arxigramma-Tο σημερινό είναι μία από τις πολλές συνέχειες ενός μυθιστορήματος υπό συγγραφή, που εξιστορεί τους βίους κάποιων ατόμων σε κάποιους αιώνες παρελθόντες…

…ατόμων, που συναποτελούν ένα καί το αυτό άτομο.

Όσα θα διαβάσετε σήμερα, δεν θα τα βρήτε πουθενά αλλού. Είναι «κοπυράϊτ» του ιστολογίου! 🙂 Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως θα σας πάω στα δικαστήρια γιά να διεκδικήσω ο,τιδήποτε, όπως εκείνος ο απίθανος, που απειλούσε με μηνύσεις όποιον αναφερόταν χωρίς την άδειά του στο παραμύθι των Ψίψιλον. Αλλά σημαίνει πως διαθέτετε έναν σίγουρο τρόπο να ελέγχετε την πηγή των σχετικών πληροφοριών. Εάν γράψει οποιοσδήποτε άλλος ο,τιδήποτε, να ξέρετε πως αποτελεί ψεύδος προς αποπροσανατολισμό. (Μπορεί καί να μην αποτελεί. Αλλά, αν δεν πάρει πιστοποίηση από τον γράφοντα, κατ’ ευθείαν γιά τα σκουπίδια.)

Γιατί, όμως, έχει σημασία να γράψω κι εγώ κάτι μυθιστορηματικό; Καί πού το ξέρετε πως δε λέω απλώς μερικά ακόμη παραμύθια του παράξενου;

Έχει σημασία, διότι οι καταστάσεις επαναλαμβάνονται. Ο πολιτισμός μας ουδόλως υπήρξε ο πρώτος, που έφτασε σε τεχνολογικά ύψη. Προηγήθηκαν άλλοι, που έφτασαν πιό ψηλά ακόμη, καί στο τέλος καταστράφηκαν. Όλοι ανεξαιρέτως. Από διάφορες αιτίες, συνήθως έλλειψη ηθικής.

Κι επειδή σήμερα πληθαίνουν οι ειδήσεις, που μας δείχνουν ότι η σημερινή «επιστήμη» ακολουθεί το ίδιο σκοτεινό μονοπάτι που κατεβαίνει στην Κόλαση, οφείλω -στα μέτρα των μικρών μου δυνάμεων- να προειδοποιήσω.

Το ότι δεν λέω παραμύθια, θα το βλέπετε από τα πραγματικά στοιχεία, που θα συνοδεύουν κάθε ανάρτηση-απόσπασμα του μυθιστορήματος.

Πάμε, λοιπόν.

 

Ατλαντίδα, 9700 πΧ περίπου

Πρόσεχε τί εύχεσαι, διότι μπορεί να το βρείς μπροστά σου.

Στην Ατλαντίδα είχε επικρατήσει δικτατορία εδώ καί δεκαετίες. Ενάμιση αιώνα κοντά. Κανείς πιά δεν σκεφτόταν την εξέγερση, καί το κρυφό σχολειό των αφηγήσεων γιά τα κατορθώματα του θρυλικού Χαάλ είχε πάψει. Τις αναμνήσεις τις είχαν πάρει οι γεροντότεροι -μακαρίτες πιά- στους τάφους τους. Χρόνια πριν. Κι οι νεώτεροι, χά! Αυτοί δεν ενδιαφερόντουσαν πιά καθόλου.

Πονηρή αυτή η δικτατορία – καί σαφώς πιό έξυπνη από άλλες, …ομότεχνές της. Αφού πέρασε στο λαό την αντίληψη πως είναι πανίσχυρη καί τρομερή, δεν ξαναχρησιμοποίησε βία. Ο τραγικός θάνατος του Χαάλ ήταν αρκετός, γιά να φοβηθεί ο λαός μιά γιά πάντα. Τώρα, εκατόν-τόσα χρόνια μετά, ο τρόμος απλά ήταν μιά ιδέα που πλανιόταν πάνω απ’ τα κεφάλια όλων, αλλά κανείς δεν έβλεπε τρόμο χειροπιαστό. Όλοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, καλοπερνούσαν. Τρόφιμα υπήρχαν γιά όλους (ευλογημένη η γή της Ατλαντίδας! – αλλά καί τα βιολογικά εργαστήρια της χώρας το ίδιο), δουλειές επίσης, όλες οι ανάγκες ήταν καλυμμένες καί με το παραπάνω. Άρα, όποιος ήθελε, μπορούσε να βιώσει καί το περιττό – καί να είναι ευτυχισμένος καί μ’ αίσθηση πληρότητας. Να μην του λείπει τίποτε.

