ώρα, αυτον, «Χριστό» δεν θα τον έλεγες. Ά-μπά. Με τίποτε. Δεν έμοιαζε του Χριστου, ούτε όταν έμενε αξύριστος.

Ο τύπος ετούτος ήταν, γενικως, «πρώην». Πρώην εραστης, πρώην γλεντζες και ξενύχτης, πρώην φιλομαθης, πρώην ευρυμαθης (καλα… σ’ αυτο ήταν και «νύν»), πρώην ορεξάτος για δουλεια. Πάντως, παρ’ όλ’ αυτα τα «πρώην», δεν είχε καταφέρει τίποτε αξιόλογο στη ζωη του τόσα χρόνια… εκτος απο έναν γάμο και δύο πιτσιρίκια, κάπως σιτεμένος.
Μ’ άλλα λόγια, αν υπήρχε βραβείο «Ο Άχρηστος Της Χρονιας», θα τό ‘παιρνε συνεχως, όπως ο Ολυμπιακος Πειραιως τα πρωταθλήματα.
Αντίθετα, έβλεπε τους μαλάκες να βγάζουν ένα σωρο λεφτα, συν ν’ αναρριχώνται στα «ρετιρέ» της κοινωνίας, και του την έδινε άγρια. Θυμόταν, όμως, ως αντίδραση, και τη θεωρία του Λεβέντη περι βλακων, και ηρεμούσε. Η κυριαρχία των βλακων ήτο φυσιολογικο φαινόμενο στον σύγχρονο κόσμο – το αντίθετο (δηλαδη, το να κυριαρχουν οι έξυπνοι) θα ήταν σχεδον «παρά Φύσιν». Άσε που, όποιος αναρρριχάται με περισση ευκολία, είναι πίθηκος. Ο άνθρωπος -και δη ο έξυπνος- δυσκολεύεται.

Επιπλέον, θεωρούσε πως οι συμπατριώτες του, που την Κυριακη ψηφίζουν και τη Δευτέρα καταριούνται αυτους που ψήφισαν, δεν είναι λαος για προκοπη. Είναι εντελως για σφούτσες.

(Ουδεις γνώριζε, τί σήμαινε μέσα στο ταραγμένο μυαλο του αυτη η ιδιωματικη απόδοση του ανδρικου «μορίου». Μάλλον το ότι έπρεπε να χωθει στο απευθυσμένον των ενόχων πράξεων βλακείας τιμωρητικως και με σφοδρότητα.)

Αυτα σκεφτόταν, και, πότε του την έδινε, πότε ηρεμούσε. Τώρα, πάντως, δεν ήταν τίποτ’ άλλο, παρα ένας κλόουν για τα μικρα του. Όλη του η ζωη ήταν δουλεια-σπίτι, συν το να βάζει μπρος διάφορα παιχνίδια (πχ παπάκια που τραγουδάνε, ή πιθήκια που κουναν τα χέρια τους), και ν’ αλλάζει μπαταρίες… και πάνες με βρεφικα σκατα.
Συν το να μαθαίνει εκών-άκων διάφορα παιδικα τραγουδάκια, των οποίων τους στίχους παραποιούσε συστηματικα. Φερ’ ειπειν, εκει που λέει:

ένα αρκουδάκι καφέ καφέ καφέ-ε

τό ‘κανε:

ένα σκατουλάκι καφέ καφέ καφέ-ε
το σώβρακο του γύ-υφτου καφέ καφέ καφέ

Έκανε κι άλλα τέτοια, πχ όταν έβλεπε ζευγαράκια να φιλιούνται και να χουφτώνονται, έλεγε φωναχτα με κακία: «- Να δείτε τί παλούκια σας περιμένουν, κατακαημένα!»

Έλα, όμως, που το παράξενο αυτο κράμα αντικοινωνικότητας και κακογουστιάς ήταν …δημοφιλες! Είχε αρκετους φίλους και φίλες τόσο στο Διαδίκτυο, όσο και στην πραγματικη ζωη. Ο λόγος; τους/τις έκανε να γελάνε – και το γέλιο σπανίζει την σήμερον.

