(προηγούμενο)

Αφιερωμένο σ’ όλες κι όλους σας

arxigramma-Aναστέλλουμε προσωρινά την ενασχόλησή μας με τη θρησκευτική πλευρά του τάφου (αν κι εδώ ακριβώς βρίσκεται όλο το ζουμί! – θα σας εξηγήσω προσεχώς), καί σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι.

Θα σας απασχολήσω με τα προσωπικά μου.

Λοιπόν, ακόμη καί οι υπεράνθρωποι, σαν την αφεντιά μου (μή γελάτε, ρέ!), χρειάζονται ύπνο. Κι ο ύπνος φέρνει όνειρα.

 

…Ήταν, λέει, μιά πόρτα. Βαρειά. Ξύλινη, μεγαλοπρεπής, περίτεχνη. Κι ήταν η έκτη καί τελευταία. (Είπαμε, ή τρείς θα είναι οι πόρτες συνολικά, ή έξι.)

Αυτήν ακριβώς θ’ ανοίξουν οι αρχαιολόγοι, καί θα βρεθούν στον κυρίως ταφικό θάλαμο.

Τα όνειρα, όμως, έχουν ένα «ελάττωμα» : σπάνια είναι 100% ξεκάθαρα. Τις περισσότερες φορές τα συνοδεύει πολλή θολούρα.

Όμως, η πόρτα ήταν μπροστά μου καί με περίμενε να την ανοίξω.

Μέσα στην απόκοσμη ησυχία καί το απόκοσμο ημίφως.

Τέτοια τιμή!… Σε ποιόν; Σ’ εμένα; Ν’ ανοίξω την πόρτα πρώτος; Να την αγγίξω πρώτος, αιώνες μετά απ’ αυτόν που την έκλεισε;

Αλλ’ αφού ο ενσαρκωμένος θεός έτσι αποφάσισε, ποιός είμ’ εγώ, που θα πώ «όχι»;

Κάνω μερικά βήματα προς αυτήν.

telikh-porta

Τριγύρω μάρμαρο καί πέτρα, σκουρημένα απ’ τον καιρό, καί μέσα στο άνοιγμα το βαρύ ξύλο να κρέμεται -αιώνες τώρα!- απ’ τους ρωμαλέους μεντεσέδες.

Κάποιες παραστάσεις σε μερικά απ’ τα πλαίσια. Μπρούντζος στερεωμένος απάνω στο ξύλο. Δεν τις έβλεπα καλά.

Διέκρινα, όμως, πολύ καθαρά τον περίτεχνο Ήλιο, καθώς καί το κενό άνω δεξιό «τελλάρο».

Κενό;!

Κενό!

Ασυνήθιστο. Ασυνήθιστο γιά Ελλάδα. Αλλά έτσι είναι τα όνειρα.

Καί στη μέση αριστερά (όπως βλέπει ο προσερχόμενος) κοκκάλωσα.

Μά, ναί, ο γνωστός αστερισμός του Ωρίωνα. Κι η Σελήνη. Τ’ άλλα δύο μεγάλα αστέρια, όμως, ποιά νά ‘ναι;

«- Η Αφροδίτη επάνω, κι ο Δίας κάτω!», μου ψιθύρισε μιά φωνή.

Έ, ναί! Ο Πατέρας καί οι πανάρχαιες απόκρυφες γνώσεις! Η «προίκα» της Όμορφης Θεάς προς τους Έλληνες!

Αμέσως έκανα τον συσχετισμό με την πραγματικότητα – κι αμέσως πήγα να ουρλιάξω. Αλλά, σεβόμενος την ιερότητα του χώρου καί της στιγμής, απλά ψιθύρισα: «- Γαμώ το σπίτι σας, πούστηδες!»

(Να με συμπαθάει ο αναγνώστης. Όμως, όταν θα εξηγήσω τί ακριβώς δείχνει το σχήμα, θα συμφωνήσει ότι υπήρξα πολύ επιεικής προς «αυτούς». Αποκεφαλισμός από τα πνευματικά «παιδιά» τους, τους ισλαμοφασίστες, τους χρειάζεται, όχι υβρεολόγιο.)

Ζήτησα νοερά συνγώμη από τον Ένοικο… Όχι γιά τη βρισιά. Αυτά ήταν καθημερινότητα πριν καί κατά τις μάχες. Αλλά γιά τον θυμό.

Ο μυούμενος δεν πρέπει να κυβερνάται απ’ το συναίσθημα.

Καί τότε…

…Δεν ξέρω αν άνοιξε η πόρτα καί περπάτησα. Δεν ξέρω αν έγινε ξαφνικά. Αλλά ο νεκρικός θάλαμος ήταν μπροστά μου.

Με τον Νεκρό.

«Νεκρό»;

Όχι… Δεν θα τό ‘λεγα.

nekros-Alexandros

Σε περίκλειστο θάλαμο, ανάμεσο ουρανού καί Γής, αιωρείται ο ενσαρκωμένος θεός. Γυμνός, μ’ ένα πανάκι μονάχα «περί τα αιδοία καί τους βουβώνας», που λέγανε παλιά.

Κι από πάνω Του, μιά νότα αρχαίας Αιγύπτου: τα πεντάκτινα άστρα. (Έ, ναί. Πεντάλφα ίσον χρυσή αναλογία. Το μαθηματικό «υλικό» των πλανητικών συστημάτων. Τά ‘ξεραν αυτά πολύ πρό του Πυθαγόρα, καί πάααααρα πολύ πρό του πονηρού αιγυπτιολάτρη αντιγραφίσκου Ντίσνεϋ.)

«- Αλέξανδρε!…», ψιθύρισα μέσα στην απόκοσμη ησυχία, καί υποκλίθηκα.

Περιττό να σας πω, ότι δεν με χωρούσε πιά το κρεββάτι. Κι ας μην είχε ξημερώσει ακόμη.

Ποιός μπορεί να κοιμηθεί, όταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ωσάν «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», μας περιμένει!

 

Πριν συνεχίσω, αναγνώστη μου, να σου θυμίσω ότι τα όνειρα κρύβουν πολύ παράλογο.

Εάν ο Αλέξανδρος ενσαρκώθηκε πάλι στην εποχή μας, όπως ισχυρίστηκα σε προηγούμενες συνέχειες, προς τί η ύπαρξη του σώματος αυτού, διατηρημένου σε κατάσταση ανάμεσα σε θάνατο καί ζωή;

Ποιά έννοια έχει το να πεθάνει κάποιος, καί να ξανάρθει η ψυχή του πίσω, στο ίδιο σώμα; Δεν θα μπορούσε, δά, να μην πεθάνει καθόλου;

Τί να σου πω!… Ό,τι ξέρεις, ξέρω.

Ωστόσο, μέχρ’ εκεί που φτάνει το φτωχό μυαλό μου, θα σου το συνεχίσω το γοητευτικό παραμύθι.

(επόμενο)

Advertisements