεν θα γίνει τίποτε απολύτως εις βάρος μας. Τα αρχέτυπα αυτά απαιτούν κι Έλληνες γιά να δουλέψουν! Όπως δεν θα δουλέψει με μας ένα ξένο αρχέτυπο, όπως πχ «Ο Τζάκ καί η φασολιά», ή «Τα νέα ρούχα του βασιλιά».

Τώρα, θα μου πείς, γιατί τότε «αυτοί» μαθαίνουν τον Θουκυδίδη απέξω καί πάνε να τον εφαρμόσουν; Έ, η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα!  🙂

Σεράνο – β’

62 Σχόλια

(προηγούμενο)

 

vi.

Η Ελένη, όσο ξαφνικά την άρχισε, άλλο τόσο ξαφνικά παράτησε την πόζα μπροστά στον καθρέφτη. Μ’ ευκινησία όντως δυό δεκαετιών νεώτερης γυναίκας, μετακινήθηκε προς το βάθος του δωματίου, όπου βρισκότανε μόνιμα σταθμευμένο ένα μπαούλο. Το άνοιξε, κι έβγαλε από μέσα δυό μαξιλάρια καρέκλας.

«- Σε παρακαλώ, βγες στον πίσω κήπο καί πήγαινε βάλε τα σε κάτι μεταλλικά σκαμνάκια, που θα βρείς δίπλα στο τραπέζι, στο τέλος του πλακόστρωτου. Κάτσε εκεί καί περίμενέ με, να φτιάξω τους καφέδες μας!», του χαμογέλασε ξανά ύστερ’ από ώρα. Τού ‘χωσε τα μαξιλάρια στην αγκαλιά του με τελεσιδικία εντολής.

«- Έτσι; γυμνός;», απόρησε γιά πολλοστή φορά. «Όχι ότι ντρέπομαι, αλλά δεν αισθάνομαι καί πολύ άνετα, ξέρεις! Καί συγνώμη, που δεν σου το είπα νωρίτερα!»

«- Έτσι ακριβώς, Παναγιώτη!», του απάντησε. «Δεν θα ντυθείς, αν δεν σου πω! Κι εγώ γυμνή θα σερβίρω τους καφέδες μας. Άλλως τε, δεν θα μας δεί κανείς εκεί. Πήγαινε σε παρακαλώ, καί μην καθυστερείς!»

«- Γιατ…»

«- Μή ρωτάς! Όλα στην ώρα τους!»

Ο Παναγιώτης συγκατένευσε. Γνώριζε απέξω την ανατομία του σπιτιού καί των χώρων του. Αυτό δεν ήταν ψέμμα, το ήξερε καλά από τα παιδικά τους καλοκαίρια ότι ο πίσω κήπος ήταν καταφύγιο. Λόγος καθησυχαστικός γιά τα υπόλοιπα παράξενα που πνίγαν τον νού του· ότ’ είχαν μιά καλή αιτία όλα τους, που θα τη μάθαινε με την ώρα της.

Μπήκαν μαζί στην κουζίνα, κι η γυναίκα ξεκλείδωσε την πίσω πόρτα, που έβγαζε στον κήπο. Παραμέρισε να περάσει ο Παναγιώτης. «- Κάνε γρήγορα, σε παρακαλώ! Μην καθυστερείς!»

«- Πάω! Κι εσύ;»

«- Φτιάχνω τους καφέδες μας κι έρχομαι. Δεν αργώ!»

«- Να σε βοηθήσω σε κάτι;»

«- Όχι! Μονάχα να πας στον κήπο όσο μπορείς πιό γρήγορα! Αυτή τη βοήθεια θέλω!»

«- Αυτό μόνον;»

«- Αυτό!»

 

Ο άντρας έφτασε στο τραπεζάκι της πίσω αυλής, έφερε σε κάθετη θέση τα γερτά στο τραπέζι σκαμνάκια, καί τοποθέτησε απάνω τους τα μαξιλάρια.

 

Όμως, δεν πρόλαβε καλά-καλά να καθίσει, όταν άκουσε τον ήχο της κλειδαριάς, που κλείδωνε την πόρτα της κουζίνας. Αυτήν, απ’ όπου βγήκε μόλις πριν λίγο.

Δε μπόρεσε ν’ αντέξει άλλο· η τόσο περίπλοκη κατάσταση τον τίναξε. Παραπήγαινε αυτό! «- Τί διάολο;!», μουρμούρισε.

Κι αν η γυναίκα αυτή ήταν όντως τρελλή… κι αυτός βρέθηκε μπλεγμένος σε δίχτυα ανεξέλεγκτα; Καθόλου δεν του άρεσε να περιμένει γυμνός κι αδρανής σε μιά πίσω αυλή ενός ερημικού σπιτιού, με τα ρούχα του καί τα πράγματά του -χέσε τα χρήματα, η ταυτότητά του καί τα κλειδιά του ήταν τα σημαντικά- κλειδωμένα μέσα στο σπίτι, έρμαια στα χέρια μιάς τρελλής. Σα να μην έφταναν αυτά, στον θυμό της στιγμής ερχόταν φουριόζος να κάνει παρέα κι ο πρωϊνός. Τελικά, έχουν δίκιο αυτοί που λένε πως όλες ίδιες είναι!

Αλλά οι φιλοσοφήσεις δε ‘φελούσαν σε τίποτε τώρα. Κι αν η τρελλή είχε κρυμμένη καί καμιά καραμπίνα;… Τελείως σκατά, σου λέω! Πώς έμπλεξα έτσι, απ’ τη μιά μέγαιρα στην άλλη; Τόσο ηλίθιος είμαι, πανάθεμά με;

Αρνητισμός!… αρνητισμός κάργα. Συσσωρευμένος. Είναι να μην τα φέρει η κακιά στιγμή. Διότι δεν φείδεται, η ρουφιάνα, της ποσότητας συμφορών που μοιράζει.

Έκανε, όμως (παρά την ταραχή του), καί μερικές λογικές σκέψεις… Ότι η Ελένη δεν έφυγε μετά το κλείδωμα της κουζίνας. Ότι, κι αν δοκίμαζε να φύγει απ’ τη μπροστινή πόρτα (ή πηδώντας απ’ το παράθυρο – οι τρελλοί έχουν τον δικό τους τρόπο σκέψης, βλέπεις), θα την προλάβαινε καί θα την πλάκωνε στο ξύλο. Ότι, αν ήθελε να του κάνει κακό, θα του είχε ήδη κάνει. Στο κάτω-κάτω, αν είχε βάλει δηλητήριο στον καφέ του (γιά ποιά αιτία; τρέχα γύρευε με την τρελλή!…), θα έβαζε αυτήν να τον πιεί. Θα την έβαζε να τους πιεί καί τους δυό! Ή θα τον έχυνε. Ή θα τους έχυνε αμφότερους καί τους δύο… όπως είχε διατυπώσει τον δυϊκό αριθμό κάποτε ένας αγράμματος –αλλά κονομημένος– πελάτης του, γιά να του φτιάξει με ακριβώς την ίδια διαρρύθμιση τους δύο ορόφους του σπιτιού του.

Σε τελευταία ανάλυση, θα προλάβαινε τα πάντα, αν ορμούσε κι έσπαζε την πόρτα. Μπορούσε να το κάνει! Ήταν μέσα στις δυνατότητές του, αν χρειαζόταν κάτι τέτοιο.

 

vii.

Η ευχάριστη μυρωδιά του καφέ, που δραπέτευσε απ’ το παράθυρο της κουζίνας κι έβαλε σε πειρασμό τη μύτη του, αντάμα με τους ήχους πού ‘βγαζαν τα κουζινικά τσουμπλέκια, κατάφεραν να προσγειώσουν πάλι το έρμο το μυαλό του στο αεροδρόμιο της λογικής. Στο καπάκι, τσίκ!, ξεκλείδωσε κι η κουζινόπορτα. Καί νά ‘τηνε, ξεπρόβαλε στο κεφαλόσκαλο η Ελένη ολόγυμνη κι ολόμορφη, κρατώντας τον δίσκο με τους καφέδες καί τα νερά. Με ικανές κινήσεις έφερε το κλειδί της πόρτας απ’ την έξω πλευρά, έκλεισε την πόρτα με το πόδι της, καί περπάτησε επιδέξια προς το μέρος του, μή χύνοντας ούτε σταγόνα καφέδων τε νερών τε.

Τον πλησίασε, κι απίθωσε προσεκτικά τον δίσκο στο τραπέζι. Του χαμογέλασε εγκάρδια του ταραγμένου κι αμήχανου Παναγιώτη. Της χαμογέλασε κι αυτός· καί το χαμόγελό του πλάτυνε, όταν είδε -εκτός των άλλων, καί- δυό σοκολάτες απάνω στον δίσκο, να περιμένουν στωϊκά τη μοίρα τους.

«- Σεράνο, έ; Όπως τότε που ήμασταν πιτσιρίκια!…», σχολίασε, με δυσκολία συγκρατώντας τα σάλια του.

«- Ναί!»

«- Δεν τις ξέχασες όλ’ αυτά τα χρόνια;»

«- Καθόλου! Τί λες;! Να ξεχάσω τις αγαπημένες μου σοκολάτες; Ακόμη κι εκεί που ήμουν, πάντα έλεγα σ’ όποιον έκανε ταξίδι στην πατρίδα να μου φέρει μερικές!», αποκρίθηκε σχίζοντας το περιτύλιγμα της μιάς. Κάθησε στο ελεύθερο σκαμνί καί του πρόσφερε την άλλη. «Άσε που καί τώρα πάντα παραγγέλνω στην κυρα-Γεωργία να μου βάλει μερικές στο ψυγείο, πριν έρθω σ’ αυτό εδώ το σπίτι! Γι’ αυτό είχα να σου σερβίρω, επειδή πάντα προνοώ να υπάρχουν διαθέσιμες!», κατέληξε.

Ο άντρας κοίταξε τη σοκολάτα γιά λίγο, πριν σχίσει κι αυτός το περιτύλιγμά της. «- Η μόνη σταθερή αξία σ’ όσα παλαβά έζησα… ζούμε (διόρθωσε) εδώ καί λίγες ώρες!», είπε φιλοσοφικά. «Ποιός θα τό ‘λεγε ότι σ’ έναν ταραγμένο κόσμο η σταθερή αξία θά ‘ταν μιά σοκολάτα;!…», αστειεύτηκε. «Αλήθεια, μπορείς να μου εξηγήσεις τί ακριβώς περνάμ’ εδώ καί λίγες ώρες, επειδή ακόμη δεν τό ‘πιασα;»

«- Πφφφ!!! Άντρες!…», έκανε η γυναίκα υποτιμητικά. «Φάε, όμως, τη σοκολάτα σου, σαν καλό παιδί, πιές καί τον καφέ σου, καί θα σου πω.», του είπε δήθεν δασκαλευτικά. «Μή νομίζεις, ούτ’ εγώ κατάλαβα την απόλυτη αλήθεια, αλλά τουλάχιστον έκανα φιλότιμη προσπάθεια.»

«- Την αλήθεια, που είναι ολόγυμνη, σαν εσένα!» Έγειρε λίγο στο πλάϊ, να συμπεριλάβει καί τα πόδια της σ’ αυτό που έβλεπε. «Κουκλάρα είσαι, μωρέ!», την επαίνεσε ακόμη μία φορά.

Του χαμογέλασε. Χαμογέλασε κι αυτός στον εαυτό του, από μέσα του· μιά που η λογική ικανότητα του Παναγιώτη μάλλον είχε ξαναπιάσει δουλειά. Γιά πρώτη φορά παρατήρησε ότι όλο αυτό το διάστημα η Ελένη ήταν πολύ άνετη με τη γύμνια της.

«- Αλλά, μ’ όλο τον σεβασμό, νομίζω ότι κατάλαβα περισσότερα από σένα!», είπε η Ελένη.

«- Πού το ξέρεις;»

«- Απ’ τη χαζή έκφραση που είχε η φάτσα σου, μέχρι που ήρθαμε εδώ στην αυλή!»

Ο άντρας χαμογέλασε ξανά.

«- Δε θέλω να σε προσβάλω, πάντα ήσουν έξυπνος. Έτσι σε θυμάμαι! Δεν ξέρω αν στο μεταξύ σου συνέβη κάτι άσχημο, ώστε να μειωθεί η νοημοσύνη σου σε ανυπόφορο βαθμό,…» (εδώ ο Παναγιώτης έκανε μιά κωμικοτραγική γκριμάτσα -μετά χειρονομίας- «άσε, συνέβη…»), «…αν καί δεν το νομίζω. Διαπίστωσα πως καλά πάς από μυαλά!», τον πείραξε.

«- Καί τότε, γιατί δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε μιά τάξη;»

«- Θα σου πω, όταν τελειώσουμε τα καφεδάκια μας. Τουλάχιστον, θα σου πω όσα ανακάλυψα εγώ.»

«- Το βρήκα! Εσύ μ’ αναστατώνεις!», της ανακοίνωσε θριαμβευτικά· όμως, απλά γιά νά ‘χει κάτι να πεί. Όσα έζησε σήμερα, όλ’ αυτά τα ερεθίσματα που έβραζαν μαζί στη χύτρα του παραλόγου, παραήταν επικίνδυνο μείγμα γιά την πνευματική του υγεία. Καί νά ‘τον, τώρα, μετά από πάλη έως θανάτου με την πρώην του σύζυγο καί τον δικηγόρο της, μετά από φαγητό στο μαγαζί ενός φιλοπερίεργου ταβερνιάρη, να κάθεται γυμνός σε μιά ξένη αυλή, να μασουλάει μιά σοκολάτα, καί να περιμένει σαν παιδάκι ν’ ακούσει την αφήγηση της επίσης γυμνής σπιτονοικοκυράς… που ξανάνοιωσε είκοσι χρόνια. Που ξανάνοιωσε μαζί του δυό δεκαετίες. Καί που είχε να τη δεί άλλες τεσσεράμιση.

 

Όχι, όχι, όχι!!! Δεν συνέβαιναν αυτά σε λογικούς ανθρώπους. Δεν θα μπορούσαν να συμβαίνουν. Αποκλείεται – ρητώς καί διά ροπάλου, σου λέω! Κοιμισμένος ήταν όλη αυτή την ώρα, όλο το βράδυ, κι έβλεπε παλαβά όνειρα. Κι αφού ξημέρωνε, θα ξύπναγε – όπως έκανε κάθε μέρα· καί θα πήγαινε γιά κατούρημα, πριν πλύνει δόντια καί ντυθεί. Αλλά -φεύ!- ήταν ήδη ξυπνητός. Άρα, όντως στον ταραγμένο κόσμο μας οι σταθερές αξίες αντιπροσωπεύονται από πράγματα τετριμμένα, όπως οι σοκολάτες καί τα τσίσια. Εντελώς σουρρεάλ! Αλλά, ισχύει.

Ούτ’ η Ελένη, όμως, ήταν όνειρο. Η γυμνή σαραντάρα …κοντά τριανταπεντάρα, που καθόταν απέναντί του, διεκδικούσε -καί κέρδιζε- την υπόσταση της πραγματικής πραγματικότητας. Αυτής, που έχει τις ισχυρώτερες μαθηματικές εξισώσεις με το μέρος της – καταπώς λεν κι οι επιστήμονες. Μιά που όλα όσα αισθανόμαστε καί συναισθανόμαστε είναι -στο κάτω της γραφής- σύνολα εξισώσεων… πανάθεμα τον πατέρα αυτουνού του μισότρελλου, που εφηύρε τη μοντέρνα Φυσική, κι εκτέλεσε τον ρομαντισμό στα έξι μέτρα! Λες καί δεν είχε καλύτερη δουλειά να κάνει.

Η γυναίκα ήπιε την πρώτη γουλιά του καφέ της, καί τη μιμήθηκε.

«- Μμμμ!!!… Γειά στα χέρια σου! Πολύ καλός! Πάντα νά ‘μαστε καλά, ν’ ανταμώνουμε ευχάριστα!», αναφώνησε πραγματικά χαρούμενος, υψώνοντας το γεμάτο νεροπότηρο σε πρόποση. «Καί χωρίς τα ρούχα μας!», ήθελε πολύ να προσθέσει· αλλά η περιέργεια να ξεμπλοκάρει επιτέλους το μυαλό του, συνέχιζε να υπερισχύει κάθε πιθανής σωματικής του επιθυμίας.

Περίεργο κι αυτό!… Ακόμη ένα από τα σημερινά παράξενα που του συνέβαιναν. Αλλ’ αυτά ακριβώς συνέβαιναν, παράξενα-ξεπαράξενα.

 

viii.

Είχαν σχολάσει πρό πολλού τις σοκολάτες τους, αλλά δεν έδειξαν την αντίστοιχη υπομονή να τελειώσουν τους καφέδες τους.

«- …Λοιπόν, Ελένη;»

«- Τί ‘λοιπόν’;»

«- Τί μας συνέβη;»

«- Εσύ τί κατάλαβες πως μας συνέβη;»

«- Ξανανοιώσαμε!»

«- Ναί!… Συμφωνούμε απόλυτα εδώ. Πότε άρχισες να το καταλαβαίνεις;»

«- Όταν άρχισε να χάνεται η ουλή μου. Εσύ;»

«- Εγώ, αρκετά πιό πρίν. Όταν σηκώθηκα να πάω να φτιάξω τους καφέδες, κι είδα πως τα ρούχα μου έπλεαν επάνω μου. Αλήθεια, όμως… πώς καί δεν κατάλαβες ότι χαλάρωσαν καί τα δικά σου ρούχα;»

«- Μμμ… επειδή συνηθίζω να φοράω σφιχτή τη ζώνη του παντελονιού, υποθέτω.»