Το σέξ, κι όχι μόνο το προγαμιαίο, ήταν ελεύθερο. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι γυναίκες είχαν πάψει να κάνουν τα προαιώνια θηλυκά τσαλίμια στην αρχή της γνωριμίας. Ταξίδια, μουσική, εμπειρίες, διάβασμα, αλητεία, όλα αυτά κι άλλα πολλά, επίσης ελεύθερα.

Ή, τουλάχιστον, έτσι φαινόταν.

Τώρα, βέβαια, αν κάποιος σκεφτόταν να τσακίσει αυτόν τον ψεύτικο «παράδεισο»… απλά δεν θα το σκεφτόταν. Ή -απλούστερα- θα έπαυε να υπάρχει, πριν κάνει το παραμικρό. Η δικτατορία των τριών «αοράτων» εφήρμοζε εκλεπτυσμένες, διακριτικές μεθόδους στο να βγάζει απ’ τη μέση τα μαύρα πρόβατα… τα οποία μετά δεν θα τα γύρευε κανείς. Θα τα ξεχνούσαν σιγά-σιγά ακόμη κι οι οικείοι τους.

Ένας πολιτισμός, μιά κοινωνία, που άγγιζαν το τέλειο, λοιπόν… Όμως, το μυστικό της αθανασίας εξακολουθούσε να είναι άριστα φυλαγμένο. Οι «αόρατοι» δεν θα το μοιραζόντουσαν με κανέναν.

Στην Ατλαντίδα, το επάγγελμα του νεκροθάφτη δεν επρόκειτο να χάσει πελάτες, γιά όσο μπορούσε να δεί κανείς το μέλλον.

 

Ο νεαρός μαθητής είχε κάνει άριστη εντύπωση στους επιστήμονες του συμβουλίου. Όχι μόνο είχε προλάβει να προτείνει μιά -επιτυχημένη στην πράξη, αφού τη δοκίμασε- μέθοδο γιά αυξημένη παραγωγή γόνων γιά τα ψάρια των Νοτίων Θαλασσών, αλλά είχε επεκτείνει την ιδέα του σε διατροφικές προτάσεις γιά πρωτοπόρα εστιατόρια, συν την εξαγωγή των αλιευμάτων που περίσσευαν στις ανατολικές χώρες, ως δωρεά, γιά να έχει η χώρα (όποτε τους χρειαστεί) ευγνώμονες συμμάχους με το τίποτε.

Τρομερός, κι ακόμη δεν είχε κλείσει τα 18 καλά-καλά!

Του άνοιξαν όλες οι πόρτες. Παντού χαμόγελα. Καί η επιστήμη αυτού; Βιολογία! Τί άλλο;

Συμφωνούσε απόλυτα καί η πλανητική του «ταυτότητα», αυτό που αιώνες αργότερα θα καλούσαν «ωροσκόπιο». Βλέπετε, κάθε μαιευτήρας περνούσε τα χρονικά στοιχεία γεννήσεως γιά κάθε μωρό στη βάση δεδομένων του κράτους, με προσήλωση κι αυστηρότητα. Δεν υπήρχε περίπτωση να παρεκκλίνει ούτε στο ελάχιστο απ’ το καθήκον αυτό, διότι η αμέλειά του θα μαθευόταν πάραυτα στα ανώτερα κλιμάκια, που μετά θα …παρεξέκλιναν αυτόν.

Ένας υπερυπολογιστής έβγαζε αμέσως το μέλλον του νεογέννητου. Κι όσο μεγαλώνανε τα παιδιά, αρμόδιοι κρατικοί υπάλληλοι τα παρακολουθούσαν (διακριτικά, πάντοτε!…), να δουν αν πάνε όλα σύμφωνα με το εξαγόμενο του κομπιούτερ – ή υπάρχουν (ευχάριστες ή δυσάρεστες) εκπλήξεις.

Με τον νεαρό, όλα ήταν τακτοποιημένα καθώς πρέπει. Η εξέλιξή του σε κάθε τομέα ήταν η αναμενόμενη, κι η νοημοσύνη του ιδανική. Όθεν, έπρεπε να προαχθεί στα άδυτα των αδύτων.

 

Τον άφησαν τελείως απερίσπαστον (αν καί υπό διακριτική παρακολούθηση) να τελειώσει τις σπουδές του. Μιά μέρα, τον ειδοποίησαν ότι τον θέλει ένας από τους καθηγητές του. Πήγε.