Σα να μην έφταναν αυτα τα βάσανα, είχε και τη μάνα του σε κατάσταση «ού γάρ έρχεται μόνον». Καταντίπ στην κοσμάρα της η γρια, κατάκοιτη πλέον, καθημερινα έλεγε ασυναρτησίες, την τάϊζαν στο στόμα, κι έκανε αυτα που έκαναν και τα μωρα.
Πλην όμως, αντίθετα με τα μωρα, θεωρούσε τη γεροντικη πάνα ως ιδιάζοντα βιασμο της ελευθερίας της, και την έβγαζε. Κι έτσι, πολλες φορες το πρωΐ, η γυναίκα που την φρόντιζε βρισκόταν εμπρος σε εικαστικες παρεμβάσεις με -χμ- γήϊνα χρώματα στα σεντόνια και τις κουβέρτες – προς μέγιστον φρικάρισμα και δικο της, και του γυιου. Του τύπου, που περιγράφουμε.

Συμπερασματικα μιλώντας, πώς λέμε: «Χριστός»;

Έ! Καμμία σχέση!

Η μόνη του ομοιότητα με τον Κύριον Ημων προέκυπτε, όταν τον φώναζαν οι φίλοι του για καφε, κι έκανε μήνες να πάει να τους δει: «- Χριστό σε κάναμε!», τού ‘λεγαν.

‘Μπάσ’ περ’πτώσ’, απο ένα παράξενο παιχνίδι της Μοίρας, το συγκεκριμένο αυτο άτομο (και κανένα άλλο!) επελέγη «άνωθεν», να βοηθήσει τον Δημητράκη στο παλούκωμα των βρυκολάκων… είτε του άρεσε του Δημητράκη, είτε όχι.

Ο τύπος, ως καλος μπαμπας, έβαζε τα βλαστάρια του στο καρρότσι, και τά ‘βγαζε βόλτα. Ακόμη, όμως, και μ’ αυτη την εντελως μπανάλ ενέργεια, πάλι κατάφερνε να τραβάει τα βλέμματα: δίδυμα, γάρ, τα μικρα, και το καρρότσι εντελως ασυνήθιστης κατασκευης, ωσαν διθέσιο επιθετικο ελικόπτερο. Μέχρι που σκεφτόταν να ζητήσει να παρελάσει στις εθνικες γιορτες μ’ αυτο, και με τα μικρα (το μέλλον του Έθνους!) μέσα.
Σπορ παπούτσια, λοιπον, ο μπαμπας, φόρμες, και σπρώξιμο πού ‘κανε μπράτσα! Καλοθρεμμένα απ’ τις φρουτόκρεμες τα μανάρια, είχε φτάσει το σύνολο να ζυγίζει ίσαμε μιά τσιμεντοσακκούλα. Ευτυχως, όμως, οι κατασκευαστες είχαν κάνει καλη δουλεια, και δεν έβγαλε τη μέση του. Μεγάλες ρόδες, τιμονιέρα, ελαφρο υλικο σκελετου, καλοζυγισμένο το βάρος, ‘ντάξ’! Χάϊ-τέκ και μεγαλεία πράγματα!… που του δίνανε μιά αίσθηση υπεροχης απέναντι στους «επιτυχημένους» πιθήκους, που ψηφίζανε. (Όχι πως δεν τη χαιρότανε αυτη την αίσθηση, δηλαδη!)

Οπότε, με τη βόλτα είχε όλον τον καιρο να παρατηρει το τοπίο. Κι άλλο πλεονέκτημα, η σιγανη ταχύτητα. Είδε πράγματα, που άλλες φορες πέρναγε απο δίπλα τους και δεν τα πρόσεχε καθόλου.

Ανάμεσα σ’ αυτα, και το γκράφφιτι του Δημητράκη… το οποίο ενήργησε ως άλλος Ασκληπιος: ανέστησε τον πεθαμένο!

…Ο Δημητράκης είχε ρίξει τη μπουκάλα με το μήνυμα στον ωκεανο, και περίμενε το αποτέλεσμα. Την πρώτη μέρα έκανε κάτι, μάλλον απερίσκεπτο: καθόταν σ’ ένα παγκάκι παρακει, και με λοξη ματιά φιλτράριζε το ποιος θα προσέξει το γκράφφιτι.
Τζάμπα κόπος, όμως, διότι οι περαστικοι ούτε που το πρόσεχαν. Πέρασε αρκετη ώρα, τίποτε. Έπρεπε, λοιπον, να φύγει, διότι έπρεπε να φάει… συν το να ικανοποιήσει τις υπόλοιπες βιολογικες του ανάγκες.