Η γυναίκα συγκατένευσε.

«- Η επόμενη κίνησή σου, όμως, ήταν να γδυθείς, καί να βάλεις καί μένα να γδυθώ. Γιατί;», συνέχισε ο Παναγιώτης.

«- Επειδή αντιλήφθηκα πως το φαινόμενο αυτό είχε σχέση μ’ ένα σύνολο από πράγματα. Κύρια καί δευτερεύοντα. Εμάς, το σπίτι, τις αναμνήσεις μας, τα ρούχα μας, τα έπιπλα,… ό,τι άλλο φανταστείς ως πιθανό. Ήθελα λοιπόν να ξεκαθαρίσω πού ακριβώς κρύβεται το αίτιο.»

«- Να το ξεκαθαρίσεις με το γδύσιμο;»

«- Ναί… καί μ’ αυτό. Απομονώνοντας έναν-έναν πιθανό παράγοντα. Με το γδύσιμο κατάλαβα πως το φαινόμενο ήταν ανεξάρτητο από τα ρούχα μας. Μετά, με το που έδιωξα εσένα στην αυλή, είδα πως το ξανάνιωμα σε μένα σταμάτησε.»

«- Καί γιατί κλείδωσες;»

«- Γιά να σ’ εμποδίσω, αν σου ερχόταν η διάθεση να ξαναμπείς στο σπίτι. Ήθελα να δω με την ησυχία μου τί θα γίνει, όταν δεν είμαστε μαζί.»

«- Μα, σίγουρα έχεις ήδη διαπιστώσει πως δεν σου συμβαίνει κάποιο βιολογικό ξανάνοιωμα, από τις άλλες φορές που ήρθες εδώ μόνη σου!»

Η γυναίκα τον κοίταξε με ελαφριά απορία.

«- Εννοώ ότι όλ’ αυτά τα χρόνια σίγουρα έκανες μπάνιο στη μπανιέρα του σπιτιού, κάποιες φορές. Καί φυσικά, όπως τώρα, ήσουνα γυμνή μέσα στη μπανιέρα.», συνεπέρανε ο άντρας.

«- Έχεις δίκιο!… Αυτό δεν το σκέφτηκα, όταν σ’ έβγαλα έξω απ’ το σπίτι γιά να μείνω μόνη. Αλλά, νά που ξεκαθαρίσαμε ότι το ξανάνοιωμα έρχεται μόνο με την ταυτόχρονη παρουσία μας – καί μάλιστα, στο εσωτερικό του σπιτιού!»

Ο Παναγιώτης έριξε μιά βιαστική ματιά στο σώμα του. «- Σωστά μιλάς!… Εδώ έξω, στην αυλή, σε μένα σταμάτησε.»

«- Καί σε μένα!», συμπλήρωσε η Ελένη.

 

Ο άντρας ήπιε την τελευταία ημιγουλιά του κρυωμένου πιά καφέ του.

«- Θαυμάζω το μυαλό σου, Ελένη!»

«- Μπά, έτοιμες συνταγές ήταν όλ’ αυτά! Δεν έκανα κάτι τόσο σπουδαίο.»

«- Συνταγές απ’ την ψυχολογία που σπούδασες;»

«- Όχι, από τη μεθοδολογία των θετικών επιστημών.»

Την κοίταξε ερωτηματικά.

«- Πώς κι έτσι; πήρες κι άλλα πτυχία καί ξέχασες να μου το πεις;'»

«- Όχι, αυτά τα ξέρω από τον μακαρίτη τον σύζυγό μου. Τον είχα ρωτήσει μερικές φορές από περιέργεια με τί ασχολείται η επιστήμη του, κι αυτός μου έκανε μιά σειρά διαλέξεις των πέντε λεπτών! Από ‘κεί ξέρω όσα ξέρω στον τομέα των θετικών επιστημών.»

Κούνησε το κεφάλι του σε συμπάθεια άνευ ουσιαστικού αντικειμένου, ωσάν δείγμα κατανόησης των συμφορών του πλησίον συνανθρώπου μας.

«- Από κάτι τέτοια …ακαδημαϊκά πεντάλεπτα με την…» (πάλι πήγε να πεί «μακαρίτισσα» – μα τί στο καλό συνέβαινε μ’ αυτή τη λέξη, καί κολλούσε στο μυαλό του; μέλι είχε; ) «…την τέως σύζυγό μου, έμαθα κι εγώ να μαγειρεύω μερικά φαγητά της προκοπής!», απάντησε κοιτάζοντας αφηρημένα στο πλάϊ, καί καταπνίγοντας ένα χασμουρητό.

Όμως γύρισε πάραυτα, καί κοίταξε τη γυναίκα στα μάτια.

«- Περίεργο δεν είναι, που μας συμβαίνουν τρομερά καί φοβερά, που συμβαίνουν σ’ εμάς καί μόνο σ’ εμάς, αλλά μιλάμε γιά πρόσωπα απόντα;» Ξαναγύρισε τη ματιά του στο πλάϊ. «Ένα ακόμη, από τα πολλά σημερινά παράξενα. Έχω χάσει τον λογαριασμό πιά!»

«- Γιατί είναι περίεργο, ειδικά αυτό;»

«- Επειδή πρέπει να δούμε τί θα κάνουμε, κ’ ίσως δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο με κουβέντες εκτός θέματος. Ίσως ο χρόνος μας πλέον να είναι πολύτιμος, με τρόπο που δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη! Ωραίο είναι το ξανάνοιωμα, αλλά πρέπει καί να το ελέγχουμε!»

Εδώ πιά μιλούσε η θετική εκπαίδευση του Παναγιώτη, αλλά στο ένστικτο της Ελένης βάρεσε συναγερμός. Ανησύχησε πως ο αρχετυπικός άντρας μέσα του είχε προσβληθεί στο ασυνείδητο με τις ανάρμοστες αναφορές σε έτερο αρσενικό, έστω καί οριστικά απόν. Φοβήθηκε πως θ’ άρχιζε να της ξεγλυστράει, πως θα τον έχανε, καί δεν έπρεπε να τον αφήσει… αν τον ήθελε πραγματικά.

Είναι καί δεν είναι ιδιοκτήτης ο έρωτας·

είναι καί δεν είναι σοβαρός.

Υπάρχει καί δεν υπάρχει.

Τ’ είναι, άρα γε, η συμπάθεια δύο παιδιών;

Μιά παιδίσκη, που ενηλικιώνεται μαζί τους σε αγάπη δυό μεγάλων!

 

Δίκαιη μοιρασιά! Η φύση της πραγματικότητας, στους επιστήμονες. Η ίδια η πραγματικότητα, σε μας!

Σηκώθηκε απ’ τη θέση της, καί πήγε προς το μέρος του.

«- Έλα ‘δώ, μωρέ!…», είπε στοργικά.

Καβάλλησε τα πόδια του, κάθησε πάνω σ’ αυτά, κι έβαλε τα χέρια της πίσω απ’ το κεφάλι του, ανάμεσα στα μαλλιά του. Τα βυζιά της έπιασαν λιμάνι στη μούρη του. Ανταποκρίθηκε κι αυτός άμεσα, κλείνοντας τα χέρια του γύρω απ’ την πλάτη της, καί δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα την αριστερή της ρώγα.

«- Ελενίτσα μου;!»

«- Τί, Παναγιωτάκη μου;»

«- Μ’ αυτά που μου κάνεις, μεταβλήθηκε η ανατομία μου αγρίως!»

«- Το διαπίστωσα, Παναγιωτάκη μου, δεν είμαι στραβή!»

«- Ναί, αλλά δεν εγγυώμαι γιά το τί θα συμβεί αμέσως μετά!… Θα κάνω αταξίες!»

«- Ούτ’ εγώ σου εγγυώμαι γιά το τί θα συμβεί αμέσως μετά!», του χαμογέλασε. «Κι από αταξίες, δεν πά’ να κάνεις όσες θες; θα κάνω κι εγώ άλλες τόσες!»

Ενώθηκαν. Κορμιά, ψυχές, μυαλά. Αμφότερα, καί τα δύο.

«- Παναγιωτάκη μου;!», του μίλησε ξαφνικά, ανάμεσα στους ερωτικούς τους αναστεναγμούς.

«- Ναί, Ελενίτσα μου;»

«- Αν ήμουνα η μοναδική γυναίκα στον κόσμο, θα μ’ έκανες γυναίκα σου;»

«- Φυσικά θα σ’ έκανα γυναίκα μου! Κορόϊδο είμαι; Άλλως τε…»

«- Τί, Παναγιωτάκη μου;»

«- …Δεν θα είχα επιλογή!»

«- Ούτε τώρα έχεις επιλογή, Παναγιωτάκη μου! Ούτε τώρα!»

«- Γιατί;»

«- Σσσσσσς!!!…», του έβαλε το δάχτυλό της στα χείλια του να σωπάσει, κι αμέσως μετά του πάτησε ένα φιλί βαθειά μέσα στο στόμα.

Περιέργως, παρά τη μαγεία των στιγμών, η λογική του Παναγιώτη τότε ακριβώς ξαναδούλεψε. Του φανέρωσε πως είχε στο πιάτο την απάντηση, τη βίωνε… στην άρρητη ερώτηση του τί θα γινόταν, αν συνέχιζε να βλέπει διαρκώς την παλιά του συμμαθήτρια γιά τα επόμενα χρόνια μετά τα δώδεκά τους.

Κι αυτό δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου άσχημο.

 

ix.

Όταν ο καφές ζήτησε επιτακτικά να επιστρέψει στη μαμά Φύση, η Ελένη δεν άφησε να πάνε μέσα στο σπίτι, να κατουρήσουν στην τουαλέττα σαν άνθρωποι. Κι έτσι, τα πεσμένα ξερόφυλλα του κήπου λούστηκαν με μερικά λίτρα αμμωνία. Αλλά οι ορμόνες των ούρων (καί το αντίστοιχο θέαμα) έκαναν το θαύμα τους.

Τα δυό μεγάλα παιδιά άρχισαν να κυνηγιούνται καί ν’ αλληλοπειράζονται, όπως κάποτε… μόνο δίχως κανένα σχολικό κουδούνι πάνω απ’ τα κεφάλια τους να τα διακόψει, να μπουν στην τάξη καί σε τάξη· καί με διαφορετική κατάληξη των παιχνιδιών τους. Κάναν έρωτα καί δεύτερη φορά, πάνω στο πλακόστρωτο της πίσω αυλής. Με πάθος. Που αντικατέστησε ολοσχερώς την τρυφερότητα της πρώτης φοράς. Σαν ελατήριο συμπιεσμένο γιά μισόν αιώνα, που ξαφνικά αφέθηκε ελεύθερο. Σαν το ανόθευτο ερωτικό σμίξιμο των δύο φύλων νά ‘ταν το απόλυτο ελιξήριο της ζωής, κι έτρεχαν να προλάβουν τον χαμένο χρόνο.

 

Ξαπόσταιναν ανάσκελα στο πλακόστρωτο, με λαχανιασμένες ανάσες. Δεν έκανε κρύο· αλλά κι όσο έκανε, δεν το καταλάβαιναν. Ούτε νοιαζόντουσαν.

Της κρατούσε το αριστερό χέρι με το δεξί το δικό του. Αυτή -με το κεφάλι της ελαφρά προς τ’ αριστερά- κοιτούσε αυτόν, κι αυτός κοιτούσε τον ουρανό, στις κορυφογραμμές των δέντρων του κήπου.

«- Τί κοιτάζεις;»

«- Τα δέντρα σου!»

«- Γιατί τα δέντρα μου;»

«- Μήπως υπάρχει καμιά μηλιά ανάμεσά τους, καί μήπως κυκλοφορούν τριγύρω τίποτε φίδια που μιλάνε, ξέρω ‘γώ.»

Η γυναίκα γέλασε με την καρδιά της.

«- Ούτε το ένα, ούτε τ’ άλλο! Αν είχα μηλιά, τα μήλα θα τά ‘βλεπες. Εποχή τους είναι! Όσο γιά τα φίδια… δεν έχουμε στον κήπο μας, επειδή το σπίτι βρίσκεται σε περιοχή με κόσμο. Να το ξέρεις, τα φίδια είναι φοβιτσιάρικα ζώα καί δεν πλησιάζουν εύκολα κατοικημένες περιοχές. Άσε που από τα μέσα Οκτωβρίου ήδη έχουν ξεκινήσει τη χειμερία νάρκη τους.»

«- Πες μου, όμως! Γιατί δεν έχω επιλογή γυναίκας ούτε τώρα;»

«- Αλήθεια, Παναγιώτη, αναλογίστηκες τί εντύπωση θα κάνεις στα γνωστά σου πρόσωπα, αν κι όταν σε ξαναδούν; Στον συνεταίρο σου, στα παιδιά σου… Δεν νομίζω πως σου πέρασε απ’ το μυαλό αυτό το ενδεχόμενο!»

 

Κοίταζε γιά κάμποσο σιωπηλός μιά αυτή καί μιά τα δέντρα, εναλλάξ. Τελικά, συνειδητοποίησε (όχι χωρίς κάποιον φόβο) την κατάσταση στην πληρότητά της: όταν κάτι ξεφεύγει πολύ απ’ τα συνηθισμένα, δημιουργεί πρόβλημα – όσο καλό καί νά ‘ναι. Οι συνέπειες του να βγάλουν γλώσσα στη βιολογική φθορά, ήσαν παραπάνω από τρομερές. Καί ναί, μονάχα με την ομοιοπαθή του μπορούσε πιά να ταιριάξει καί να συνυπάρξει.

Σα να πρόλαβε τη σκέψη του, η γυναίκα πέταξε καί δεύτερον κεραυνό.

«- Έτσι καί μας δούνε οι γνωστοί μας καί το διαδώσουν, στην καλύτερη περίπτωση θα είμαστε σαν τέρατα, απ’ αυτά που δείχνουν στο τσίρκο. Σαν αρκούδες στα πανηγύρια. Στη χειρότερη…»

«… Τί θα γίνει;», τη διέκοψε.

«- Στην αμέσως χειρότερη, μερικά εκατομμύρια περίεργοι θα μας πρήξουν, να τους πούμε το μυστικό.»

Την είδε συλλογισμένη.

«- Καί στη χειρότερη-χειρότερη; Υπάρχει καί τέτοια, σωστά;»

«- Θέλει καί ρώτημα; Θα μας κλείσουν σε κλουβιά καί θα κάνουν πειράματα απάνω μας!… Αφού πρώτα ξαναδώ εκείνους τους ξυνούς κουστουμάτους με τα κουμπούρια!»

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του σ’ επιβεβαίωση.

«- Μπά, όχι απαραίτητα τους ίδιους… Άλλους θα δούμε, να σπάσει κι η μονοτονία!», αστειεύτηκε.

«- Άχ, Παναγιώτη μου, άχ, αδιόρθωτε κι αμεγάλωτε μικρέ Παναγιωτάκη μου! Απορώ πού βρίσκεις τη διάθεση να κάνεις πλάκα με το κάθε τί!»

«- Κι εγώ απορώ με τον εαυτό μου, ώρες-ώρες!», ξαναστειεύτηκε. «- Αλλά τώρα, τί κάνουμε;»

«- Τώρα θα καταστρώσουμε σχέδιο απόκρυψης – γιά σένα. Θα εξαφανιστείς, Παναγιώτη! Στην κυριολεξία θα εξαφανιστείς.»

«- Γιατί εγώ; γιατί μόνον εγώ;»

«- Ά, μαζί θα εξαφανιστούμε, δε λέω, αλλά μονάχα η δική σου περίπτωση απαιτεί σχέδιο. Επειδή εγώ δεν έχω συστηματικό πάρε-δώσε με κανέναν στην Αθήνα. Είναι σα να μην υπάρχω! Κανείς δεν πρόκειται να παρατηρήσει κάποια μεταβολή της βιολογικής ηλικίας μιάς γυναίκας, χαμένης μέσα στο τεράστιο πλήθος. Ενώ εσύ…»

Η γυναίκα άλλαξε θέση, μισοξαπλώνοντας απάνω του. Η εγγύτητα αυτή των κορμιών τους τον γέμιζε σιγουριά. Τόση, ώστε κανένα τόλμημα να μην του φαίνεται επικίνδυνο. Έκανε κι αυτός το χέρι του μαξιλάρι γιά το κεφάλι της, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.

«- Εγώ…»

«- Πες μου, με ποιά πρόσωπα έχεις καθημερινή επαφή;»

«- Με τον συνεταίρο μου, με τα παιδιά μου, καί με κάποιους καταστηματάρχες στη γειτονιά που μένω. Τον ιδιοκτήτη του μίνι-μάρκετ, ας πούμε. Το ίδιο καί με μερικά άλλα άτομα, όπως πχ τους εργαζόμενους στο βενζινάδικο που πάω συνήθως να φουλάρω.»