«- Έκανες πολύ καλή εντύπωση σε κάποιους κύκλους!», του είπε αμέσως.

«- Τί κύκλους;»

«- Θα δείς. Όποτε μπορέσεις, ακόμη καί σήμερα, πήγαινε...» (Του έδωσε μιά διεύθυνση.) «Σε περιμένουν.»

«- Ποιοί με περιμένουν;»

«- Βιολόγοι είναι, σαν εσένα κι εμένα. Δουλεύουν σ’ ένα ερευνητικό ίδρυμα. Μόνο να σε ρωτήσω, αυτά τα ψάρια των Νοτίων Θαλασσών που έγραψες στη νεανική σου μελέτη, τα τρώς;», γέλασε ο προφέσσωρ.

«- Φυσικά!», ανταπέδωσε με χαμόγελο.

«- Τότε, έχε υπ’ όψη σου ότι πιθανώτατα θα σου παραθέσουν γεύμα με τέτοια. Είναι το αγαπημένο τους πιάτο!»

«- Άααα, τώρα κατάλαβα! Με συμπαθούν, επειδή κάποτε έγραψα γιά το πώς θα γεννιένται περισσότερα από δαύτα!»

«- Ακριβώς!… Πήγαινε, σου λέω!»

«- Θα πάω, κύριε καθηγητά, αλλά θα προσέχω μη γίνω κοιλιόδουλος σαν αυτούς!»

Το ξέσπασμα του τρανταχτού αμοιβαίου γέλιου κι ένα νόημα «άντε, πήγαινε» με το χέρι του καθηγητή, έδειξαν πως η συζήτηση έλαβε τέλος.

 

Τον υποδέχτηκε ένας νεαρός επιστήμονας, λίγα χρόνια μεγαλύτερος απ’ αυτόν.

«- Κάθησε! Να σου προσφέρω ένα δροσιστικό ποτό; Σε λίγο θα σε δεχθεί το συμβούλιο του ιδρύματος, αλλά τώρα που μιλάμε πρέπει να διεκπεραιώσουν κάτι δουλίτσες. Δεν θ’ αργήσουν, μην ανησυχείς.»

«- Ναί, ένα ποτό θα το δεχθώ, ευχαριστώ! Σας παρακαλώ, όμως, όχι οποιουδήποτε είδους ζαλιστικό. Εντάξει, μπορώ ν’ αντέξω ζαλιστικά ποτά, δεν είμαι αρχάριος πότης, αλλά τώρα είναι ώρα γιά σοβαρή συνάντηση.»

«- Μη φοβάσαι, δεν είναι ζαλιστικό.»

Μετά από λίγο, του έφερε ένα ποτήρι.

Το ποτό είχε ωραία γεύση καί ήταν πράγματι αναψυκτικό. Αλλά δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο.

«- Εσείς εδώ φτιάχνετε καί νέα αναψυκτικά;», ρώτησε.

«- Όχι ακριβώς!», γέλασε ο άλλος. «Αυτό που πίνεις, είναι ένα μείγμα φυσικών χυμών από φυτά που ευδοκιμούν σε άλλες χώρες. Το δοκιμάσαμε πρώτα γιά φάρμακο, το βρήκαμε αρκετά υποβοηθητικό του ανθρώπινου οργανισμού, καί μάλιστα χωρίς παρενέργειες, καί το κάναμε κάτι σαν κρυφό έθιμο του ιδρύματός μας: το προσφέρουμε ως αναψυκτικό σε κάθε νέο συνεργάτη μας, γιά καλωσόρισμα! Γι’ αυτό δεν τό ‘χεις ξαναδεί πουθενά αλλού.»

«- Είναι πολύ καλό, αλλά δεν είμαι ακόμη συνεργάτης σας!», χαμογέλασε.

«- Ποιές, νομίζεις, είναι οι πιθανότητες να μη γίνεις;», του αντιγύρισε ο νεαρός επίσης χαμογελαστά.

 

Πίσω, στο σπίτι του, είχε πέσει στο κρεββάτι του ν’ αναπαυθεί. Όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά. Με τον οργανισμό του δεν ήταν, αλλά δεν ήξερε καί με τί ήταν. Μάλλον ιδέα του θα ήταν.

