ο dvd των Σουηδων γλεντζέδων της «Σκού τετράγωνο» ήταν ευχάριστη έκπληξη. Χαλάλι τα λεφτα!
Η πλήρης έκδοση του προγράμματος έδινε τη δυνατότητα ν’ αλλάξεις μέχρι και τα τοιχώματα του κρανίου, δηλαδη να μιμηθεις τις ακριβεις διαστάσεις και το ακριβες σχήμα κρανίου ενος τυχόντος ανθρώπου. Μετα έδινες «αυτόματη κατανομη», και το πρόγραμμα έφτιαχνε μόνο του τις περιοχες του εγκεφάλου, όπως «έπρεπε» να είναι. Ταυτόχρονα, διάφοροι πίνακες απο δίπλα σημείωναν αυτόματα διάφορες μεταβλητες, πχ γωνία Κάμπερ, κτλ κτλ. Μπορούσες να παίξεις μόνος σου με τις έτοιμες βιβλιοθήκες του προγράμματος, αλλα φυσικα μπορούσες να συνδυάσεις και τα δεδομένα, που θα σου έδινε το μηχάνημα της SK 2.
Το πιο εκπληκτικο: μπορούσες να εισάγεις την εικόνα ενος κεφαλιου απο βιντεοκάμερα, και το πρόγραμμα απομόνωνε το σχετικο «μοντέλο», με κατανομη περιοχων εγκεφάλου!

Η εφαρμογη ήταν υπόδειγμα επαγγελματικου προγράμματος, κι ο Δημητράκης πήρε πάμπολλες ιδέες, για το πώς θα έδειχνε «επαγγελματικου επιπέδου» και η δικη του εργασία. Για εξοικείωση, έπαιξε κάμποσο με τον σχηματισμο κρανίων, έβαλε απ’ τη βιντεοκάμερα και τη δικη του την κεφάλα, βαρέθηκε, και τα παράτησε.
Αμέσως μετα έπιασε το βιβλίο της Παλαιοανθρωπολογίας. Πολλες πληροφορίες για σκελετους ολόκληρους, ή μεμονωμένα κρανία και οστα, που βρέθηκαν στην Ελλάδα… άλλες τόσες, για ταφες και κτερίσματα. Φωτογραφίες! Είχαν ενδιαφέρον για έναν Αρχαιολόγο, για έναν Παλαιοντολόγο, αλλα όχι για τον Δημητράκη. Δεν έβρισκε την πιθανη σχέση των περιεχομένων του βιβλίου με την όλη υπόθεση.

Μετα απο μερικες ώρες ξεφυλλίσματος, το παράτησε κι αυτο.

νέον κεφάλαιον: Ο μικρος σέφ

Στη zoyzoy

Είναι άγνωστο αν θα βοηθούσε η τηλεόραση, να ξυπνήσει για τα καλα ο Δημητράκης. Πάντως, την άνοιξε… αφου πρώτα άνοιξε τα μάτια του – με δυσκολία.
Το κανάλι έπαιζε ό,τι έπαιζαν κι όλα τα υπόλοιπα αυτη την ώρα. Κάτι μοντέλες έκαναν επίδειξη γυναικείων εσωρρούχων («- Μάπα το καρπούζι!», σκεφτόταν ο Δημητράκης, «φοράνε κι άλλα απο μέσα!»). Μετα ήρθε μία χοντρη, που είπε τα «ζωώδια» («- Το ξέρω πως τον ήπια, δεν χρειαζόταν να το πεις κι εσυ!», μουρμούρισε ο Δημητράκης). Ακόμη πιο μετα, ήρθε άλλη χοντρη με κάτι τεντζερέδια, που τά ‘στησε και κάτι μαγείρευε.