«- Με τα πιό σημαντικά απ’ αυτά τα πρόσωπα, θα κλείσεις άμεσα τις εκκρεμότητες που έχεις. Θα συνεννοηθείς από τηλεφώνου, όχι πρόσωπο με πρόσωπο, καί πριν περάσουν δυό μέρες από απόψε. Σε δυό μέρες θα τα έχεις τακτοποιήσει όλα, καί δεν θα ξαναδώσεις σημεία ζωής. Επίσης, πήγαινε να σηκώσεις απ’ την τράπεζα όσα χρήματα έχεις – σε υποκαταστήματα που δεν σε ξέρουν. Τα υπόλοιπα, άσ’ τα σε μένα.»

«- Κατανοητά όλα! Κάτι άλλο;»

«- Όταν θα φύγουμε από ‘δώ -αργά το βράδυ με το σκοτάδι, καί τους πάντες κοιμισμένους, ακούς;- θα πάρεις το αμάξι σου καί θα πας να το παρκάρεις σπίτι σου. Εγώ θα σ’ ακολουθώ με το δικό μου. Ανεβαίνουμε σπίτι σου καί κοιμόμαστε. Δεν ξεμυτίζουμε, μέχρι την επόμενη μέρα αργά το απόγευμα – πάλι με το σκοτάδι. Τότε θα σε στείλω -με σφιγμένη τη ζώνη του παντελονιού σου, έ;- να μου πάρεις μερικά καθημερινά ρούχα καί καναδυό ζευγάρια παπούτσια στο τωρινό μου νούμερο, καί στη συνέχεια θα φροντίσω να σου ψωνίσω εγώ καινούργια ρούχα καί παπούτσια. Δεν θα πας εσύ γι’ αυτά! Μόνο που θυμίζω: θα βγείς γιά ψώνια, αφού έχει πέσει το σκοτάδι. Όχι νωρίτερα.»

«- Κι αν…»

«- Τί;»

«- Κι αν συνεχιστεί καί στο δικό μου σπίτι το ανεξέλεγκτο ξανάνοιωμα; Δεν εξετάσαμε την πιθανότητα να προκαλείται από τη συνδυασμένη μας παρουσία, ανεξάρτητα από τον χώρο που είμαστε.»

«- Σωστό!…», έκανε συλλογισμένη. «Τότε, επισπεύδουμε τη συνέχεια του σχεδίου μας.»

«- Η οποία είναι;…»

«- Μ’ αφήνεις να κατέβω στο αμάξι μου, κι εσύ παραμένεις πίσω. Σε περιμένω να πάρεις ό,τι άκρως απαραίτητο κουβαλιέται, μπαίνεις στο αμάξι μου, καί φεύγουμε. Το σπίτι σου το κλειδώνεις, αλλά το παρατάς όπως είναι. Κατανοητό κι αυτό;»

«- Ναί. Πού θα πάμε, όμως;»

«- Θα πάμε σε μιά άλλη πόλη, καί θα μείνουμε σε ξενοδοχείο γιά καναδυό μέρες. Εκεί θα πας στην τράπεζα, να σηκώσεις ένα ποσόν. Μετά, θα πάμε σπίτι μου, στην Αθήνα, όπου καί θα σκεφτούμε τις επόμενες κινήσεις μας.»

«- Πότε λες ν’ αρχίσουν να μας… (διόρθωσε) να μέ ψάχνουν στις αναζητήσεις εξαφανισμένων;»

«- Σε πέντε μέρες από απόψε, το νωρίτερο. Αλλά τί ανησυχείς; έτσι κι αλλοιώς θα ψάχνουν τον μετά από είκοσι χρόνια εαυτό σου! Τέτοιες φωτογραφίες σου θα δώσουν στη δημοσιότητα. Κανείς δεν θα ψάχνει εσένα, όπως είσαι τώρα!», του χαμογέλασε πλατειά.

«- Δίκιο έχεις!…»

«- Λοιπόν, ξεκινάμε;»

«- Να φύγουμε από τώρα; Βιαστικά; Σκέψου πως εδώ, σε τούτο το σπίτι, θ’ αργήσουμε να ξανάρθουμε!»

«- Ναί… Θα ξανάρθουμε, όταν…» Η γυναίκα έκανε μιά γκριμάτσα, που έδειχνε σ’ ένα απροσδιόριστα μακρυνό μέλλον.

Της χαμογέλασε.

«- Το είπα, επειδή πρέπει να βρούμε κι έναν τρόπο ν’ απολύσεις την οικονόμο, αφού την εξοφλήσεις.»

«- Αυτό δεν επείγει. Θα βρούμε τρόπο. Όπως θα βρούμε τρόπο να συνεννοηθούμε με τα παιδιά μας, που είναι πολύ πιό σημαντικό.»

 

x.

Είχε ήδη αρχίσει να πέφτει το σούρουπο. Η Ελένη σηκώθηκε καί κατευθύνθηκε προς το τραπεζάκι. Ο Παναγιώτης ανασηκώθηκε λιγάκι κι αυτός.

«- Πού πας;»

«- Θα πάω μέσα τον δίσκο, θα πλύνω τα ποτήρια καί τις κούπες, καί μετά θα φέρω τα ρούχα μας να ντυθούμε, γιά να φύγουμε.»

«- Άλλο βάσανο κι αυτό!… Ώσπου να βρούμε καινούργια στο νούμερό μας, τούτα εδώ θα μας δυσκολέψουν. Κι εγώ, καλά, έχω τη ζώνη του παντελονιού να κρατάει. Εσύ πώς θα οδηγήσεις, με τα ρούχα σου τόσο χαλαρά;»

«- Κάπου μέσα έχω ραφτικά καί παραμάνες. Θα ρίξω μερικές βελονιές, να συγκρατήσω τα ρούχα μου μέχρι να φτάσουμε σπίτι σου, καί βλέπουμε. Φυσικά, πρέπει να θυμηθούμε να πάρουμε αυτά τα ρούχα στο ταξίδι μαζί μας.»

«- Γιατί;»

«- Γιά να τα πετάξουμε σε απομακρυσμένο κάδο σκουπιδιών, κάπου στην εθνική οδό.»

 

Πήγε να σηκώσει τον δίσκο, ν’ αποσερβίρει, αλλά τον παράτησε καί στράφηκε πάλι προς τον άντρα.

«- Κάτι ακόμη!»

«- Τί;»

«- Κοίτα με καλά!»

«- Σε κοιτάζω!»

Η Ελένη έκανε μιά αργή κυκλική στροφή επί τόπου.

«- Σε βεβαιώνω ότι θα έχεις αμέτρητες ευκαιρίες να με ξαναδείς γυμνή, καί να ξανακάνουμε έρωτα. Άν το θες κι εσύ!», συμπλήρωσε.

«- Θέλω! Πώς δε θέλω! Άλλως τε, δεν έχω κι επιλογή γυναίκας! Θυμάσαι;», της χαμογέλασε. Η Ελένη, όμως, παρέμεινε σοβαρή.

«- Θέλω όμως να κρατήσεις πολύ καλά στο μυαλό σου αυτή την εικόνα μου, που βλέπεις τώρα!»

«- Την έχω κρατήσει εδώ καί ώρα, αλλά γιατί;»

«- Πολύ καλά, σου λέω! Τόσο καλά, που δεν θα μπορεί να πάει άλλο! Με καταλαβαίνεις;»

«- Σε καταλαβαίνω, αλλά δε μου λες το γιατί!»

«- Δεν έμαθες ακόμη να σκέφτεσαι πιό γρήγορα, Παναγιωτάκη μου;»

«- Έμ, δεν έφτασε το ξανάνοιωμα τόσο βαθειά, να μου βάλει τούρμπο στον εγκέφαλο!», χαμογέλασε.

«- Άντε, να το πάρει το ποτάμι. Δε μου λες, Παναγιωτάκη μου, ποιά εικόνα μου είχες στο μυαλό σου, όταν ξαναβρεθήκαμε το μεσημέρι;»

«- Της παιδικής σου ηλικίας!»

«- Κι εγώ την αντίστοιχη δική σου. Κι οι δυό εικόνες είχαν σταμπαριστεί μόνιμα στη μνήμη μας. Έ, λοιπόν, το ξανάνοιωμα ακολουθούσε τις εικόνες που είχαμε μέσα μας!»

«- Δηλαδή, θες να πείς ότι… Άμα συνεχίζαμε να μένουμε μέσα, θα γινόμασταν πάλι παιδάκια;»

«- Ακριβώς, Παναγιώτη! Κι άντε να το δικαιολογήσουμε μετά αυτό, σ’ αυτούς που μας ξέρουν!… Εδώ, είκοσι χρόνια χάσαμε, καί ήδη σκεφτόμαστε τί μαϊμουδιές θα κάνουμε, γιά να το καλύψουμε! Σκέψου να χάναμε πενήντα! Άρα, κράτα στο μυαλό σου την τωρινή μου εικόνα, όπως κάνω εγώ γιά τη δική σου!»

Σηκώθηκε απάνω, την πλησίασε, την πήρε αγκαλιά, καί τη φίλησε.

«- Όχι μόνο δεν έχω επιλογή γυναίκας, δε θέλω καί να έχω επιλογή!»

 

Μετά τ’ αγκάλιασμα, η Ελένη άρχισε να ξεμακραίνει προς το σπίτι, κουβαλώντας τον δίσκο. Ο Παναγιώτης περίμενε πίσω, καθισμένος στο σκαμνάκι του.

«- Ελενίτσα μου;!», της φώναξε.

«- Τί;», τον ρώτησε δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει.

«- Ο κώλος σου είναι φανταστικός!»

Του έριξε μιά πλάγια χαμογελαστή ματιά, καί συνέχισε το βήμα της. Στον αιώνα τον άπαντα, δεν πρόκειται να ξεκολλήσει απ’ την εποχή των σπηλαίων το χρωμόσωμα ΧΥ!

Αλλά, ευτυχώς γι’ αυτήν, το ευρισκόμενο μονάχα στο αντίθετο φύλο αναγκαίον καλόν δούλευε σωστά.

 

Επίλογος

Κανένα μήνα αργότερα, φίλοι, γνωστοί, τηλέφωνα, αι Αρχαί, κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές, κάποια ιδρύματα πρόνοιας, όλοι όλες όλα ψάχνανε τον εξαφανισμένον.

Γίναν έρευνες. Ναί, μιλήσανε καί μάρτυρες· αυτό, δά, έλειπε, να μή μιλήσουνε! Ο ταβερνιάρης τον είδε, πώς δεν τον είδε! Σας βεβαιώνω πως ήμουν ο τελευταίος που τον είδα. Τον έκοψα εγώ από φάτσα στην ταβέρνα, προβληματικό άτομο! Αλλά ο κυρ-Τάσος ο συνταξιούχος, μόνιμος κάτοικος της περιοχής, είχε αντιρρήσεις. Εγώ τον είδα πιό μετά, κυρ-Αστυνόμε μου, καθώς έβγαζα βόλτα το σκυλί, εγώ ήμουν ο πραγματικά τελευταίος που τον είδα – κατευθύνθηκε προς αυτό εκεί το σπίτι, σας λέω… Εγώ, εγώ, εγώ!!! ήμουνα ο τελευταίος που τον είδα – ηχούσαν πόλεις, βουνά, λαγκάδια απ’ την τριγράμματη ψιλοαηδιαστική λεξούλα, λες κι απονέμανε πουθενά κάποιο βραβείο, καί τρέχαν όλοι να το παραλάβουν.

Η ανθρώπινη βλακεία, βλέπεις, είναι ακαταμάχητη. Περισσότερα θύματα είχε η «αναμνηστική» ομοβροντία της τελευταίας στιγμής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στις 11:11′ της 11ης 11ου 1918, παρά όσα υπήρξαν καθ’ όλον τον προηγούμενο μήνα των εχθροπραξιών.

 

Αι Αρχαί κατάφεραν κι εντόπισαν την (απολυμένη) οικονόμο, βρήκαν καί την Ελένη – που έκανε έκτακτο ταξίδι από Αθήνα, γιά να δώσει (ολοσδιόλου ψευδή) ανωμοτί κατάθεση. Κι ας είν’ καλά το μακιγιάζ, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε όποια ηλικία θές! Όχι βέβαια, δεν είδε καί δεν άκουσε απολύτως τίποτε. Τί λέτε;! Αν μάθαινε κάτι, δεν θα σας το έλεγε αμέσως;

Όλα τά ‘ψαξαν μέσα στο σπίτι αι Αρχαί, όλα τα είδαν. Κανείς, όμως, δεν πρόσεξε δυό ασήμαντα περιτυλίγματα σοκολάτας Σεράνο· πού ‘χαν ξεχαστεί στον πάτο του σκουπιδοντενεκέ της κουζίνας, αγκαλιασμένα.

 

ΤΕΛΟΣ

 

Σεράνο – α’

3 Σχόλια

Σεράνο

 

i.

Ευτυχώς, το ψυχοβγαλτικό πρωϊνό στο δικαστήριο είχε καταλήξει σ’ ένα καλό μεσημεριανό γεύμα. Η αδράνεια σώματος καί πνεύματος μετά το ταράτσωμα αποδεικνυόταν γιατροσόφι σωστό, που απόδιωχνε τις άσχημες σκέψεις. Επιτέλους, είχε τελειώσει ο εφιάλτης!

Λεφτά ήθελε η κυρία, κατάλαβες. Κι άλλα λεφτά, πέρ’ απ’ όσα περιδρόμιασε όλ’ αυτά τα χρόνια. Μόνο που δεν τα δικαιούταν με τον νόμο. Τίποτε άλλο παραπανίσιο δεν δικαιούταν! Ούτε κάν τις αναμνήσεις της ζωής μαζί του!… θα φιλοσοφούσε στους κολλητούς του, αν τους είχε δίπλα του.

Εξ αρχής τά ‘ξερε τα σάπια η ξανά δεσποινίς (δε μπόρεσε να μη χαμογελάσει στη σκέψη), κι αναγκαστικά όλη η προσπάθεια αυτής καί του δικηγόρου της είχαν ως μόνο πεδίο εφαρμογής το να του σπάσουν τα νεύρα – με τις διαρκείς αναβολές, κι όλ’ αυτά τα άνευ νοήματος νομικίστικα. Μπας καί τον πιάσουν μπόσικον να πάρουν «έναντι», με αντάλλαγμα την οριστική ησυχία του.

Τέλος πάντων, σήμερα το πρωΐ το παραμύθι έληξε κι ο δράκος ψόφησε. Μόνο που αυτός δεν έμοιαζε με ιππότη, ούτε κατά διάνοια. Πενηνταφεύγα καί με περιττά κιλά, τί σόϊ ιππότης νά ‘ταν; Με περιττά κιλά καί περιττά χρόνια, ξαναχαμογέλασε. Απορούσε, πού έβρισκε το κέφι γιά χιούμορ. Το φαγητό ήταν πράγματι φάρμακο, τελικά.
Κι όσο γιά την έεε… χμμμμ… βασιλοπούλα, αυτή έφυγε αντί να ‘ρθεί!

 

Ο ταβερνιάρης τον παρατηρούσε διακριτικά εδώ καί ώρα, όπως έκανε μ’ όλους τους πελάτες εξαπανέκαθεν. Νά, όπου νά ‘ναι, θα ζητήσει λογαριασμό. Το ήξερε από επαγγελματική πείρα. Ήξερε όλη τη συμπεριφορά των θαμώνων· από την πρώτη τους μπουκιά, μέχρι που σηκωνόντουσαν απ’ την καρέκλα. Την ήξερε, με την ακρίβεια που χτυπάνε τα ξυπνητήρια. Ώρα, λοιπόν, να βγάλει τη σούμα.

Το μαγαζί του βρισκόταν σε μιά πάροδο, ανάμεσα στα σπίτια μιάς δημοφιλούς τα καλοκαίρια λαϊκής ακρογιαλιάς, που τώρα -τέλη Οκτώβρη- ήταν έρημη. Κατά κάποιο τρόπο, το να βρεί κανείς -αν δεν είχε ξαναπάει- τη συγκεκριμένη ταβέρνα τους κρύους μήνες, ήταν σχεδόν μυητική διαδικασία.

Τέτοια εποχή -σε αντίθεση με το πολύβουο καλοκαίρι- πελάτες του ήταν όσοι κι όσες ήθελαν την ησυχία τους. Κυρίως ζευγαράκια. Τοπικοί πολιτικοί χαμηλοπαράγοντες, που θέλαν να κουβεντιάσουν δήθεν ινκόγκνιτο. Ξεπεσμένοι επιχειρηματίες. Συνταξιούχοι που έμεναν μόνιμα εκεί κοντά. Καί σπάνιοι πελάτες, σαν ετούτον εδώ τον μοναχικό – που δεν φαινόταν να έχει οικονομικό στρίμωγμα, αλλά ψυχικό. Ευτυχώς, όταν σηκώθηκε να φύγει, συγκρατήθηκε καί δεν του πέταξε καμιά βλακεία, «- Νά ξανάρθετε με την κυρά καί τα παιδιά!», καί τέτοια.

Περιορίστηκε μονάχα να του πεί: «- Αν σας άρεσε το φαγητό μας, θα χαρούμε να σας ξαναδούμε!»

Ο πελάτης έκανε ένα χαμογελαστό νεύμα με το κεφάλι, κι έφυγε.

 

ii.