Τη στιγμή που σκέφτηκε πως είχε μπεί μιά στραβή ιδέα στο μυαλό του, αυτό γέμισε γράμματα ανακατεμένα καί λέξεις ατάκτως ερριμμένες… ανάμεσα στις οποίες έβλεπε μερικές ν’ απαρτίζουν τη γραπτή περιγραφή της σκέψης που μόλις είχε κάνει. Ανάκατες, αλλά κατά κάποιο τρόπο μπορούσε να πηδάει από λέξη σε λέξη με τη σωστή σειρά. Έπλεαν όλες μέσα στο οπτικό του πεδίο, σα θάλασσα γεμάτη με σαλούφες. Όμως, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το οπτικό του πεδίο ξαναπόκτησε τη διαφάνεια που είχε, καί το σύνολο των λέξεων καί γραμμάτων συρρικνώθηκε σ’ ένα μικρό μαύρο συννεφάκι.

Μικρό καί μαύρο, μικρότερο καί μαύρο, μαύρη τελεία, πάει, πάει… εξαφανίστηκε.

Σκέφτηκε πως απλά ήταν κουρασμένος. Εντάξει, γιά τα συμπτώματα ζαλάδας το πολύ πολύ να πάει στον γιατρό αύριο. Καιρός, όμως, να σκεφτεί πώς ακριβώς πέρασε η μέρα του, κι αν παρέλειψε κάτι.

Μμμ… σαν πολύ εύκολα δεν υπέγραψε, κάνοντας δεκτούς όλους τους όρους του συμβουλίου – ακόμη κι αυτούς, που ζητούσαν αναγκαστικές υπερωρίες αν υπήρχε ανάγκη;

Λέξεις πλέουσες. Σύννεφο. Συννεφάκι. Τελεία. Πάει, κενό.

Ποιές φάτσες δεν του άρεσαν από ‘κεί μέσα;

«Φάτσες», το διάβασε. Συννεφάκι τελεία κενό.

Μά, οι υπερωρίες δεν θα τον κούραζαν;

Τελεία που μόλις φαινόταν. Κενό. Ή, μήπως δεν είδε καλά; Ποιά τελεία;

Έπρεπε να ξεκουραστεί καί να δεί τι θα κάνει. Εντάξει, η καριέρα του προοιωνιζόταν λαμπρή, αλλά είχε μείνει σε εκκρεμότητα το ζήτημα της σχέσης του. Η κοπέλλα του είχε αρχίσει να φέρνει επιτακτικά στο προσκήνιο το θέμα του γάμου τους, καί περίμενε απάντηση. Έπρεπε να τη συναντήσει κάποια στιγμή, δεν γινόταν αλλοιώς.

Μαύρη τελεία; Πού την είδε τη μαύρη τελεία;

Μπάαα, ιδέα του θα ήταν. Έπρεπε, όμως, να καλουπώσει την εμπειρία του, γιά να πεί κάτι ευπρεπές στον γιατρό.

 

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε ευδιάθετος. Πουθενά τα συμπτώματα τα χθεσινά. Σκέφτηκε -γιά πείραμα- να σκοτώσει ένα ζώο, όπως έκανε μερικές φορές στο εργαστήριο, αλλά τίποτε. Ο οργανισμός του αντιδρούσε όπως τον ήξερε ανέκαθεν. Ούτε τελείες, ούτε συννεφάκια.

Περίεργο-ξεπερίεργο, δεν τον ένοιαξε περισσότερο. Απλά ντύθηκε, ξεκίνησε γιά τη νέα του δουλειά, καί ματαίωσε το ραντεβού με τον γιατρό.

Όταν συνάντησε τον -όπως του είπαν- προϊστάμενο του εργαστηρίου του, δεν κρατήθηκε.

«- Μπορώ να έχω ένα ποτήρι από εκείνο το φανταστικό ποτό, που μου προσφέρατε χθες;», ρώτησε.

«- Ποιό ποτό;», ρώτησε ο άλλος αδιάφορα.

Δοκίμασε να του εξηγήσει.

«- Ποιός νεαρός σε υποδέχθηκε; Γιά ποιό ποτό μιλάς;», ξαναρώτησε -κάπως εχθρικά- το νέο του αφεντικό. «Δεν σε καταλαβαίνω! Σε παρακαλώ, αν είναι να συνεργαστούμε καλά, να μην ξαναπείς ασυναρτησίες!»

Το μυαλό του γέμισε μ’ ένα ανεξήγητο αίσθημα ευφορίας. Δεν ανταπάντησε. Άλλως τε, ήταν αρκετά έξυπνος να καταλάβει πως η κουβέντα δεν θα είχε νόημα. Νεαρός επιστήμονας επί της υποδοχής καί παράξενο ποτό, μάλλον δεν υπήρξαν ποτέ.

(επόμενο)

Advertisements