Στο μεταξυ, όλο και παίζανε κάτι ηλίθια παιχνίδια, «βρες την παροιμία» και τέτοια. («Ο βλάχος, άγιος κι αν γενει, σκατένια δόξα έχει!», σκέφτηκε ο Δημητράκης, κι άρχισε να γελάει δυνατα.) Κι όλο κι έπαιρναν κάτι κυράτσες τηλέφωνο, μπας και κερδίσουν. Τέλος πάντων, τον Δημητράκη όλ’ αυτα δεν τον ενοχλούσαν. Μάλλον του έκαναν παρέα, μέχρι να φτιάξει τον καφε του.
Εκείνο που τον είχε εξοργίσει, ήταν η χοντρη με το μαγείρεμα. Έφτιαχνε μια σούπα, κι έλεγε ότι χρειάζονται διάφορα απίθανα, για να νοστιμήνει. Ήθελε μια πρέζα αγκοστούρα, λέει, ήθελε και ντιζόν, ξαναλέει. «- Πορδόχορτο δε θέλει;», ρώτησε φωναχτα ο Δημητράκης, για να τον ξαναπιάσουν τα γέλια.
Πάντως, ήταν τσατισμένος, διότι τη χοντρη θα την άκουγαν διάφορες γριες, και θά ‘πρηζε η καθεμία τα (έστω κι ανενεργα) παπάρια του γέρου της, να πάνε στο μάρκετ, να ψωνίσουν αγκοστούρα και ντιζον. Λες κι η σούπα δεν μπορούσε να γίνει όπως την έφτιαχναν οι γιαγιάδες απ’ αυτες τις κυράτσες.

Ο Δημητράκης ξεθύμανε με τη στιχοπλοκία:

Αγκοστούρα και ντιζόν
αγιαστούρα στον πωπον!

Πάντως, αυτες οι βλακείες του έφτιαξαν τη μέρα. Χαμογέλασε με τη σκέψη ότι τα κανάλια μπορούσαν να κάνουν οικονομία (στους χαλεπους καιρους μας), χρησιμοποιώντας μόνο μία χοντρη απ’ τις δύο: πρώτα θά ‘λεγε η χοντρη τα «ζωώδια», και μετα θα την έβαζαν να μαγειρέψει. (Θά ‘τρωγε και το φαΐ, να μην έχουν να σκουπίζουν μετα.)

Το να παρουσιάσει, όμως, η ίδια ακριβως χοντρη και τα γυναικεία εσώρρουχα (φορώντας τα!), ήταν ελαφρως αδόκιμο.

Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας πίνακας σε χαζοχαρούμενα χρώματα, με τα υλικα της συνταγης. Ο Μητσάκος έριξε μία αφηρημένη ματια, και …πάλι η Αγία Άννα! Αυτη η γυναίκα κόντευε να του γίνει ψύχωση!
Ωστόσο, χαλάλι! Ό,τι έλεγε η Άννα, ήταν ακριβες συμπλήρωμα του δικου του μυαλου. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγώτερο.

«- Ανακάτεψε τα υλικα σου με διαφορετικο τρόπο!», έλεγε η αγαπημένη φωνη μέσα του.

Ο Δημητράκης έκλεισε την τηλεόραση, και προσπάθησε να σκεφτει. Τί έχουμε εδω; τί έχουμε μέχρι στιγμης;

  • Ένα πακέτο, που προσπαθει να βρει τη χωροταξικη κατανομη κι εξάπλωση αρχαίων Ελληνικων πόλεων και πόλεων των Μάγιας.
  • Ένα πακέτο, που προσπαθει να βρει την προβολη του ηλιακου φωτος επάνω σε κτίρια και πόλεις της αρχαιότητας – και, ακόμη, του Μεσαίωνα.
  • Μία λεπτομερη εργασία για τις αγιογραφίες.
  • Μερικες εργασίες γλωσσολογικου περιεχομένου.
  • Μία εργασία στην Ψυχιατρικη.
  • Ένα βιβλίο για την Παλαιοανθρωπολογία.
  • Κι ένα πρόγραμμα λειτουργίας ενος ιατρικου μηχανήματος για εγκεφαλογραφήματα.

Συμπέρασμα; Μία προσπάθεια κάποιων πονηρων κομπιουτεράδων, να καπελλώσουν κάθε είδους μηχανογράφηση μουσείων και πολιτισμικων ευρημάτων. Αυτο ακριβως, που είχε σκεφτει και την πρώτη φορα.

Κάτι δεν του άρεσε, όμως – το ένστικτό του τσινούσε. Ξανάβαλε την κουτάλα στη χύτρα γι’ ανακάτεμα.