Το αμάξι του τό ‘χε αφήσει λίγο παραπέρα, σε μιά αλάνα. Όμως, αποφάσισε να μην το πάρει αμέσως. Σκέφτηκε πως λίγο περπάτημα πρώτα κατά μήκος του έρημου πεζόδρομου, θα του έκανε καλό. Άλλως τε, είχε περάσει η πρώτη επίδραση του οινοπνεύματος στο κεφάλι του, κι οι σκέψεις του ξαναγύρισαν στα του διαζυγίου. Τη δίκη καί τις αντεγκλήσεις δεν ήθελε μήτε να τα ξαναδεί ουδέ κάν ζωγραφιστά, όχι να τα θυμάται· ή, ακόμη χειρότερα (Θεός φυλάξοι!), να τύχει να τα ξαναζήσει! Όμως, έμεναν κάποιες λεπτομέρειες, που έπρεπε να τις τακτοποιήσει πριν μπεί το νερό της νέας του ζωής στ’ αυλάκι, κι αυτές ακριβώς ήθελε να σκιτσογραφήσει σ’ ένα πρώτο σχεδίασμα του νού. Πιθανώτατα ο μικρός του περίπατος θα τον βοηθούσε καί σ’ αυτό.

Το πρώτο που σκέφτηκε, ήταν πως θα διαχώριζε πλέον τον επαγγελματικό του δρόμο με τον συνάδελφο καί συνεταίρο του στο γραφείο. Όχι πως ο άλλος ήταν κακός άνθρωπος. Απεναντίας! Αλλά δεν άντεχε τη συμβία του, ένα άτομο με διαρκώς ετοιμοπόλεμη την πικρόχολη κριτική γιά τους πάντες καί τα πάντα – από τις κάλτσες, που φορούσε ο καθείς («- Μμμμ!… αταίριαστες!»), μέχρι το πτυχίο που πήρε («- Δεν κάνεις γι’ αυτή τη δουλειά!»). Καλημέρα της έλεγες, τον μπελά σου έβρισκες. Η τωρινή του κατάσταση με το διαζύγιο ήταν σπίθα στη δυναμίτιδα της φιδίσιας γλώσσας της· ουδείς σώφρων θά ‘θελε -ή θ’ άντεχε- κάτι τέτοιο.

Πολλές φορές μπήκε στον πειρασμό να πεί σ’ αυτό το ζώον τί ακριβώς ήθελε να της χώσει βαθειά στο στόμα, γιά να την κάνει να μή μιλάει· κι άλλες τόσες απόδιωξε την παρόρμηση με σκέψη λογική. Αλήθεια, κάνουν σέξ τα βιολογικά ρομπότ; Τί της βρήκε, άρα γε, ο συνεταίρος του καί τη φορτώθηκε διά βίου; Μάλλον το Σύμπαν είχε κάποιον νόμο σύζευξης των αντιθέτων, δεν εξηγούταν αλλοιώς. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν καλή ιδέα να του πεί να τον μιμηθεί, καί να τη σουτάρει κι αυτός. Αλλά δεν τού ‘πεφτε λόγος. Κι ως να πάρει διαζύγιο κι ο συνέταιρος (άν καί όταν), καλύτερα θα ήταν ν’ απομακρυνθεί αυτός απ’ την κοινή επαγγελματική δραστηριότητα στο γραφείο.

Ευτυχώς, δεν είχαν πολλά να χωρίσουν. Κι η σύνταξη ήταν κοντά. Θα κρατούσε το επάγγελμα -μόνος του, πιά- τυπικά ενεργό γιά λίγα χρόνια ακόμη, καί τέλος.

 

Χωρίς να το καταλάβει, έφτασε κοντά σ’ ένα σπίτι. Κλειστό. Κλειστό εδώ καί χρόνια. Αφηρημένα, κοίταξε γιά κάμποσο την παλαιϊκή μονοκατοικία. Την ήξερε καλά… είχε περάσει αρκετά καλοκαίρια φιλοξενούμενος σ’ αυτό το σπίτι, που ανήκε στη γιαγιά μιάς συμμαθήτριάς του απ’ το δημοτικό. Μόνο που, τόσες δεκαετίες πριν, το σπίτι το θυμόταν μ’ άλλα χρώματα κι άλλα πορτοπαράθυρα. Ξύλινα εκείνα. Κι άλλα κάγκελα, πιό χαμηλά. Το είχε ξαναδεί, βέβαια, κάμποσες φορές τα περασμένα χρόνια (μιά που τον ξανάφερνε ο δρόμος απ’ αυτό το μέρος, αν κι όχι συχνά), αλλά πάντα προσπερνούσε. Τούτη τη φορά, όμως, στάθηκε.

Το σπίτι ήταν μεν κλειστό, αλλά δεν φαινόταν παρατημένο. Οι νοικάρηδες το είχαν ανακαινίσει, καί προφανώς συνέχιζαν να το φροντίζουν. Ο ίδιος δεν έμενε κάπου κοντά, αλλά ερχόταν με τους γονείς του γιά μπάνιο στην ίδια ακρογιαλιά, που περπάταγε τώρα. Εκείνες οι ολοφώτεινες καλοκαιρινές μέρες της παιδικής του ηλικίας περιέκλειαν -εκτός από τη θάλασσα- καί την αυτονοήτωι δικαίωι συνέχεια της σχολικής παρέας (καί κάθε είδους σκανταλιάς!) με τη συμμαθήτριά του. Το παιχνίδι με την Ελενίτσα πρίν, κατά, καί μετά το μπάνιο, ήταν τόσο φυσιολογικό, όσο ο καλοκαιρινός Ήλιος. Την Ελενίτσα, το -τότε- αγοροκόριτσο! Κι η έρμη η γιαγιά της έπαιρνε καθημερινά χρυσό μετάλλιο σε νοητό μαραθώνιο παιδοφυλάξεως, προσπαθώντας διαρκώς (πλήν ματαίως) να μεταβάλει δυό διαόλια σε παιδιά-πρότυπα. Τί ωραία, όμως, τα σπιτικά γλυκά της γιαγιάς!… που, πότε τα κερνούσε η γιαγιά, καί πότε τά ‘κλεβε η Ελενίτσα απ’ το βάζο, καί μοιραζόντουσαν τις κουταλιές με την αφεντιά του!

Οι γλυκειές γεύσεις του ξανάρθαν στο στόμα, μαζί με την εικόνα του βάζου – που άδειαζε με βήμα ταχύ, με ρυθμό σχεδόν μή εξηγήσιμο γιά το μυαλό της καημένης της γριάς. Όμως δεν άφησε πιό λάσκα τα χαλινάρια των αναμνήσεων. Κούνησε το κεφάλι του (όχι ακριβώς με λύπη), καί κίνησε να φύγει. Τί νόημα είχαν αυτές οι θύμησες αυτή τη στιγμή;! Αταίριαστες στο πνεύμα της ημέρας, αλλά καί γενικώτερα. Από τώρα κι ύστερα θα κοίταζε μονάχα εμπρός, τη ζωή που έρχεται. Ποτέ πίσω. Ποτέ πιά πίσω! Κι αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει.

Αλλά

το άρωμα – που δεν το ήξερε

κι η φωνή – που δεν ήξερε αν την ήξερε.

«- Σκοπεύεις να δώσεις το σπίτι μου αντιπαροχή;»

 

Γύρισε. Τον κοιτούσε κατάματα καί του χαμογελούσε μιά γυναίκα μέσου αναστήματος, μέσων κιλών, αλλά ηλικίας ανώτερης. Κι αλοί, σε αντίθεση με τα παλαιωμένα κρασιά, στους ανθρώπους η ηλικία ανωτέρα ουδέποτε συνάδει με την σωματική ποιότητα ανωτέρα… Παρά ταύτα, η γυναίκα ήταν αρκετά όμορφη γιά τα χρόνια της· τί «όμορφη»; όχι απλά όμορφη, εντυπωσιακή θα τήνε χαρακτήριζε! Το παρουσιαστικό της έδειχνε πως τα περασμένα χρόνια η εμφάνισή της είχε ζήσει μεγαλύτερες δόξες, αλλά όλα κι όλα: προηγούνται οι καλοί τρόποι ενός πραγματικού κυρίου! Την ηλικία της δεν θα τολμούσε να την ξεστομίσει. Εκάς οι κακές σκέψεις, λοιπόν!

Την εικόνα της γυναίκας συναποτελούσαν αρκετές προσεγμένες ψηφίδες. Ένα άψογο φθινοπωρινό ταγιέρ, ελαφρύ κασμήρι, μακρυμάνικο. Λιγάκι παλιομοδίτικης αντίληψης, αλλά -παραδόξως!- καθόλου παράταιρο επάνω της. Ένας κύκνος καμαρωτός, ανάγλυφος σε καρφίτσα κάμεο επάνω στο αριστερό πέτο του ταγιέρ της.

Ένα κρέμ πουκάμισο, σα μεταξωτό, με φιογκάκι στον λαιμό. Δυό χέρια ταλαιπωρημένα απ’ τη ζωή, μ’ ένα διακριτικό διαφανές βερνίκι στα νύχια. Ένα ζευγάρι ταιριαστές καλόγουστες γόβες. Μιά τσάντα ακριβή, αλλ’ όχι κραυγαλέα. Ένα πρόσωπο της ηλικίας της, αλλά πολύ συμπαθές. Κοντά σπαστά μαλλιά βαμμένα ξανθά, προϊόν άψογης κομμωτικής φροντίδας. Καί δυό μάτια, ξεθωριασμένο γαλάζιο τ’ ουρανού. Αλλά η ψυχική φλόγα εξακολουθούσε να καίει μ’ ένταση μέσα τους.

Το μόνο παράφωνο στην εμφάνισή της ήταν το καλτσόν της· παρά την προσπάθεια του εργοστασίου ν’ αποκρύπτεται ο σκοπός του, φαινόταν καθαρά πως είναι παραϊατρικό βοήθημα – απ’ αυτά που πουλάνε στα φαρμακεία.

Την κοίταξε με περιέργεια γιά μερικές στιγμές, ώσπου τελικά οι νευρώνες στο συγχυσμένο του τσερβέλο κατάφεραν να βγάλουν πόρισμα.

«- Ελένη;!»

«- Ναί, Παναγιώτη! Εγώ είμαι!»

Αγκαλιάστηκαν θερμά καί φιλήθηκαν σταυρωτά.

 

Με την Ελένη, εκτός απ’ τα παιδικά καλοκαίρια τους, οδοιπορήσανε μαζί όλα τα χρόνια του Δημοτικού. Μετά, γιά τους πρώτους μήνες της πρώτης Γυμνασίου, πήγαν σε διαφορετικά σχολεία, αν καί στην ίδια πόλη. Αλλ’ αυτό ήταν το έλασσον κακό. Διότι, ακόμη πιό μετά, ο πατέρας της πήρε μετάθεση γι’ Αθήνα – την οποία Αθήνα τότε οι υπάλληλοι θεωρούσαν ως ντέ φάκτο γέρας του κλεισίματος της θητείας τους. Με την τελευταία κι οριστική μετάθεση στην Αθήνα, ες Όλυμπον αναβήσαιτο ο μετέπειτα συνταξιούχος, δηλαδής. Μπαμπάς Ελένης κι οικογένεια Ελένης (μαζί πακέτο κι η Ελένη), λοιπόν, έφυγαν οικογενειακώς καί οριστικώς γιά το κλεινόν άστυ, κι έκτοτε με τη συμμαθήτριά του χάθηκαν. Ούτε ξαναπάτησαν πιά στο σπίτι της γιαγιάς τα καλοκαίρια. Όχι, όχι, ψέμματα!… Δεν έπρεπε να είναι άδικος: μέχρι τα δεκαοχτώ τους, δυό φορές ξανάρθε στη γιαγιά της η Ελένη, κοπέλλα πιά. Δυό καλοκαίρια, από μιά βδομάδα κάθε φορά. Το ‘ξερε αυτό, διότι ρώτησε τη γιαγιά της Ελένης καί του τό ‘πε. Αλλά το ίδιο διάστημα -από τρομερή σύμπτωση!- ο ίδιος είχε πάει διακοπές με τους δικούς του γονείς αλλού. Κι έτσι, δεν ξαναβρεθήκαν.

Η αποφοίτηση απ’ το σχολείο, οι εξετάσεις, το πτυχίο του Πολιτικού Μηχανικού, ο στρατός, τα πρώτα επαγγελματικά βάσανα, όλα όσα στην πορεία του βίου του ακολούθησαν την παιδική του ξενοιασιά, υποβίβασαν το επίπεδο της ανάμνησης της πάλαι ποτέ συμμαθήτριάς του σε μή πρωτεύον. Ωστόσο, γιά κάποια χρόνια στην αρχή (απ’ αυτά που πέρασαν χωριστά), μάθαινε σποραδικά νέα της από κοινά γνωστά πρόσωπα. Είχε παντρευτεί, κι είχε πάει, λέει, γιά μόνιμη διαμονή στην Αμερική.

Πέρασαν κι άλλα εικοσ’πέντε… όχι, τριάντα γεμάτα χρονάκια, μπορεί καί παραπάνω, που δεν είχε ξανακούσει κάτι γι’ αυτήν. Αλλά νά ‘τηνε πάλι εμπρός του!… πίσω του, δηλαδή – κι αλλαγμένη κάπου μισόν αιώνα. Αλλαγμένη· όχι «γερασμένη». Δε λέμε τέτοια βδελυρά πράγματα γιά μιά πραγματική κυρία!

«- Μή μου πείς ψέμματα, ήσουν έτοιμος να με φωνάξεις ‘Ελενίτσα’ – όπως τότε!», συμπλήρωσε. Καί, πριν προλάβει να της απαντήσει, «- Έλα μέσα γιά έναν καφέ!»

«- Κι εσύ εμένα ‘Παναγιωτάκη’! Όπως τότε!». Έκανε μιά μικρή παύση, ενόσω η γυναίκα του χαμογέλασε καταφατικά. «- Ελενίτσα!«, τη χάϊδεψε η φωνή του (εξεπίτηδες ανακαλώντας μνήμες), «Ελένη μου, πραγματικά χαίρομαι πάρα πολύ που σε ξαναβλέπω, αλλά δυστυχώς δεν είναι η στιγμή κατάλληλη! Κάποια άλλη φορά…»

«- Γιατί; καί πότε θά ‘ναι η κατάλληλη στιγμή; Λες να κάτσω να σε περιμένω ακόμη μισόν αιώνα;», του χαμογέλασε θερμά, κι έχωσε το μπράτσο της κάτω απ’ το δικό του, μπλέκοντας τα δάχτυλα του χεριού της στα δικά του. «- Έλα μέσα, τώρα που σε ξαναβρήκα, καί δεν ακούω τίποτε!»

 

Κοντοστάθηκε· δεν κουνιόταν απ’ τον τόπο του. Αναγκαστικά κοντοστάθηκε κι αυτή. Δοκίμασε να της αντισταθεί με την έσχατη γραμμή άμυνάς του. «- Ελένη μου, δεν θα είμαι καθόλου καλή παρέα! Ψυχικά είμαι εντελώς χάλια, όσο ήμουνα ελάχιστες άλλες φορές στη ζωή μου… βλέπεις, μόλις σήμερα το πρωΐ τέλειωσα μ’ ένα αρκετά εχθρικό κι άσχημο διαζύγιο, καί δεν έχω συνέλθει ακόμη!»

Αλλά η γυναίκα δεν υποχώρησε. Είπε μαλακά: «- Έλα σε παρακαλώ γιά ένα καφεδάκι, καί σου υπόσχομαι να σε σεβαστώ καί να μη σε πρήξω. Δε θα σκαλίσω τις πληγές σου, σ’ το υπόσχομαι. Αλλά, σκέψου ότι αυτές ακριβώς τις στιγμές θέλεις δίπλα σου πρόσωπα εμπιστοσύνης, καί μόνον αυτά. Θα έρθεις; Θα μου κάνεις το χατήρι;»

Τη κοίταξε με βλέμμα λιγάκι χαμένο, χωρίς ν’ αποκριθεί.

«- Γιά μένα; Θα έρθεις γιά μένα;»

Κούνησε το κεφάλι του σε κατάφαση, νικημένος απ’ το τελευταίο επιχείρημά της, παραδομένος, κοιτώντας ίσα μπροστά του. Η γυναίκα ξεκλείδωσε, καί μπήκαν μέσα στο σπίτι μαζί, ά λά μπρατσέτα.

 

iii.

Είχε κρατήσει αρκετά απ’ τα έπιπλα της γιαγιάς της. Καί τα σεμεδάκια της! Το πλείστο εσωτερικό του σπιτιού ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως το θυμόταν. Τίποτε το παράξενο, βέβαια· το σπίτι δεν ήταν διατηρημένο από υπερφυσικό θαύμα. Απλά, η Ελένη κατά την απουσία της πλήρωνε κάποια κυρία, που ερχόταν πότε-πότε καί το φρόντιζε. Η γιαγιά είχε πεθάνει προ πολλού, Θεός σχωρέσ’ την. Το ίδιο κι οι γονείς της, αρκετά αργότερα. Κι ο άντρας της, πριν κάποια χρόνια, τελευταίος στη σειρά των αναχωρησάντων δικών της.

Κάθησαν σε δυό σκαλιστούς καναπέδες αντικρυστά, κι η κουβέντα λαμπάδιασε.

