ς υποθέσουμε πως έχουμε έναν λαό (όχι με την αυστηρή, «στενή» πολιτική έννοια της λέξης), ένα σύνολο ανθρώπων, που ζούσε σ’ έναν όμορφο πλανήτη. Ας υποθέσουμε, ακόμη, πως αυτοί ήταν σαν εμάς.

(Είναι σπάσιμο οι παρενθέσεις στην αφήγηση, αλλά σας βεβαιώνω πως και οι δύο υποθέσεις είναι αληθή γεγονότα. Μόνο που οι πάλαι ποτέ κάτοικοι του Φαέθωνα είχαν μία ουσιαστική διαφορά μ’ εμάς: φορούσαν λιγάκι …extra large ρούχα! 🙂 Ήταν οι γίγαντες των παραδόσεων. Άλλη φορά, όμως, αυτά.)

Και τί σημαίνει αυτό το «σαν εμάς», δηλαδή;

Σημαίνει τα εξής:

  • Τεχνολογία περίπου ίδια με τη δική μας, αλλά σίγουρα πιό προχωρημένη. (Υπολογίζω πως, όταν εξερράγη ο πλανήτης τους, βρισκόντουσαν κάπου 50 χρόνια πιό μπροστά από τη σημερινή γήϊνη τεχνολογία – υπολογιζόμενα με τον σημερινό ρυθμό αλλαγής. Εξ ου και ο κίνδυνος, να τους μιμηθούν λίαν προσεχώς διάφοροι παλιάνθρωποι.)
  • Σώμα, χέρια, ποδάρια, μυαλά, σεξουαλικά όργανα (δύο φύλα), σαν τα δικά μας.
  • Εκτός από φυσιολογία σώματος, και ψυχολογία (διάβαζε: επιθυμίες) σαν τη δική μας.
  • Και -δυστυχώς- ηθικές αντιστάσεις παρομοίως υπό το μηδέν, σαν εμάς. Εντελώς σκατά, εν άλλαις λέξεσιν. (Θα δείτε παρακάτω, πώς το συνεπέρανα αυτό.)

Οι τύποι αυτοί ζούσαν τη ζωή τους, δημιουργούσαν (ή και αποδομούσαν) Ιστορία, πολιτισμό, γλώσσα, θρησκεία, κτλ κτλ κτλ, είχαν αρχηγούς, πολεμούσαν μεταξύ τους, φιλιώνανε μεταξύ τους, άρπαζαν, πλούτιζαν, δούλευαν, δημιουργούσαν, πήγαιναν ταξίδια… κάνανε όλες τις γνωστές σ’ εμάς δραστηριότητες, και κάνανε και παιδιά.

Και, προφανώς, γεράζανε και πεθαίνανε.

Οπότε, κάποια στιγμή στην ιστορία τους, κάπως, κάποιος έριξε στην πιάτσα τη δυνατότητα της αθανασίας. Με άμεση πρακτική εφαρμογή. Και με παρεπόμενα καλά, όπως πχ η ατρωσία και η αιώνια νεότητα.

Από ‘κείνη τη στιγμή και μετά, άλλαξαν όλα. Σκεφθείτε το σόκ! Σταματάνε ξαφνικά όλοι οι πόλεμοι γιά τις μέχρι τότε γνωστές αιτίες, κι αρχίζει ένας και μοναδικός αγώνας: να μην ξεφύγει ως αθάνατη μία ολιγομελής κλειστή κάστα, αλλά να γίνει η αθανασία κτήμα όλων.

Προσπαθήστε να φανταστείτε τη μεταβατική εκείνη εποχή, να λαμβάνει χώραν επάνω στη Γή μας. Ποιό πετρέλαιο, και ποιά ναρκωτικά, και ποιές τράπεζες, και ποιά χρηματιστήρια; εάν έχει εφευρεθεί η αθανασία και δεν την έχεις, και να σου τα δώσουν όλ’ αυτά, δεν τα παίρνεις. Τα θεωρείς λιγώτερο από σκουπίδια. Έτσι και οι Φαεθωνιανοί… αλλάζουν ξαφνικά ψυχολογία μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο, παύουν να τους ενδιαφέρουν όσα τους ενδιέφεραν μέχρι τότε (τα θεωρούν εντελώς ανάξια λόγου), και τους μένει μονάχα ένας σεβντάς: η απόκτηση της αθανασίας.

Φυσικά, ο κίνδυνος να μείνει η αθανασία μονάχα ως προνόμιο μίας κλειστής κλίκας, ήταν άμεσα ορατός. Καταλαβαίνετε, τί θα γινόταν μετά – και συνδυάστε με όσα λέγαμε περί ατρωσίας, κτλ. Η κλειστή αυτή ομάδα θα ξέφευγε μπροστά – από κάθε άποψη. Υγεία, γνώσεις, πλούτος, εξουσία, στο συν άπειρον… με μία λέξη: παντοδυναμία. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα γερνούσαν και θα πέθαιναν, βλέποντας ανήμποροι την ακαριαία μετατροπή των πρώην ομοφύλων τους σε μικρούς θεούς.