Τα πρώτα τρία δεδομένα, συνδυαζόμενα, έβγαζαν κι άλλο νόημα: ψάχνουμε να βρούμε κάτι, μία πυξίδα, που πιθανως είχαν όλες οι παλιες πόλεις (μέχρι τον ύστερο Μεσαίωνα), με τη βοήθεια του ίχνους που αφήνουν οι ηλιακες ακτίνες. Γύρω-γύρω όλοι, στη μέση η πυξίδα, δηλαδη. Ένα κουτάκι με θησαυρο!
Θα ήταν αρκετα ενδιαφέρον, να υπάρχουν τέτοιοι μικροι (μικροι; ) θησαυροι -ωσαν ταμεία για καταστάσεις δύσκολες- σε καμια εκατοστη αρχαίες πόλεις, και να μπορεις να τους βρεις, αν έβρισκες τα κρυμμένα κλειδια στις σχέσεις φωτος και σκιας στους κίονες και στα βιτρώ. Θα γινόσουν πλούσιος για δέκα γενιες! Ναι, αλλα τα υπόλοιπα τέσσερα δεδομένα δεν κολλούσαν.

«- Δεν υπάρχουν περιττα!» – γλυκοψιθύρισε το Άγιο Πνεύμα, π’ εδω ήταν θηλυκο.

«- Άννα, Άννα, Άννα!… Αγάπη μου!… Πόσο γλυκα με σκοτώνεις!…», σκέφτηκε ο Δημητράκης.

Το πρόγραμμα των κρανιοσκοπήσεων, συν η ψυχιατρικη εργασία, σχημάτιζαν απο μόνα τους ακόμη ένα σύνολο «μη ισχυρως συνεκτικο», θυμήθηκε τα Μαθηματικα του ο Δημητράκης. Ναι, αλλα πάλι περίσσευαν δύο δεδομένα.
Κι εντάξει, οι πρωτόγονοι δεν ήταν ακέφαλοι. Είχαν κι αυτοι κεφάλια, άσχετο αν τ’ άνοιγαν συχνα-πυκνα με τα ρόπαλα. Άρα, τί; Ήταν, τάχα, το ζητούμενο οι ψυχιατρικες παρεκκλίσεις στους εγκεφάλους των πρωτογόνων; Και τί να τις κάνουν τις «πυξίδες» οι πρωτόγονοι; αν έπεφτε καμμία στα χέρια τους, το πιθανώτερο είναι να την έτρωγαν!

Πάλι δεν έβγαινε νόημα.

Ο Δημητράκης θυμήθηκε απ’ την εμπειρία του στα θρανία πως, αν ένα πρόβλημα δεν δίνει λύση αμέσως, το παρατάμε και το ξαναδουλεύουμε αργότερα, σε άλλη χρονικη στιγμη – όταν είμαστε ευδιάθετοι κι αισθανόμαστε ότι μπορούμε να το λύσουμε.
Με το που παράτησε το «Πρόβλημα των Φοιτητικων Διατριβων», όπως το βάφτισε, πήρε την ανταμοιβη του… απ’ το κεφάλι του! Είχε μία σωστη ιδέα:

«- Αυτοι είναι επικίνδυνοι!… Κι αν μπουκάρουν εδω μέσα, την ώρα που θα λείπω, και βρουν όσα έχω εδω;»

Αμέσως πήρε ένα φλασάκι αρκετα μεγάλης χωρητικότητας, και πέρασε εκει όλα τα «ύποπτα» αρχεία, σβήνοντάς τα οριστικα απ’ τον φορητο του.

«- Κι άμα χάσω το φλασάκι;», δεύτερη καλη ιδέα.

Έπρεπε, λοιπον, να εξασφαλίσει τη συνέχεια του νοητικου του ταξιδιου – όπως, αν ναυαγήσει ένα πλοίο, κατεβαίνουν οι ναυαγοσωστικες βάρκες. Αρκει να τους χωράνε όλους!

Κρυπτογραφία, επομένως. Μ’ εμπορικα κλειδια, αλλα με τριπλο πέρασμα! Κι όποιος θέλει, «χείραν λαβέ!».