 

…Ναί, όσα είχε ακούσει γι’ αυτήν ήταν σωστά. Πρώτα Γερμανία, γιά την πρώτη ερευνητική εργασία του άντρα της (επιστήμονας της καριέρας, γάρ), μετά Αμερική. Μόνιμα. Ναί, δυό κόρες, της παντρειάς σήμερα, που μεγάλωσαν καί δουλεύουν τώρα εκεί. Γιατί γύρισε η ίδια πίσω; Ά, μεγάλη ιστορία, αλλά ήθελε να ρίξει μαύρη πέτρα σ’ εκείνη την περίοδο της ζωής της. Οριστικά. Γιατί, Ελένη μου; Διότι το να είσαι επιστήμονας είναι καλό, αρκεί να μή μπλέξεις. Κι ο άντρας μου έμπλεξε…

«- …Πού;»

«- Δεν ξέρω. Αλλά τον τελευταίο μήνα της ζωής του φερόταν πολύ παράξενα. Δεν πατούσε στο σπίτι, δεν πατούσε στο πανεπιστήμιο, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα… Κι όταν ερχόταν, καθόταν ελάχιστα καί ξανάφευγε, χωρίς στο μεταξύ ν’ απαντάει στις επίμονες ερωτήσεις μου. Ούτε με φωνές καί καυγάδες δεν μπορούσα να τον συνεφέρω! Έστω, να μάθω τί περνούσε. Γύριζε την πλάτη του κι έφευγε πάλι, κι ούτε τα παιδιά δεν αποχαιρετούσε καλά-καλά. Καί λίγες μέρες αφού είχε πεθάνει, που λες Παναγιώτη μου, ήρθαν δυό βλοσυροί μαντραχαλάδες στο σπίτι.»

«- Τί; κακοποιοί;»

«- Όχι, αλλά ελάχιστα απείχαν, παρά τα κοστούμια τους. Ξεκίνησαν λέγοντάς μας χοντρά ψέμματα -σ’ εμένα καί τα κορίτσια- ότι δήθεν είναι της ασφάλειας του πανεπιστημίου, όπου δούλευε ο μακαρίτης ο άντρας μου. Ποιά ασφάλεια, ποιό πανεπιστήμιο; γύρευε ποιάς μυστικής υπηρεσίας ήταν! Καί τα πιστόλια τους δεν κάναν καμμία προσπάθεια να τα καλοκρύψουν κάτω απ’ τα σακκάκια τους. Θά ‘λεγες ότι, αντίθετα, τα επεδείκνυαν επίτηδες. ‘Ασφάλεια του πανεπιστημίου’, χά!… Δε βρήκαν να πουν τίποτε πιό έξυπνο, τουλάχιστον;»

«- Καί τί έγινε τελικά μ’ αυτούς;»

«- Μ’ αυτούς!… Μας έβαλαν να καθήσουμε ακίνητες, τρείς τρομαγμένες γυναίκες…»

«- ‘Γυναίκες’;»

«- Έ, εντάξει, τα κορίτσια ήταν δέκα χρονών το ένα καί δώδεκα το άλλο τότε… κι ανακάτεψαν οι λεβέντες όλο το σπίτι, που λες. Όσα βιβλία βρήκαν, τά ‘καναν φύλλο καί φτερό. Στις φωνές μου να μην αφήσουν πίσω τους ανακατωσούρα, απλά παρατούσαν στη βιβλιοθήκη όπως-όπως τα βιβλία που είχαν ήδη ξεφυλλίσει. Στο τέλος, πήραν μαζί τους έναν ξεχασμένον φορητό υπολογιστή του άντρα μου καί ξεκίνησαν να ξεκουμπιστούν, αλλά ο ένας τους στάθηκε καί κάτι ψιθύρισε στον άλλον. Που πήγε στο αμάξι τους, καί γύρισε με μερικά εργαλεία. Ξεβίδωσαν την τηλεόραση απ’ τον τοίχο, την πήραν μαζί τους, κι έφυγαν χωρίς κάν να μας χαιρετήσουν. Παλιόμουτρα!… τί περιμένεις;!»

«- Σας ξαναενόχλησαν;»

«- Όχι, αλλά μετά από ακόμη λίγες μέρες μας έκανε πάλι επίσκεψη ο ένας τους, ο πιό πικρόχολος καί σιχαμένος.»

«- Σε καταλαβαίνω απόλυτα!… Ξέρω από τέτοια άτομα!», τη διέκοψε, σα να μιλούσε στον εαυτό του.

«- Μας έφερε πίσω τον υπολογιστή σε καλή κατάσταση, καί την τηλεόραση διαλυμένη. Πριν φύγει, πέταξε στο τραπέζι έναν μεγάλο κίτρινο φάκελλο, καί μού ‘πε με χαιρεκακία: ‘- Ο σύζυγός σας είχε φιλενάδα! Το ξέρατε;’ Έφυγε, χωρίς να περιμένει απάντηση.»

«- Τί είχε μέσα ο φάκελλος;»

«- Όντως περιείχε φωτογραφίες του άντρα μου, να φιλιέται στο στόμα με μιά γυναίκα που δεν την είχα ξαναδεί ποτέ μου.»

«- Πώς κι έτσι; σου είχε κάνει κι άλλα τέτοια ο μακαρίτης;», τη ρώτησε σοβαρός.

«- Δεν ήταν καθόλου τέτοιος τύπος, Παναγιώτη μου. Ως γυναίκα, το ήξερα καλά. Αλλά πιστεύω ότι αυτό το έκανε γιά να μπερδέψει τα ίχνη του καί να κρατήσει μακριά από μας, που μας υπεραγαπούσε, αυτούς που τον κυνηγούσαν.»

«- Καί μετά;»

«- Τί ‘μετά’;»

«- Τί έκανες; Τί έγινε; Ξανάρθαν αυτοί;»

«- Ευτυχώς όχι. Εμείς φύγαμε απ’ το σπίτι που μέναμε, καί πήγαμε σε άλλη πολιτεία. Μακριά. Καθήσαμε εκεί μαζί οι τρείς μας -ναί, τρείς γυναίκες πιά!- άλλα δεκαπέντε χρόνια. Τα κορίτσια μεγάλωσαν, ο χρόνος γιάτρεψε αρκετά τις πληγές μας καί των τριών, βρήκαν δουλειές καί σπουδές όπως τις ήθελαν, κι αποφάσισαν να μείνουν εκεί μέχρι νεωτέρας. Εγώ, όμως, δεν είχα λόγο πιά να μείνω άλλο. Ούτε έβλεπα καί νόημα να το κάνω. Όχι τώρα κοντά, αλλ’ από τότε που μετακομίσαμε. Είχα γίνει άλλος άνθρωπος. Ούτε κάν νέες σχέσεις δεν επεδίωξα. Δε λέω, δοκίμασα, αλλά κάποιες -ελάχιστες- ιστορίες δίχως νόημα καί δίχως προοπτική, έφτασαν καί περίσσεψαν να με πείσουν πως δεν αξίζει η προσπάθεια. Δεν είχα, βέβαια, καί καμιά τρομερή πείρα απ’ τους άντρες πριν παντρευτώ, ώστε να κρίνω αλάνθαστα αν έπραξα σωστά ή όχι, αλλά η κοσμοθεωρία μου λέει πως αν είναι να σε βρεί, θα σε βρεί!…», είπε φιλοσοφικά, κοιτάζοντας μακριά.

«- Να υποθέσω πως δεν σε βρήκε;«, την περίπαιξε καλόκαρδα.

«- Να υποθέσεις!», του απάντησε σοβαρή. «Στο μεταξύ, νοστάλγησα καί λιγάκι – τί λιγάκι, αρκετά! Κι έτσι, γύρισα πίσω.»

«- Δηλαδή, έχεις ήδη κάποια χρόνια πάλι στην πατρίδα;»

«- Ναί, αλλά μένω στην Αθήνα. Στο διαμέρισμα που είχε αγοράσει ο πατέρας μου. Εδώ έρχομαι αραιά, αλλά δεν τ’ αφήνω το σπίτι της γιαγιάς! Μ’ αρέσει!»

«- Γιά τις παιδικές σου αναμνήσεις;»

«- Κι όχι μόνον! Μ’ αρέσει γενικώτερα. Ίσως στο μέλλον έρθω να μείνω εδώ μόνιμα γιά κάποια χρόνια.»

«- Καί τί θα κάνεις εδώ, στην ερημιά;»

«- Θα δώ… ίσως ό,τι έκανα καί στην Αμερική.»

«- Καί τί έκανες εκεί;»

«- Σπούδασα ψυχολογία δι’ αλληλογραφίας. Απλά πήρα το πτυχίο, δεν έκανα κάτι στον επαγγελματικό τομέα. Μερικές φορές, πάλι, έγραφα άρθρα γιά ομογενειακές εφημερίδες. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια φρόντιζα συνεχώς την οικογένειά μου. Ήμουν μιά υποδειγματική νοικοκυρά, δηλαδή!»

Της χαμογέλασε εγκάρδια, κι αυτή του ανταπέδωσε το χαμόγελο.

«- Κι άμα βαρεθείς την ψυχολογία, υποθέτω ότι θα γίνεις γιαγιά… να κυνηγάς μιά άλλη Ελενίτσα κι έναν άλλον Παναγιωτάκη, να μη σου τρώνε τα γλυκά!»

«- Όσο γι’ αυτό!… να είσαι σίγουρος! Αλλά τώρα, σειρά σου! Πες μου τα δικά σου! Κι άμα είσαι καλό παιδί καί τα ομολογήσεις όλα, έχει καί γλυκό!»

«- Κλεμμένο;», της χαμογέλασε σκανταλιάρικα.

«- Όχι μωρέ, αλλά γιατί ρωτάς;»

«- Εκείνο ήταν πιό νόστιμο!»

Γέλασαν μ’ ένα βροντερό γέλιο έξω καρδιά, σαν τα μικρά παιδιά που ήταν κάποτε.

 

iv.

Είπε κι αυτός, είπε…

Κάποια στιγμή, η γυναίκα έσκυψε -ελαφρά ενοχλημένη-, γιά να διορθώσει το καλτσόν της, κάνοντας ταυτόχρονη προσπάθεια να μη χάσει απ’ το βλέμμα της τον συνομιλητή της. Δεν ήθελε να δείξει αγενής. Όμως, ο άντρας την ενθάρρυνε.

«- Κάνε τη δουλειά σου! Δεν θα σε παρεξηγήσω! Μπροστά στη γυναικεία ομορφιά καί τη φροντίδα της, υποκλίνονται μέχρι καί οι βασιλείς!»

«- Ώ, με κολακεύεις! Αλλά συνέχισε να μου εξιστορείς τα δικά σου! Σ’ ακούω εγώ, σ’ ακούω!»

Κι αυτός συνέχισε, με το μυαλό του ν’ αναρωτιέται σε δεύτερο επίπεδο κατά πόσον η σχετικά πλήρης προφορική περιγραφή μιάς ζωής, έστω καί συνοπτική, χωράει σε δυό ώρες – ή δυό μέρες. Ή παραπάνω.

Κι όταν τέλειωσε, συνέχισαν σε χορωδία. Σε λόγια καλούπωσαν την προαιώνια περιπέτεια τ’ ανθρώπου, ξαναπαιγμένη στις δικές τους βιωματικές εκδοχές. Κουτσομπολιά, νοσταλγίες, απολογισμοί, σκέψεις, όνειρα. Του νού καί της καρδιάς φτερουγίσματα «τί θα γινόταν, αν…», τις περισσότερες φορές κρατημένα την τελευταία στιγμή (από κάποιον κόμπο στο λαιμό) σε σχήμα κατά το νοούμενον, μη φύγουν έρκους οδόντων. Παραμένοντας αιωρούμενα στον αέρα μεταξύ τους, σαν το άρωμα της γυναίκας – αλλά, κάποιες σταγόνες δάκρυ όλο καί φτάνανε στις άκρες των ματιών.

Την παλάντζα στα συναισθήματα, πάντως, την ίσιαξε το διαζύγιο. Δεν τη γλύτωσε τη σχετική κουβέντα, τελικά. Αλλά δεν τον ένοιαζε κιόλας. Η καρδιά του είχε ζεσταθεί.

 

Ανάμεσα στην αφήγηση, όμως, η Ελένη ξανάπιασε γιά δεύτερη φορά τη διόρθωση του καλτσόν. «- Όοοοο ό ό ό!!!», έκανε θυμωμένη, που ένα βιομηχανικό προϊόν καθημερινής υποχρέωσης χαλούσε τη μαγεία την απροσδόκητη.

«- Μάλλον σ’ ενοχλεί πολύ καί διαρκώς το καλτσόν σου;», τη ρώτησε μ’ ενδιαφέρον.

«- Δεν είναι καλτσόν, κάλτσες είναι! Το καλτσόν δεν είναι ακόμη κατάλληλο να το φορέσω, επειδή φέρνει ζέστη – κι ο καιρός ακόμη δεν έχει κρυώσει.»

«- Κάλτσες, έ;», έκανε αφηρημένα, με το μυαλό του ακόμη προσηλωμένο στην κουβέντα τους.

«- Ναί, κάλτσες. Καί πραγματικά συμβαίνει αυτό που είπες. Δεν το συνηθίζουν, αλλά γιά κάποιο λόγο άρχισαν να μ’ ενοχλούν σήμερα.»

«- Να προτείνω κάτι; βγάλ’ τες!»

Της μίλησε με τελείως ουδέτερο ύφος. Σα να μιλούσε σε πελάτη, γιά το ποιός είναι ο καταλληλότερος τύπος μόνωσης.

Τον κοίταξε κι αυτή αφηρημένα, φανερά κολλημένη κι αυτή στη γοητεία της μέχρι τότε συνομιλίας τους, θεωρώντας ο,τιδήποτε άλλο ανάξιο ασχολίας προς το παρόν.
«- Δεν έχεις άδικο!…», είπε, με ύφος «πώς καί δε σκέφτηκα κάτι τόσο απλό». Κι επιδεικνύοντας προτεστάντικη ευθύτητα (είχε ζυμωθεί μαζί της στην ξενητειά), έβγαλε τη δεξιά γόβα της, σήκωσε λίγο τη φούστα της, κι έβγαλε τη μιά κάλτσα της. Όταν συνειδητοποίησε τί έκανε (έστω κι υπό τη σκέπη της οικειότητας), την κατέλαβε το πνεύμα του πάλαι ποτέ ντροπαλού κοριτσιού· του ζήτησε συγνώμη.

Της χαμογέλασε. «- Αν οι όμορφες γυναίκες ζητάνε συγνώμη, επειδή ξεντύνονται καί γεμίζει ομορφιά η πλάση, τότε τί να πούν κι οι εγκληματίες;!», είπε χαμογελώντας της πολύ εγκάρδια.

Του χαμογέλασε κι αυτή ένα ξεκάθαρο «ευχαριστώ». Χωρίς να σχολιάσει περισσότερο, έβγαλε καί την αριστερή κάλτσα της. Τις παράτησε καί τις δυό άδειες καί ξέψυχες στο απέναντι μπράτσο του καναπέ που καθόταν.

Ο Παναγιώτης, ως ανήρ, έφαγε τα πόδια της με το βλέμμα του. Επίμονα. Στα όρια της αγένειας. Ήταν τα όμορφα πόδια μιάς όμορφης γυναίκας, ναί (κι είπαμε, ηλικίες δε σκαλίζουμε!), αλλά δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που τα κοίταζε. Υπήρχε καί κάτι ακόμη, που δεν κολλούσε στην εικόνα· κι αυτό το κάτι έθεσε το μυαλό του σε περιδίνηση. Τη στιγμή, όμως, που πήγε να το πιάσει στο δόκανο, του μίλησε η Ελένη.

«- Κοιτάζεις τα πόδια μου;», του χαμογέλασε πειραχτικά.

«- Ναί. Είσαι όμορφη γυναίκα! Πάντα ήσουν… Ο Θεός είχε κέφια, όταν σ’ έφτιαχνε!»

«- Σ’ ευχαριστώ! Καλωσύνη σου, αλλά…»

«- Τί ‘αλλά’;»

«- Άσ’ το!…»

Ο άντρας σκέφτηκε γιά λίγο.

«- Κάτι γιά την ηλικία μας πήγες να πείς, έ;»

«- Ναί!»

«- Άσ’ το!», της απάντησε, καί λύθηκαν στο γέλιο κι οι δυό.

 

Η γυναίκα σηκώθηκε απ’ τη θέση της.

«- Να με συμπαθάς! Είμαι αγενέστατη! Γιά καφέ σε κάλεσα, αλλά τον ξέχασα τελείως!»

«- Μωρέ Ελένη, κι εγώ τον ξέχασα! Αλλά γιά έναν καφέ θα κάνουμ’ έτσι; Η κουβέντα μας ήταν το κάτι άλλο! Πολύ τη χάρηκα, ειλικρινά σου λέω!»

«- Είδες, που δεν ήθελες να έρθεις μέσα; Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, εγώ θα σ’ τον φτιάξω. Πώς τον πίνεις;»

Της είπε. Η εποχή επέβαλλε ζεστόν, αν καί μονάχα ημερολογιακώς· όχι καιρικώς.

«- Εντάξει, περίμενέ με λίγο να τον φτιάξω καί να τον σερβίρω! Καί θα συνεχίσουμε μετά τα ωραία μας!»

«- Ναί!»

«- Αλλά φταίς κι εσύ λιγάκι, που ξέχασα τον καφέ!»

«- Γιατί; τί έκανα; Παραδίνομαι!», είπε με χιουμοριστικό ύφος, σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά.

«- Είσαι πολύ καλός συνομιλητής, όχι μόνο επειδή μιλάς όμορφα, αλλά κι επειδή ξέρεις ν’ ακούς!», του χαμογέλασε, καί ξεκίνησε γιά την κουζίνα.