Κερδίζει, όμως, τη μάχη η ομάδα των «ανθρωπιστών», σφάζει όσους αντιστέκονται (δεν είχαν γίνει ακόμη αθάνατοι και άτρωτοι…), και μοιράζει το αγαθό της αθανασίας σ’ όλους.

Αγαθό;

Εκ πρώτης όψεως, ναι.

– Γιατί, βρε Εργοδότη; Δεν ήταν αγαθό; Έχεις αντιρρήσεις;

Μέγιστες!

Γιά να σας δώσω να καταλάβετε πού το πάω, ακούστε την ακόλουθη ιστοριούλα. (Δική μου είναι! Διότι κι εγώ μερικές φορές ομιλώ εν παραβολαίς, ως ο Κύριοc Ημών. 🙂 )

Ας πούμε ότι στο χωριό, εκεί που ζει τη ζωή του (με κινητά, γκόμενες και άχυρα – όπως στην ηλίθια διαφήμιση), μίαν ημέραν των ημερών έρχεται ένας μυστήριος τύπος… δικός μας μετανάστης τριτοτέταρτης γενιάς στις ηπαπάρα, με καταγωγή απ’ το συγκεκριμένο χωριό. Εργένης, γέρων, και άτεκνος. Και χωρίς άμεσους συγγενείς. Έρχεται, λοιπόν, κάθεται στο καφενείο της πλατείας, και ανακοινώνει ότι θέλει να γίνει καλόγερος, αλλά πρώτα θέλει να μοιράσει την τεράστια περιουσία του στους κατοίκους του χωριού. Πράγμα το οποίο και κάνει, τελικά… ξεφορτώνεται τα λεφτά του, μη κρατώντας λογαριασμό (και κακία) αν κάποιος πήρε παραπάνω απ’ τον άλλον, ή απουσίασε και δεν πήρε τίποτε. Οι χωριάτες, απ’ την πλευρά τους, άλλο που δε θέλουν – σπεύδουν εφαρμόζοντες πάραυτα την παροιμία: «- Τρεχάτε γνωστ’κοί, να φάμε τ’ παλαβού το βιός!» Και τσεπώνουν πάραυτα το παραδάκι, ευγνωμονούντες τον καλό Θεούλη… Όcτιc  κατά καιρούς έχει άμεσον χρείαν καλογήρων, και φροντίζει να το κοινοποιεί με θαυματουργόν τρόπον στο ποίμνιον.

Σ’ αυτό το σημείο, σας ρωτώ: Πόσοι απ’ τους τσεπώσαντες το χρήμα θα κάνουν κάτι χρήσιμο μ’ αυτό; Πόσοι, νομίζετε; Ποιό ποσοστό;

Εάν μου πείτε πως η ιστορία μου είναι φανταστική, και πως τέτοια πράγματα δεν γίνονται, θα σας πω τη λεξούλα «επιδοτήσεις»! Σας θυμίζει τίποτε; 🙂 Μήπως γνωρίζετε πόσοι έκαναν χρήσιμα και δημιουργικά πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες με τις επιδοτήσεις, και πόσοι έφαγαν τα λεφτά σε σκυλάδικα και πουτάνες; Ελάχιστοι, έ; Το ξέρω…

Από πού ν’ αρχίσεις, και πού να τελειώσεις μ’ αυτό το θέμα! Απ’ τα πεντοχίλιαρα (δραχμών) που δίνανε στους τσοπάνηδες ανά κεφαλή ζώου, γιά να φτιάξουν μοντέρνα βουστάσια… κι ακόμη και σήμερα τα πρόβατα στεγάζονται σε παραπήγματα από λαμαρίνες; Απ’ τις επιδοτήσεις γιά ξενοδοχεία που έμειναν γιαπιά, ή γιά εργοστάσια στη Θράκη, που δεν έγιναν και δεν λειτούργησαν ποτέ;

Βλέπετε, λοιπόν, ότι ένα αγαθό δεν είναι τέτοιο από μόνο του. Πρέπει και να το χρησιμοποιούν ως αγαθό. Αλλοιώς, το μαγαρίζουν!

Οπότε, η απάντηση στην ερώτησή μου είναι: ελάχιστοι! Ελάχιστοι χρησιμοποίησαν τα χρήματα ως πραγματικό αγαθό. Οι υπόλοιποι απλά τα πέταξαν στα σκουπίδια. Κι ο λόγος; απλούστατα, διότι δεν είχαν ηθικές αντιστάσεις. Το χρήμα απλά άλλαξε χέρια, περνώντας απ’ τα δικά τους γιά λίγο… και δεν άφησε τίποτε άξιο λόγου πίσω του, παρεκτός από αναμνήσεις «διασκεδάσεων» της συμφοράς.

Advertisements