Υπήρχε, όμως, και η ανάγκη να κρατάει σημειώσεις των συλλογισμων του, μη τυχον και ξεχάσει κάτι. Γι’ αυτες, θα…

…Το Άγιο Πνεύμα απέκτησε λιγάκι πιο υλικη υπόσταση.

sms: «Ετοίμαζε διαβατήριο!»
sms: «Για πότε; Για πού;»
sms: «Για Ιούλιο. Μετα την εξεταστικη σου. Έκπληξη.»

Αυτοστιγμει έγιναν όλα σκουπίδια και φύλλα φθινοπωρινα πεσμένα. Εργασίες, βιβλία, μυστήρια, κακότροποι προφεσσόροι, χοντρες που μαγειρεύουν… οι πάντες, οι πάσες, και τα πάντα. Ο Δημητράκης γελούσε! Χόρευε! Πετούσε!
Σαν καλος μάγειρας, όμως, δεν παράτησε την τακτοποίηση των σκευων του. Έπρεπε να συμμαζέψει και τα ψέμματα που είχε πει κατα καιρους, γιατί θα μεγάλωναν και θα τον έπνιγαν.

Πέρασε απ’ τη βιβλιοθήκη, κι άφησε το βιβλίο.
«- Όπως ακριβως σου τα είπα, Ντίνα!», είπε στη βιβλιοθηκάριο, πού ‘κανε χαρες που ο Δημητράκης έφερε το βιβλίο πίσω, ακριβως όπως το πήρε. «Πάνε να βάλουν χέρι στα μουσεία!»
«- Λες, ε;»
Ο Δημητράκης έσκυψε προς τη χοντρούλα συνωμοτικα.
«- Κοίτα… απο κάτι γνωστους μου στο εξωτερικο, ξέρω ότι ψήνεται ευρωπαϊκο πρόγραμμα για τα μουσεία, με πολλα λεφτα. Είναι αυτο που υποψιάστηκα!»
«- Σοβαρα;»
Ο Δημητράκης έδειξε τον πίνακα ανακοινώσεων.
«- Αφου παίρνετε κι εσεις ανακοινώσεις για ευρωπαϊκα προγράμματα! Θα το μάθεις απ’ τους πρώτους!», είπε στη Ντίνα. «Εδω θά ‘μαστε, και θα με θυμηθεις! Αλλα… πες μου και κάτι άλλο!»
«- Ό,τι θέλεις!»
» Πήρε κι άλλα βιβλία o…», κατονόμασε το φίδι, «με παρόμοιο περιεχόμενο;»
«- Περίμενε λιγάκι, να βρω τον δανεισμο!»

Τσούκου τσούκου τσούκου στο πληκτρολόγιο η Ντίνα.

«- Ναι! Πήρε ακόμη δύο βιβλία, την Αρχαιοελληνικη Αρχιτεκτονικη και το Βυζάντιο, 11 αιώνες δόξας!«
«- Γιατί μόνον αυτα;»
«- Γιατί δεν έχουμε περισσότερα για το αντικείμενο!»
«- Είδες που σ’ τά ‘λεγα;»
«- Ναι!… Είχες δίκιο, τελικα!»

Ο Δημητράκης αρνήθηκε την προσφορα καφε. Δικαιολογήθηκε πως ήθελε να φύγει, επειδη δεν προλάβαινε κάτι δουλειες που είχε.
Στο δρόμο, σκεφτόταν ότι οι συλλογισμοι του μοιάζαν ακριβως με…

Έξυπνο! Πετυχημένο!

Μπήκε στο πρώτο βιβλιοπωλείο, που συνάντησε.

«- Δώστε μου έναν καλο οδηγο Μαγειρικης!…», είπε.

…με υλικα συνταγων για μαγείρεμα! Νά ‘την η κρυπτογράφηση που ζητούσε!!!

«…Και το Παλαιοανθρωπολογία στην Ελλάδα! Αν δεν το έχετε, να το παραγγείλω!»

Η σούπα με αγκοστούρα και ντιζόν αποκτούσε άλλο νόημα πιά!

Advertisements