Ο Παναγιώτης, με το που την είδε όρθια κι από πλάτη, επεσήμανε αμέσως το αταίριαστο που τον βασάνιζε λίγο πρίν: οι γάμπες της Ελένης καθόλου δεν δείχνανε την όποια φθορά της ηλικίας της. Εντάξει, τα πόδια της κάτω απ’ τους αστραγάλους ήταν ταλαιπωρημένα – όσο πρόλαβε να τα δεί, πριν η γυναίκα ξαναφορέσει της γόβες της. Αλλά οι γάμπες καί οι μηροί της ήταν μιά χαρά. Αυτές οι χαζές «υποστηρικτικές» κάλτσες ήταν τελείως άχρηστες! Τί να σχολιάσεις, όμως; πασίγνωστα πράγματα, που τα ξέρουν μέχρι κι οι χαζότεροι εκπρόσωποι του ανδρικού φύλου: σε θέματα ομορφιάς κι εμφάνισης, οι γυναίκες έχουν σύμφυτον έναν σχεδόν μεταφυσικό φόβ…

Δεν πρόλαβαν ν’ αποσώσουν αυτός τη σκέψη του κι αυτή μερικά βήματα προς την κουζίνα, κι η Ελένη άφησε ακόμη μία πολεμική κραυγή. Την είδε να κρατάει με το ένα χέρι το σακκάκι του ταγιέρ της, καί με το άλλο τη φούστα της ψηλά, στη μέση. Σα να τραβούσε τα ρούχα κάποιο αόρατο αγκίστρι, κι αυτή έβαζε κόντρα να μην της φύγουν. Ή, σα να ήταν μουσκεμένα, καί τά ‘στιβε. Πραγματικά, στην κάθε νευρικά σφιγμένη χούφτα της είχε εγκλωβιστεί αρκετό ύφασμα.

«- Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι;», τη ρώτησε.

«- Υποθέτω πως ναί. Έλα μαζί μου, σε παρακαλώ!», του είπε, μετά από μικρή σκέψη.

 

v.

Σηκώθηκε κι αυτός, καί την ακολούθησε. Πήγαν στην κρεββατοκάμαρα, όπου υπήρχε μιά παλιακιά ντουλάπα με ολόσωμο καθρέφτη.

Η Ελένη στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη ακίνητη κι ανέκφραστη. Σοβαρή, στον απόλυτο βαθμό. Ο Παναγιώτης την κοίταξε προσεκτικά. «- Με το συμπάθειο, αλλά μου φαίνεται πως φοράς ρούχα δυό νούμερα μεγαλύτερα απ’ ό,τι πρέπει!»

Η γυναίκα δεν απάντησε. Τήρησε τη στάση του αγάλματος γι’ αρκετά ακόμη. Τελικά, κάποια στιγμή, ξανάδωσε σημεία ζωής.

«- Με συγχωρείς γι’ αυτό που θα κάνω,…», είπε σοβαρά κι αποφασιστικά, «…αλλά είναι απόλυτη ανάγκη!», συμπλήρωσε. Αμέσως μετά, έβγαλε τις γόβες της. Το σακκάκι της. Τη φούστα της. Το πουκάμισό της. Κι απέμεινε με τα εσώρρουχα.

Έλυσε, βέβαια, τη σιωπηλή απορία του Παναγιώτη, γιά το πού θα σταματούσε το στρίπ-τήζ της, αλλά δεν του απάντησε στο γιατί το έκανε.

Ο άντρας κινούσε διαρκώς το βλέμμα του από πάνω της μέχρι κάτω της. Την παρατηρούσε παραξενεμένος, αλλά κι εξεταστικά – έχοντας διπλό το πλεονέκτημα. Της ελάχιστης τώρα κάλυψης των ρούχων της, καί του ειδώλου της. Με τον καθρέφτη, την έβλεπε ταυτόχρονα καί από τη μπρός, καί από την πίσω της πλευρά.
Κάποια στιγμή, σα να κατάλαβε. Αυτή η γυναίκα που έβλεπαν τα μάτια του, δεν ήτ…

«- Παναγιώτη!», του διέλυσε γιά δεύτερη φορά τις σκέψεις του στο χειρότερο δυνατό σημείο. Πήγε να ξαναμαζέψει τον νού του, μπας καί βρεί γιατί γινόταν αυτό, αλλά υπερίσχυσε η περιέργειά του γιά τη συνέχεια της φράσης της Ελένης, καί το ανέβαλε στη στιγμή.

«- Ναί;»

«- Πες μου πως δεν είμαι τρελλή!»

«- Αυτό δεν μπορώ να το βεβαιώσω!», της απάντησε γελώντας πνιχτά.

«- Γιατί;»

«- Διότι ακόμη δε μ’ είδες, κι άρχισες να ξεγυμνώνεσαι!»

Τό ‘ριξε στην πλάκα, με την ελπίδα να κερδίσει χρόνο· ήταν πολύ μπερδεμένος. Αγωνιούσε να δουλέψει το μυαλό του, να καταλάβει – να μη στέκεται εκεί, σα βλάκας, μή κατανοώντας την κατάσταση… που δεν έλεγε η ρημάδα να παραχωρήσει σ’ ελεύθερη χρήση τις αιτίες της.

Η Ελένη φόρεσε ένα συνοφρυωμένο χαμόγελο καί πήγε με δυό δρασκελιές πίσω του. Έκανε τον αντίχειρα καί τον δείκτη του δεξιού χεριού της τανάλια, χώνοντας με δύναμη τα νύχια της λίγο πάνω απ’ το πίσω μέρος του αριστερού αγκώνα του. Πραγματικά τον πόνεσε, αλλά ο πανάρχαιος αρχετυπικός αρσενικός πολεμιστής μέσα του το κατάπιε ατάραχος.

«- Γιατί θες να με κάνεις να πονέσω;», τη ρώτησε.

«- Παναγιώτη! Σοβαρέψου! Ή. Κατάσταση. Δέ. Σηκώνει. Αστεία. Παναγιώτη!«, τόνισε μιά-μιά τις λέξεις, σφίγγοντας την τανάλια όσο μπορούσε, κάθε πού ‘φτανε στο σημείο τονισμού.

Τον παράτησε, καί βημάτισε ημικυκλικά γύρω του, παρατηρώντας τον. «- Αλλά βλέπω πως δεν είμαι το μοναδικό άτομο εδώ μέσα, που φοράει τσουβάλια δυό νούμερα μεγαλύτερα απ’ ό,τι πρέπει!»

Ο άντρας κοίταξε μιά τα ρούχα του, καί μιά αυτήν. «- Σά νά ‘χεις δίκιο!», ψιθύρισε.

«- Γδύσου κι εσύ!», του είπε επιτακτικά καί σοβαρά.

 

Ο Παναγιώτης -έμπλεως απορίας γιά τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος- γδύθηκε, μένοντας κι αυτός με τα εσώρρουχα καί τις κάλτσες.

«- Ένας άντρας στα πενηνταφεύγα με τα εσώρρουχα, δεν θά ‘λεγα πως είναι καί το πιό ωραίο θέαμα του κόσμου!», σχολίασε αμήχανα. «- Αυτό ήθελες να δείς;»

Ηλίθια ερώτηση, αλλά φανέρωνε πως η λύση του μυστηρίου δεν είχε ακόμη αφιχθεί μέσα στην κεφάλα του. Η Ελένη, όμως, δεν έδωσε συνέχεια. Παρατηρούσε μιά ασυνήθιστα μακριά ουλή στο αριστερό του πόδι, γαρνιρισμένη με ράμματα, σα σαρανταποδαρούσα κάτω από μεγεθυντικό φακό· που ξεκινούσε απ’ το γόνατο κι έφτανε μέχρι κάτω, μέσα στην κάλτσα του.

«- Τί έπαθες αυτού;», τον ρώτησε, παραμένοντας συνεχώς σοβαρή.

«- Ά, αυτό! Τό κονόμησα εδώ καί κάτι χρόνια. Δεκαπέντε, νομίζω. Είναι απ’ την εποχή που τα παιδιά μου είχαν μεγαλώσει αρκετά, ώστε να μην έχουν ανάγκη τη φροντίδα που απαιτούσαν ως νήπια από μένα καί τη…» (δίστασε λιγάκι· παραλίγο να πεί «μακαρίτισσα») «…τη μάνα τους, εννοώ. Μιλάμε, πήγαιναν στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Κι έτσι, εγώ είχα ξανά κάποιον ελεύθερο χρόνο – καί τη διάθεση να θυμηθώ τα νιάτα μου!»

«- Καί τα θυμήθηκες;»

«- Ναί, μόνο που δεν τα θυμήθηκε κάποιος άλλος!»

«- Δηλαδή;»

«- Γιά να κρατήσω καλή φυσική κατάσταση καί να γυμνάζομαι, πήγα να παίξω ποδόσφαιρο σε μιά ερασιτεχνική ομάδα. Αλλά, σε κάποιον αγώνα, κάποιος αντίπαλος δε φέρθηκε καθόλου ως νέος! Σιτεμένος κι αυτός, δε λέω. Αλλά μονοκόμματος! Σε μιά απ’ τις προσωπικές μονομαχίες μας μέσα στον αγώνα, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να στρίψει το κορμί του κατάλληλα, να μη συγκρουστούμε σε καταστροφικό βαθμό. Καί μ’ άφησε παράσημο στο πόδι με τις τάπες του παπουτσιού του. Με τον τρόπο που βλέπεις!»

«- Βλέπω; Όχι ακριβώς…», μουρμούρισε. «Σε παρακαλώ, βγάλε καί τις κάλτσες σου!», συμπλήρωσε.

Ο άντρας υπάκουσε, αν καί δε χρειαζόταν. Η ουλή είχε μικρύνει – καί στις τρείς διαστάσεις· καί τώρα έφτανε πάνω απ’ το σημάδι του λάστιχου της κάλτσας, δεν το ξεπέρναγε προς τον κατήφορο. Καί, νά: αψηφώντας κάθε έννοια παραδεκτής πραγματικότητας, η ουλή εξαφανιζόταν σιγά-σιγά μπροστά στα μάτια τους! Ταυτόχρονα, τα πόδια τους καί των δυό, απ’ τον αστράγαλο καί κάτω, με τίποτε δεν έδειχναν ταλαιπωρία σχεδόν έξι δεκαετιών.

Η Ελένη πήρε το βλέμμα της απ’ την ουλή, ξαναστρέφοντάς το προς τον καθρέφτη. Ήταν φανερό πως μέσα της είχε ξεσπάσει μυαλοθύελλα, αλλά έκανε κάθε καλή προσπάθεια να μην το δείξει. Κι ο νους του Παναγιώτη έκανε κάθε καλή προσπάθεια να μην προσέξει το χρώμα των ματιών της. Είχε ζωηρέψει εκείνο το γαλάζιο, άρα γε; ή επρόκειτο απλά γιά μιά αλλαγή γωνίας των αναιμικών ηλιαχτίδων που μπαίνανε απ’ το παράθυρο;

Τα μαθήματα ζωγραφικής διέκοψε η φωνή της γυναίκας. «- Σου ζητώ γι’ ακόμη μία φορά συγνώμη, που αναγκάζομαι να καταφύγω σε ακραία μέτρα!», του είπε. «Πάντως, σου υπόσχομαι να σου πω κι εσένα τί φταίει. Άν το βρώ!»

Δεν περίμενε την όποια απόκριση του Παναγιώτη. Ξεκούμπωσε τον στηθόδεσμό της, τον έβγαλε καί τον πέταξε. Χωρίς να σταματήσει, έδωσε δρόμο καί στο βρακί της. Γυμνή πιά, στάθηκε πάλι γιά λίγες στιγμές τελείως ακίνητη μπροστά στον καθρέφτη. Λες καί περίμενε το γυαλί να ξεπεράσει κάποιο γυαλίσιο πείσμα του καί να της μιλήσει. Στο τέλος, μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής (ούτε οι ανάσες τους δεν ακουγόταν), μίλησε αυτή.

«- Βγάλε κι εσύ τα εσώρρουχά σου!», διέταξε τον Παναγιώτη. Βλέποντας, όμως, πως ο άντρας δίσταζε, γύρισε, τον κοίταξε, κι επανέλαβε την εντολή· χωρίς ουδέ ίχνος ηχητικού χρωματισμού, που να προδίδει τις νοητικές της διεργασίες. Ο άντρας γδύθηκε κι αυτός. Μόνο η έκφραση απορίας δεν έλεγε ν’ ακολουθήσει τα εσώρρουχά του καί να φύγει απ’ τη φάτσα του.

Η Ελένη ξαναγύρισε στον καθρέφτη. «- Τί βλέπεις;», ρώτησε τον Παναγιώτη, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά.

Αυτός, εντελώς αμήχανος πιά, δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε πρώτα το δικό του κορμί. Η ουλή… ποιά ουλή; είχε εξαφανιστεί! Η κοψιά του σαφώς έδειχνε νεώτερου άντρα. Κι αρκετά απ’ τα κιλά του απλά δεν υπήρχαν. Όσο γιά την Ελένη, το πρόσωπό της δεν είχε τώρα έστω καί υπόνοια ρυτίδας. Καί το υπόλοιπο κορμί ακολουθούσε σε αντιστοιχία.

«- Τί βλέπω; Ν’ αυτοκαμαρώνεται στον καθρέφτη μιά πολύ όμορφη γυναίκα, χωρίς να βλασφημεί -φορώντας ρούχα- τον καλό Θεό, που την έκανε τόσο κουκλάρα!»

Μιλώντας, συνειδητοποίησε καθυστερημένα πως πρώτη του φορά έβλεπε την Ελένη γυμνή. Αλλά δεν το εξωτερίκευσε.

Η γυναίκα χαμογέλασε πλατειά. «- Πάλι σ’ ευχαριστώ, αλλά μπορείς να το εξειδικεύσεις λιγάκι; Μπορείς να μου περιγράψεις με κάποιες λεπτομέρειες αυτό που βλέπεις;»

«- Χμμμ… μιά γυναίκα αρκετά νεώτερη απ’ την ηλικία…» (δίστασε) «…της! Την ηλικία-μάς!«, τόνισε διορθώνοντας. «Δυό δεκαετίες απάνω-κάτω, θά ‘λεγα.»

«- Σ’ ευχαριστώ, Παναγιώτη! Αυτό ακριβώς βλέπω κι εγώ! Κι ευχαριστώ -εκτός από σένα- καί τον καλό Θεό, όχι επειδή είμαι όμορφη, αλλά επειδή το μυαλό μου ακόμη δουλεύει σωστά!»

Σήκωσε το χέρι της καί ψαχούλεψε τα μαλλιά του. Όχι, δεν ήταν χάδι, αν κι ήταν του χαδιού το μικρό αδερφάκι. «- Κάτι γκρίζες κι άσπρες τριχούλες εδώ πάνω, που είχες όταν ήρθες, πού πήγαν; πότε τις έβαψες καί δεν σε πήρα χαμπάρι, βρέ βαψομαλλιά; Έ βαψομαλλιά!», τον πείραξε.

Γέλασε. «- Άμα ήμουνα βαψομαλλιάς, μπορεί καί να γινόμουνα πρόεδρος της χώρας που σε φιλοξενούσε! Αλλά δεν έγινα, άρα δεν είμαι!», παρώδησε τον Αριστοτέλη.

Πλησίασε λιγάκι εκεί που στεκόταν η γυναίκα, γιά να φέρει καί το δικό του είδωλο μέσα στο οπτικό του πεδίο. Άμ κι ο ίδιος, δεν ήταν τώρα άλλα τόσα χρόνια νεώτερος… απ’ ό,τι ήταν το μεσημέρι; Ο καθρέφτης δεν έλεγε ψέμματα.

Κι αν έλεγε, θα ήταν άκομψο εκ μέρους του να τα λέει διπλά.

(επόμενο)

Συμπλήρωμα στο «Παρελθόν-παρόν-μέλλον;»

81 Σχόλια

(προηγούμενο)

ερικά ακόμη, απαραίτητα συμπληρώματα. Η βιασύνη -δυστυχώς- σπάνια επιτρέπει την πληρότητα! (Καί δεν είναι η πρώτη φορά που την πατάω.)

 

α. Στην ίδια την ιστορία – 1.

Στην παλιότερη (καί ανολοκλήρωτη) σειρά αναρτήσεων γιά τον Παλαμήδη, κάποια στιγμή θα σας έλεγα γιά τον λίθο της Ήρας στην Ιωλκό καί τις τρομερές δυνάμεις του. Είναι ακριβώς αυτός, που έβγαλε τα «φίδια» από την θάλασσα που έπνιξαν τον Λαοκόοντα καί τους γυιούς του. (Δεν ήταν φίδια, ηλεκτρομαγνητικός στρόβιλος ήταν.) Έ, λοιπόν, ο Ιάσων εξαπέλυσε τις δυνάμεις του λίθου μέχρις αυτού του σημείου, κι όχι γιά να καταστρέψει το Ίλιον ολοσχερώς – αν καί μπορούσε.

Σύμφωνα με όσα εξιστορήσαμε, καταλαβαίνετε πολύ καλά έναν λόγο, γιά τον οποίον δεν το έκανε. Κινδύνευαν τα παιδιά του!

(Καί -παρά λίγο- τραγική ειρωνεία της τύχης, όμως, έ; Ο ένας γυιός του Ιάσονα, ο Έλενος, πολεμούσε από τη μία πλευρά, κι ο άλλος, ο Εύνηος, απ’ την άλλη!…)

Αν στο σημείο αυτό ρωτήσετε γιατί δεν «καθάρισε» την κατάσταση ο λίθος σε μιά μέρα προς χάριν των Αχαιών, αλλ’ αντίθετα η ιστορία τράβηξε μιά πλήρη δεκαετία με πάμπολλους νεκρούς εκατέρωθεν, η απάντηση είναι πως δεν ανακατευόμαστε στην πορεία των άλλων ανθρώπων, εκτός αν μας ζητηθεί – ή εάν κινδυνεύουμε. Ειδικά αν διαθέτουμε υπερδυνάμεις ή/καί υπερόπλα.

Καί γιατί, παρακαλώ; Αφού είμαστε δυνατοί καί μπορούμε να κάνουμε το κέφι μας, γιατί να συγκρατηθούμε;

Δεν θα το αναπτύξω, διότι χρειάζεται ολόκληρο σύγγραμμα. Πάντως, έννοιες όπως: ελεύθερη βούληση, ευθύνες, πεπρωμένο, Συμπαντικός Νόμος, κτλ, νομίζω πως σας μπάζουν στο νόημα της απάντησης. Η ελεύθερη βούληση των Αχαιών ν’ ακολουθήσουν έναν αδίστακτο καί πονηρό τυχοδιώκταρο, έπρεπε να έχει καί άσχημες συνέπειες – κι όχι να τη βγάλουν αβρόχοις ποσίν. Διότι, αν δεν είχε τότε άσχημες συνέπειες, θα είχε αργότερακι ίσως χειρότερες.

(Αυτά ακριβώς να τα θυμηθήτε, την επόμενη φορά που θα γίνουν εκλογές – καί αρκετοί από σας θα πάνε εκδρομή, ή θα ξαναψηφίσουν τους ίδιους αλήτες, που κατέστρεψαν την Ελλάδα.)

 

[«- Καί πού βρίσκεται σήμερα  αυτός ο λίθος, ώ Εργοδότα, να κάνει τα θαύματά του, τώρα που τον χρειαζόμαστε όσο τίποτε;»

Κρυμμένος από τότε …κάπου… καί κλειδωμένος με πολλαπλό αιθερικό κλείδωμα. Καμμία τύχη γιά τους επίδοξους Ιντιάνα Τζόουνς, δηλαδή.

Θα ξαναβγεί στην επιφάνεια τη στιγμή που πρέπει, κι όχι τώρα – που τον ζητάει εντόνως κι ο δικός μου ο παρορμητικός χαρακτήρας. Καί θα ξαναβγεί, γιά τους λόγους που πρέπει. (Κάτι είπαμε παραπάνω.) Κι όταν ξαναβγεί…

…Ας χαρούνε τ’ ανθρωπάκια τα πυρηνικά τους καί τα πολεμικά τους καραβάκια καί τους δορυφόρους τους, όσο έχουνε ακόμη χρόνο. Διότι μετά…

Βέβαια, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως μέχρι την επαναποκάλυψη του λίθου οι Έλληνες δεν καθόμαστε αδρανείς.]

 

α. Στην ίδια την ιστορία – 2.

Όπως ξαναείπα, πολύ χρήσιμη η μαθησιακή περιέργεια. Εντάξει, το Διαδίκτυο δεν είναι κι ό,τι καλύτερο ως πηγή, αλλά επιτέλους τέτοια αδράνεια δεν δικαιολογείται. Τέτοια νοητική τεμπελιά! Το να βαρυέται κάποιος να κάνει δυό-τρία κλίκ με το ποντίκι του, γιά να βρεί χρήσιμες ιστοσελίδες να διαβάσει, είναι αρρώστεια.

Λοιπόν, μελετούσα τα περί Ελένου, οπότε έφτασα στον χρησμό που έδωσε στον Οδυσσέα, γιά το πώς θα πέσει η Τροία. Ανάμεσα στους όρους ήταν καί το να έρθει να πολεμήσει ο γυιός του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Επειδή, τώρα, αμέσως τσίνησε το μαθηματικό κομμάτι του μυαλού μου (διότι δεν έβγαιναν οι ηλικίες – ο Νεοπτόλεμος δεν μπορούσε να είναι πάνω από 17 ετών το πολύ), είχα την περιέργεια να διαβάσω τις πληροφορίες που έχουμε καί γι’ αυτόν. Κι εκεί, έμεινα κάγκελο.

Σκοτώθηκε, λέει, στους Δελφούς. Τον μαχαίρωσε ιερέας του Απόλλωνα επάνω στον βωμό!!!!!

Προφανώς, προφανέστατα πρόκειται γιά εκδίκηση, γιά οφθαλμόν αντί οφθαλμού… μιά που ο παππούς του Νεοπτόλεμου (ο Πηλέας) ξεπάτωσε την εξ αρρενογονίας διαδοχή του Πελία. Καί προφανώς, προφανέστατα ο συγκεκριμένος ιερέψ δεν έτρεφε κανέναν σεβασμό γιά τα ιερά καί τα όσια των Ελλήνων. Τώρα, μιά που ο Πελίας ήταν Ατλάντειος, καταλαβαίνουμε τί ήταν κι αυτό το καθήκι-«ιερέας». Κάτι γιά διείσδυση «μαύρων» πρακτόρων στα ιερατεία μας καί στις ηγεσίες μας λέγαμε, έ; Καί μάλιστα, αρκετά παλιά – όχι από την εποχή των Γεφυραίων καί μετά. Πολύ πιό πρίν.

Καί δυστυχώς, καί με χρονική συνέχεια. Δώδεκα αιώνες αργότερα, οι Δελφοί δώσανε χρησμό σ’ εκείνον τον βλάκα, τον Αριστόδημο τον Μεσσήνιο, να …θυσιάσει την κόρη του. (Τη θυσίασε, αλλά τον πόλεμο τον έχασε.) Άσε το αισχρό γλείψιμο των Δελφών στους Πέρσες, κατά την κλασική εποχή.

Η διείσδυση αυτή δεν τεκμηριώνεται μονάχα με δυό-τρείς περιπτώσεις, σαφώς χρειάζεται εκτενέστερη μελέτη. Αλλά ο γράφων αδυνατεί να τη συγγράψει. (Αν ήμουν ιστορικός με πλήρη απασχόληση, κάτι γινόταν.)

 

β. Στο σήμερα.

Γνωρίζω άριστα πως τα γραφόμενά μου, οι καταγεγραμμένες πεποιθήσεις μου, σε πολλούς θα φανούν τελείως ανεδαφικά. Στην καλύτερη περίπτωση, οι άνθρωποι θα μου πουν πως έχω πολύ υψηλή φαντασία, καί χαραμίζομαι που δεν γράφω μυθιστορήματα καί σενάρια. Στη χειρότερη, θ’ αναρωτηθούν γιά τη διανοητική μου κατάσταση – καί γιά το πώς  γίνεται να κυκλοφορώ ελεύθερος καί άνευ κηδεμόνος! Lol!!! (Οι πλέον κακεντρεχείς θ’ αναρωτηθούν γιατί δεν φοράω λουρί καί φίμωτρο! Καρα-lol!!!)

Δεν θα καθήσω να δώσω εξηγήσεις, πολλώι δέ μάλλον ν’ απολογηθώ γι’ αυτά που σκέφτομαι, αλλά (κατά κάποιο τρόπο) θ’ αντιγυρίσω τα ερωτήματα.

  • Αλήθεια, όταν (κι αν – γιά να είμαστε ρεαλιστές) έρθει η ώρα της εξέγερσης των Ελλήνων, θα ψάχνετε εκείνη τη στιγμή γιά ηγέτες καί οργάνωση; Ή σκοπεύετε ν’ αυτοσχεδιάσετε με τις δικές σας δυνατότητες;
  • Ή νομίζετε πως όοοολοι αυτοί οι ανά τα Ιντερνέτια αυτόκλητοι ηγέτες της χώρας μας θα κάνουν τίποτε ουσιαστικό καί χρήσιμο την κρίσιμη στιγμή; (Εδώ δεν κάνουν τώρα, που τα ζόρια δεν φτάσαν ακόμη στη βιολογική μας υπόσταση. Ή, μάλλον, κάνουν: τσακώνονται, καί τη λένε ο ένας στον άλλον.)

Εάν άκουσα τρία «όχι» στη σειρά, τότε:

  • Δεν είναι καλύτερο να ξαναγίνουν κατευθείαν ηγέτες καί να βάλουν τα πράγματα σε μιά ιεραρχημένη τάξη αυτοί, που κάποτε το είχαν ξανακάνει; Καί δή, από τώρα;

Εάν απαντήσατε «ναί», τότε καλά θα κάνουν οι ακόμη «κοιμώμενοι» δικοί μου να ξυπνήσουν, καί να λάβουν τη θέση τους στο καράβι!

Βεβαίως, ακριβώς το ίδιο ισχύει καί γιά τους λοιπούς ακόμη «κοιμώμενους» συν-Έλληνες: Βρήτε πάραυτα τί σας ταιριάζει από αρχαία Ελλάδα καί Μυθολογία, πάρτε θέση στην ομάδα, καί αναβιώστε το!

Απλή, απλούστατη συνταγή, κι αλάνθαστη. Μην πελαγοδρομείτε! Αυτοσχεδιασμοί δεν θα υπάρξουν. Καί μην ακούτε τον κάθε πράκτορα καί τον κάθε μαλάκα. Το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας μας μιλάει, καί είναι σα-φέ-στα-το.

 

Με την ευκαιρία, να ξηλώσω καί να πετάξω στα σκουπίδια ακόμη μία «προφητεία» των πέραν του Ατλαντικού …μοναστηριών.

Σίγουρα θά ‘χετε ακούσει τα διάφορα περί του ευσεβούς βασιλέως Ιωάννη «εκ πενίας», μπλά-μπλά-μπλά. Λοιπόν, καλοί μου άνθρωποι, σας ερωτώ: Όλα αυτά τα θαυμαστά προφητευόμενα, αυτός ο Ιωάννης θα τα κάνει μόνος του; (Ούτε σε τσίρκο να δούλευε!) Δεν θα χρειαστεί επιτελείο; Φυσικά θα χρειαστεί! Πλην όμως, οι «προφήτες» της …Θείας αμέλησαν να …προφητεύσουν καί δυό κουβέντες γιά το επιτελείο αυτό. (Καί τώρα που το μαρτύρησα, είναι αργά γιά …διορθώσεις. Οι προφητείες δεν είναι υπουργικές αποφάσεις, γιά να …»επανανακοινώνονται επί το ορθότερον»!)

Ακριβώς αυτό είναι το στοιχείο, στο οποίο αυτή η «προφητεία» πάσχει αγρίως. Έλα, όμως, που καί τα μυαλά των νεο-Ελλήνων πάσχουν αγρίως, γι’ αυτό καταπίνουν αμάσητες κάτι τέτοιες μαλακίες – καί η …Θεία ουδόλως ανησυχεί γιά την τύχη των τούβλων που εκτοξεύει. Με τέτοιον λαό σαν τον σημερινόν δικό μας, σκατά πιάνει η …Θεία, χρυσάφι γίνονται. (Πώς να μη χαίρονται μετά με την κατάντια μας Μακρόν, Μέρκελ, Ντάϊσελμπλουμ, καί λοιπά παρεμφερή ανθρωποειδή; )

(Άσε καί τ’ άλλα τα προφητολούλουδα, περί «Εξαδακτύλου», κτλ. Δηλαδή, την Ελλάδα θα τη σώσει κάποιος με βιολογικές ατέλειες; Κι αν αυτές επεκτείνονται καί στο μυαλό του; Σκέφτηκε κανείς τις συνέπειες τέτοιων ισχυρισμών;

Ά σαπέρα, ρέ!!!)

 

Λοιπόν, τέλος – καί δεν το ξανασυζητάμε. Ακούστε τη Μυθολογία μας καί την Ιστορία μας, εφαρμόστε την, καί δεν θα χάσετε.

Γιά την ακρίβεια, μ’ αυτόν τον τρόπο όλοι οι Έλληνες θα βγούμε κερδισμένοι.

 

Παρελθόν, παρόν, άνθρωποι – καί το μέλλον; – β’

8 Σχόλια

(προηγούμενο)

τσι δένουν όλα, καί μπαίνει στη θέση της η ψηφίδα που έλειπε από το συγκεκριμένο μέρος της μυθολογικής αφήγησης! Ιδού η αιτιολόγηση:

 

Αφ’ ενός: Τα παιδιά του Ιάσονα καί της Μήδειας στην Τροία, ωσάν όμηροι σε ανοιχτή φυλακή, αποτελούσαν ένα ακόμη παράδειγμα της κατάστασης, όπου πρίγκηπες μεγαλώνουν σε ξένες αυλές εχθρικού προς την πατρίδα τους χαρακτήρα. Όπως ο Αττίλας, που μεγάλωσε στη Ρώμη, ή διάφορες Βυζαντινές πριγκήπισσες που παντρευόντουσαν Σελτζούκους, κτλ. Αυτές οι «ομηρείες» συντελούσαν σε μιά ειρήνη μεταξύ των ενδιαφερομένων/εμπλεκομένων, έστω καί με το στανιό επιβεβλημένη, έστω καί προσωρινή. (Βάλτε στο λογαριασμό καί τις προσπάθειες των «φιλοξενούντων» γιά πλύση εγκεφάλου των ξένων, ώστε τη μέρα που ο ξένος πρίγκηπας θα επανερχόταν στην πατρίδα του, να κομίσει «καινά δαιμόνια» – καί, φυσικά, να επηρεάσει καταστάσεις, μή λαμβάνοντας ως κριτήριο το καθαρό συμφέρον της πραγματικής του πατρίδας.)

Οπότε, εδώ καθίστατο φανερό ότι, αν πείραζε κανείς τα παιδιά αυτά, θα είχε να κάνει με την Ελλάδα ολόκληρη… αλλά καί με την Κολχίδα. (Υποτίθεται ότι ο Αιήτης θα αποδεικνυόταν καλός παππούς, κι όχι σκληρόκαρδος.) Χώρια η Θράκη – λόγωι του πρώτου θετού πατέρα τους, του Φινέα. Άρα, δεν ήταν σώφρον να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο.

 

Αφ’ ετέρου: Επειδή τα νέα καί τότε μαθευόντουσαν γρήγορα, κι επειδή ο Ιάσων είχε αρκετούς φανερούς (καί κρυφούς) εχθρούς, τα παιδιά δεν γινόταν να πάνε στην Ιωλκό – ούτε ν’ αποκαλύψουν σε κανέναν την πραγματική βιολογική καταγωγή τους. Επίσης, εκείνον τον καιρό ο Ιάσων με τη Μήδεια ζούσαν σε εξορία στην Κόρινθο, με την προοπτική να επιστρέψουν στην Ιωλκό να μή διαφαίνεται στο ορατό μέλλον. Άρα, το Ίλιον ήταν η καλύτερη λύση… καί γιά την περίπτωση που ο Αιήτης θα ζητούσε την κεφαλή των παιδιών επί πίνακι. (Η Σαλμυδησσός, ως μικρή πόλη, δεν θ’ άντεχε επί πολύ έναν πιθανό πόλεμο με ολόκληρη Κολχίδα – γι’ αυτό τα παιδιά έπρεπε να βρούν ασφαλέστερη διαμονή.)

Εδώ πρέπει οπωσδήποτε ν’ αναφέρουμε τη διείσδυση του Ατλάντειου ιερατείου τόσο στην Ιωλκό, όσο καί στην Τροία. Στην Ιωλκό δεν είχαμε απλά ιερατείο… εκεί είχαμε ολόκληρο βασιλιά Ατλάντειο! Τον Πελία. Που, άμα έπιανε τα παιδιά στα χέρια του, αλοίμονο τόσο σ’ αυτά, όσο καί στους γονείς τους. Άρα, τα δίδυμα δεν γινόταν με τίποτε να πάνε στην Ιωλκό.

Στην Τροία, το ιερατείο των Ατλάντων είχε διεισδύσει μέν στο εντόπιο ιερατείο (κι ήταν αυτό, που έβαζε στους Τρώες τα φυτίλια γιά πόλεμο με τους Αχαιούς), αλλά ο Πρίαμος με τους δικούς του εξακολουθούσαν να κρατάνε γερά τα χαλινάρια. Τουλάχιστον δεν ανησυχούσαν από μιά σύναξη λίγων (καί προς το παρόν κρυφίως κινουμένων) «αιρετικών», καί απλώς την ανεχόντουσαν. (Υπόψη, τη διείσδυση των Ατλάντων στην Τροία του Πριάμου δεν την έχω τεκμηριώσει. Ακόμη την ερευνώ – αλλά θεωρώ πως δεν μπορεί η κατάσταση να ήταν διαφορετική απ’ αυτό που περιγράφω.)

 

[Παρένθεση: Συνήθως είναι οι άντρες, που σκέφτονται με το κάτω κέντρο αποφάσεων… καί προξενούν ζημιά. Ποιός ξέρει, λοιπόν, σε ποιά κρυπτο-Ατλάντεια παλλακίδα του του σχοινιού καί του παλουκιού έσπειρε ο Πρίαμος τον Πάρη!… Κι αν οι πηγές αναφέρουν ως  μητέρα του Πάρη την Εκάβη, προσωπικώς δεν έχω πειστεί πως ήταν αυτή.

Βλέπετε, στα βουνά καί στους τσοπαναραίους στέλνανε τα νεογέννητα που δημιουργούσαν κοινωνικό πρόβλημα, κι όχι τα παιδιά από γνήσιο γάμο. (Όρα Βάκχες -που γκαστρωνόντουσαν απ’ τον πρώτο τυχόντα στα όργια-, Οιδίποδα, καί λοιπά παραδείγματα.) Άρα, πρέπει να είναι μεταγενέστερος ο μύθος ότι η Εκάβη δήθεν είδε όνειρο πως γέννησε αναμμένο δαυλό, κτλ, ο οποίος μύθος βγήκε καθαρά γιά να μπαλώσει την αφήγηση… καί τις νεανικές ( ; ) απερισκεψίες του -όντως σεβαστού- Πριάμου.

Να ξέρετε, επίσης, πως όνειρα κι οράματα σχετικά με τα παιδιά τους οι γυναίκες βλέπουν απ’ τη σύλληψη ακόμη – καί καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν περιμένουν πρώτα να γεννηθεί το παιδί, γιά να τα δουν μετά. Άρα, ο μύθος αυτός όντως χωλαίνει.]

 

Εκ τρίτου: Παρατηρούμε ότι τόσο ο Φινέας, όσο κι η Κασσάνδρα, έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά. Την μαντική τέχνη, αλλά καί μιά μορφή άρνησης των θεών της τότε εποχής. Ο μεν Φινέας τον Δία τον …συνδέει κανονικά με Κάϊρο, η δέ Κασσάνδρα αρνείται επιμόνως το φλέρτ του Απόλλωνα. Ταυτόχρονα, καί οι δυό τους πληρώνουν ένα τσουχτερό αντίτιμο γιά την «αθεΐα» τους. (Πιό βαρύ ο Φινέας.)

Τί μπορεί να σημαίνει αυτό; Πως ο Φινέας είχε βρεί τον τρόπο να μαντεύει, χωρίς την -όποια…- βοήθεια κάποιου θεού. Τον τρόπο αυτόν, την τέχνη της μαντείας, τη δίδαξε καί στα δίδυμα. Αλλά ως πιό τσαμπουκαλού απ’ το αδερφάκι της, η Κασσάνδρα απ’ τις διδαχές του Φινέα κράτησε καί την «αθεΐα». (Ο Έλενος φαίνεται πιό χαμηλών τόνων άτομο.) Φυσικά, ο Φινέας τα δασκάλεψε γενικώς τα παιδιά – σίγουρα τους είπε κι άλλα (πώς να φερθούν εκεί που θα πάνε, κτλ). Καί, κάποια στιγμή, με τα παιδιά καί τους γονείς τους μακριά του, μετέβη στον Άγιο Πέτρο γιά επανενσάρκωση. Ευτυχώς, άφησε πολλούς δικούς του απογόνους, καταπώς τα λέει η Μυθολογία.

Πάντως, το αίμα νερό δεν γίνεται, διότι κάποια στιγμή (κατά τη διάρκεια του Τρωϊκού) ο Έλενος πήρε χαμπάρι γιά ποιούς πολεμούσε, καί σταμάτησε να πολεμάει! Η πλάκα είναι πως, όταν τον αιχμαλώτισε ο Οδυσσέας, αγνοούσαν καί οι δυό τους πως είναι στενοί συγγενείς!!! (Ο Έλενος ήταν μικρανηψιός του Οδυσσέα, διότι Οδυσσέας καί Ιάσων ήσαν πρώτα ξαδέρφια. Οι μητέρες τους ήταν αδελφές.) Η Κασσάνδρα, πάλι, τα είχε δεί όλα (καταστροφή Τροίας, κτλ) από τα εφηβικά της χρόνια. Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ, γι’ αυτό υπέμενε τα πάντα στωϊκά.

Τέλος, η παραλλαγή του μύθου, που θέλει τον Έλενο να πηγαίνει στη Θράκη με την Εκάβη καί την Ανδρομάχη (μετά την πτώση της Τροίας), είναι η πιό σωστή απ’ όλες. Πάντα ξαναγυρνάμε στις παλιές αγάπες… στην πατρίδα μας της παιδικής μας ηλικίας! (Τί να κάνει ο Έλενος στην Ήπειρο; ν’ αρμέγει γίδες; )

 

Έτσι συμπλήρωσα το συγκεκριμένο κενό της αφήγησης της Αργοναυτικής. Με λογική καί με πρακτικώς ελεγχόμενες υποθέσεις. Καί έχοντας κατά νούν την τρομερή ρήση του Σέρλοκ Χόλμς, ότι: «…- Κάτι είναι έτσι, επειδή δεν μπορεί να είναι αλλοιώς!» (…αγαπητέ Γουώτσον!).

Να μην το ξεχάσω: από το κομμάτι αυτό του μύθου, καταλαβαίνουμε ότι ο Φινέας είχε τον τρόπο του να σκαλίζει το Μάτριξ – καί δή, με σωστά αποτελέσματα. Τώρα, πού βρήκε αυτή τη γνώση, ποιός του τη δίδαξε, κτλ κτλ, αγνοώ μεγαλοπρεπώς.

 

Το σήμερα.

Το ότι επανενσαρκωνόμαστε, είναι κοινός τόπος. Μπορεί, βέβαια, καί όχι, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση (εκείνο που συμβαίνει, είναι πως) κουβαλάμε ως πακέτο το πρότυπο κάποιου ανθρώπου του παρελθόντος. Κάνουμε όσα έκανε αυτός, φερόμαστε όπως αυτός, αντιλαμβανόμαστε σύμβολα / όνειρα / οιωνούς όπως αυτός, κτλ. Νομίζω πως δεν έχει σημασία τί γίνεται ακριβώς (αν κι εγώ είμαι υπέρ της πρώτης άποψης), αλλά σημασία έχει το αποτέλεσμα: φερόμαστε σαν παιδάκια σε λούνα πάρκ, που κάθε φορά ανεβαίνουμε στο αγαπημένο μας παιχνίδι. Ξανά καί ξανά καί ξανά, επ’ άπειρον ( ; ). Άλλος στα συγκρουόμενα, άλλος στη «μπαλλαρίνα», κτλ.

Είπατε τη λέξη «Μάτριξ»; δεν έχετε καθόλου άδικο.

Απ’ όλους τους ρόλους, λοιπόν, απ’ όλ’ αυτά τα αποκριάτικα κοστούμια που βρίσκουμε στο βεστιάριο του Μάτριξ, επιλέγει (συνειδητά, ή ασυνείδητα) από ένα ο καθένας μας, καί πορεύεται.

 

Τέλος πάντων, ο γράφων κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι συμμετέχει σε μιά σύγχρονη Αργοναυτική Εκστρατεία. Κι όχι μόνον!…

Προσέξτε: τα σημαντικά αρχαία πρόσωπα του μύθου αυτού είναι μερικές εκατοντάδες. Διότι, καί μόνον οι Αργοναύτες είναι 55. Βάλε, τώρα, στον λογαριασμό την πατρική οικογένεια του Ιάσονα (αλλά κι αυτές που έφτιαξε – διότι, ας μην ξεχνάμε, απέκτησε παιδιά κι απ’ την Υψιπύλη, στα δέ ύστερα χρόνια του παντρεύτηκε τη νεανική του αγάπη, την Ονησίκλεια), την οικογένεια του Πελία, την οικογένεια του Πηλέα, την οικογένεια του Αιήτη, τις οικογένειες των Αργοναυτών… συν τα «πλαϊνά» πρόσωπα (δηλ. τα εκτός της κύριας αφηγηματικής γραμμής), πχ τον Φινέα με την οικογένειά του, τελικά μαζεύεται ένα όντως πολυάριθμο πακέτο. Οι γνωριμίες μου, λοιπόν, συν η (εντάξει, υποκειμενική μου) αντίληψή μου κάποιων καταστάσεων, με έπεισαν πως αρκετά απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι πάλι εδώ. Καί με την ίδια λογική, εάν βρίσκονται πάλι εδώ σήμερα τα 10% απ’ αυτά, γιατί να μή βρίσκεται καί το υπόλοιπο 90%;

Απ’ αυτά τα σημερινά πρόσωπα, μερικά γνωρίζονται μεταξύ τους (πάλι) καί μερικά όχι. Οι δε αλληλογνωριμίες (καί οι έχθρες…), απ’ όσα έχω καταλάβει, δεν είναι συνειδητές – με την εξαίρεση του γράφοντος, που (νομίζει ότι) ξέρει.

Τα παραπάνω, όμως, εκτός από ένα γοητευτικό μυθιστόρημα παύλα σενάριο (τρέμε Χόλλυγουντ!  🙂  ), συναποτελούν ένα υπερόπλο στα χέρια των γνωριζόντων. Με τέτοια γνώση, μπορούμε αμέσως-αμέσως τα εξής:

  • Ν’ αναγνωρίζουμε το ποιός είναι ποιός. (Σχετικά εύκολο είναι. Αρκεί η πρώτη «φλασιά» γιά κάποιον, καί μετά έρχεται η παρατήρηση της συμπεριφοράς των προσώπων που τον περιστοιχίζουν – καί, φυσικά, η αντιστοίχισή της με τα Μυθολογούμενα.)
  • Να ξέρουμε με ποιούς να πάμε, καί ποιούς ν’ αποφύγουμε.
  • Να ερμηνεύουμε συμπεριφορές. Ειδικά αυτές που έχουν να κάνουν μ’ εμάς. (Πχ γιατί ο Τάδε με αντιπαθεί καί κάθε φορά μου φέρεται αγενώς; Τί του έκανα; τού ‘φαγα το χρυσόψαρο; )
  • Να γνωρίζουμε το μέλλον! (Όχι από κληρονομικό χάρισμα, αλλά διότι τα ίδια αίτια φέρνουν τα ίδια αποτελέσματα.)
  • Να ξέρουμε να ελισσόμαστε, αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος – ως έμπειροι πιά.

Κι επιπλέον:

  • Να συνδυάζουμε παρελθόν καί παρόν (κάνοντας χρονικά άλματα μπρός-πίσω), διότι έτσι καλύπτουμε τα κενά αμφοτέρων.

Με τις πλήρεις ψηφίδες του παρόντος καλύπτουμε τα αφηγηματικά κενά του παρελθόντος, καί με τις πλήρεις ψηφίδες του παρελθόντος καλύπτουμε τη σημερινή μας άγνοια. Πχ γνωρίζοντας (α) το ποιός είναι ο Πελίας σήμερα, (β) ότι σε κάποιες πτυχές της -σημερινής- ζωής του τον κάλυψε άλλο λαμόγιο (καί ποιό), γνωρίζω ότι καί στην αρχαιότητα υπήρχε κι άλλο λαμόγιο που τον κάλυπτε. Μόνο που δεν το έχω εντοπίσει ακόμη, να ξετυλίξω κι άλλο κουβάρι παλαιών γεγονότων – δήθεν «αποκρυπτομένων». (Κούνια που τους κούναγε κάτι πονηρούς λογοκριτές καί κάτι φλάρους πορτιέρηδες μυστικών βιβλιοθηκών, ότι δήθεν -είναι τόσο μάγκες, που- συσκοτίζουν την ιστορική αλήθεια κι αποκόπτουν το πόπολο απ’ την πληροφόρηση!…)

 

Εν πάσει περιπτώσει, όλ’ αυτά δεν τα ανέφερα γιά εγκυκλοπαιδικούς λόγους. Η Αργοναυτική -με τους φανερούς, αλλά καί τους κρυφούς σκοπούς καί τρόπους της- είχε ως σκοπό τη διάσωση της Ελλάδας κατά την είσοδο της ανθρωπότητας στον μεγάλο μήνα του Κριού. Πράγμα που (δηλ. τη διάσωση της Ελλάδας) ο καθένας μας οφείλει, έχει ιερή υποχρέωση να κάνει καί σήμερα, παραμονές της εισόδου μας στον μεγάλο μήνα του Υδροχόου.

Φυσικά, ο καθένας μας έχει (ή μπορεί να επιλέξει) διαφορετικόν τρόπο να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά ο γράφων, συν ο στενός πυρήνας των συναγωνιστών φίλων του, επιλέξαμε το «σενάριο» μιάς νέας Αργοναυτικής – ως συντονιζόμενοι στην ίδια συχνότητα. Ως ομοδονούμενοι! (Γειασάν του Άργου! Εκτός από όμορφα καράβια, φτιάχνει καί όμορφες λέξεις!  🙂  )

Καί βέβαια, πάντα έχουμε υπόψη μας ότι το Μάτριξ κάθε φορά παραλλάσσει το «παιχνίδι». Σήμερα, γιά παράδειγμα, δεν έχουμε ούτε Κολχίδα, ούτε Αιήτη, ούτε Μήδεια. Ο Αιήτης καί η Μήδεια όντως ξαναζούν σήμερα (καί μάλιστα ξαναείναι πατέρας καί κόρη του), όπως κι ο Άψυρτος (που τυγχάνει αδελφός της Μήδειας, καί δεν την χωνεύει καταντίπ καθόλου). Αλλά τυγχάνουν τελείως ήσυχα ανθρωπάκια, καί δεν πρόκειται να συμμετάσχουν σε τίποτε – αντί, δέ, δράκου, στην αυλή τους έχουν σπιτώσει γάταρο παιχνιδιάρη, χαδιάρη, δαγκωνιάρη, κ_υλιάρη, καί ούλτρα λαίμαργο καί χοντρό!

Ο εικονιζόμενος είναι επίτιμος αδελφός του αναφερομένου! Lol!!!

(Καφέ ραβδωτός είναι ο …γαλής, κύριε Σπ. Καμμία σχέση με μονόχρωμα άσπρα γατιά, καί λοιπά βδελύγματα! Καρα-lol!!!)

 

Μ’ αυτά καί μ’ εκείνα κατά νούν, να μαζευόμαστε σ’γά-σ’γά, Αργοναυτάκια μου!  🙂  Δεν υπάρχει χρόνος γιά χάσιμο!

 

Μιά αποτίμηση.

Εδώ τέλειωσα. Αυτή είναι η προσωπική μου προσπάθεια συμπλήρωσης των κενών του συγκεκριμένου μύθου. Στραβή, λειψή, αυτή είναι.

Θα έλεγα πως οι αναρτήσεις μου, αυτές που είναι, μοιάζουνε με έτοιμο μπετονένιο σκελετό σπιτιού. Δεν κινδυνεύουν από σεισμό, αλλά πάλι δεν είναι τελειωμένο πλήρες σπίτι. Σκελετός, όπου οι ένοικοι χτίσανε πρόχειρα (με τούβλα, αλλά καί χοντρά νάϋλον) έναν όροφο, ίσα-ίσα να μπούν μέσα, να μη βρέχονται καί να μην κρυώνουν. Σαν τα φτωχαδάκια, που χτίζουν το ισόγειο, κι απ’ τη σκεπή προεξέχουν σκουριασμένα απ’ την πολυκαιρία σίδερα που μουτζώνουν τον ουρανό, γιά «προοπτική» (χτισίματος άνω ορόφου).

Δεν είμαι συγγραφέας πλήρους απασχόλησης, το ξαναείπα. Ούτε διαθέτω όσα χρήματα κι όσον ελεύθερο χρόνο θα ήθελα. Το χειρότερο, δεν έχω δική μου ερευνητική ομάδα – που θά ‘πρεπε. Αλλά μήπως προτιμάτε απ’ τα δικά μου τις «φαβέλες» των …εξ αποκαλύψεως «Ελληνοκεντρικών»;

Στο κάτω-κάτω, αν ήδη έχω προσφέρει κάτι έστω καί λίγο σημαντικό, συμπληρώστε το. Δεν πρόκειται να σας κόψω πρόστιμο!  🙂

 

ΤΕΛΟΣ

 

Υγ: Το παρόν αφιερώνεται στον Φινέα, τον παλιόφιλο! Όταν είδα γραμμένα αυτά γιά τους «θεούληδες» καί τις αφραγκίες, ντάγκ!!! κατάλαβα αμέσως! Αλλά, όπως βλέπετε, τέσσερεις χιλιάδες χρόνια (καί κάτι ψιλά) είναι εντελώς φραγκοδίφραγκα μπροστά στο μεγαλείο της Ελλάδας μας. Κι ούτε την προσπάθεια προς κατάκτηση των ίδιων στόχων την υπολογίζω. Σαν τιμωρία σε άτακτο παιδί μοιάζει, κάθε φορά να υποχρεωνόμαστε απ’ το Μάτριξ (αλλά καί τις μαλακίες των συμπατριωτών μας) να καθαρίζουμε την κόπρο. Αλλά δε γ_μιέται, γιά την Ελλάδα πρόκειται. Θα το ξανακάνουμε – καί δεν θα μας πέσει, δά, η υπόληψη. Η Ελλάδα οφείλει να καθαρίσει, καί θα καθαρίσει.

Επίσης, το αφιερώνω στην τριάδα Λ / Τ / Μ. Σας αγαπάω, ωρέ! Ποτέ δεν έπαψα, άλλως τε. Κι ας είναι διαφορετικός ο τρόπος της αγάπης γιά την καθεμιά σας. Κι ας μην το πολυπιστεύετε…

 

(επόμενο)

Older Entries