Πώς, όμως, θα καταλάβαινε ότι ο σπόρος του φύτρωσε; Και – κυρίως: ήταν σίγουρο αυτο; Ήταν σίγουρο ότι κάποιος θ’ αναλάμβανε τη συνέχεια; Ότι τελικα υπήρχε αυτο το άτομο;
Ξανα, λοιπον, προσφυγη στο θηλυκο μυαλο της Άννας!

«- Είναι σίγουρο, αλλα μη ρωτας γιατί!», του απάντησε η αγαπημένη του. «Κι όσο για το πώς θα δεις ότι το είδε: έ, στην εποχη μας ζει. Αντι να παραφυλας, δεν ψάχνεις πρώτα το Ίντερνετ, μήπως έγραψε τίποτε εκει;»

Πέρασαν μερικες μέρες, κι ο Δημητράκης έβαλε στα ψαχτήρια κάποιες λέξεις κι εκφράσεις πολυ συγκεκριμένες, όπως πχ «περίεργο σύμβολο». Δεν άργησε να βρει το γκράφφιτί του φωτογραφημένο και σχολιασμένο σ’ ένα ιστολόγιο! «- Ευχαριστω, Άννα!…», ψιθύρισε. «Εδω είμαστε!»
Έβαλε το ιστολόγιο στα bookmarks, κι έβαλε τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι του, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Ο συγγραφέας του ιστολογίου, όχι μόνο είχε δώσει τη σωστη ερμηνεία του συμβόλου, αλλα υποσχόταν και συνέχεια σττις σχετικες αναρτήσεις!

Ακόμη μία εξωνυχιστικη έρευνα σ’ όλο το Ιντερνέτι, διεθνως, δεν απέδωσε τίποτε. Κανεις δεν ήξερε κάτι για το σύμβολο, αλλοιως κάπου θα υπήρχε κάποια παρουσίαση. Τίποτε! Πουθενα!
Το συμπέρασμα ήταν, πως αυτος ο τύπος το είχε βρει το σύμβολο …συμπερασματικα, όπως τό ‘χε βρει κι ο ίδιος. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση…

…Πράγμα που επιβεβαιώθηκε κανένα μήνα αργότερα, όταν ο άγνωστος συγγραφέας έφτασε -με ψυχοβγαλτικο ρυθμο σαλιγγαριου, είν’ αλήθεια- στη συγκεκριμένη συνέχεια του θέματός του, που εξηγούσε το πώς και το γιατί του συμβόλου.

«- Έξυπνος! Πολυ έξυπνος!», μουρμούρισε ο Δημητράκης – και γουστάρισε! Πέραν πάσης λογικης αμφιβολίας, ο τύπος ήταν ο άνθρωπός του.

Ευχαρίστησε νοερα τον Θεο, τη Λενάρα, τον κόπρο, την Άννα, τον χοντρο. Και …τον «Χριστο»! Όμως, υπήρχε ακόμη ένα προβληματάκι – οργανωτικης φύσεως:

Εαν συνέχιζε αυτον τον ιδιότυπο διάλογο με τον «Χριστο», θά ‘πρεπε να του δώσει να καταλάβει ότι τα επόμενα γκράφφιτι που θά ‘φτιαχνε, είναι κι αυτα δικα του. Δεν έπρεπε να περιμένει να το βρει αυτο ο άλλος μόνος του, απο γραφολογία και υφολογία. Δεν ήταν σωστο.
Άρα, έπρεπε να βρει «υπογραφη».

«- Προσποιήσου!», είχε πει η Άννα. «Μην τους αφήνεις να καταλάβουν τί αισθάνεσαι!»

Κι έτσι, διάλεξε το πομπώδες όνομα «Αχιλλέας». Ο ήρωας, που τα βάζει με τους κακους, που βγάζει τα γυναικεία ρούχα και πάει στη μάχη, ενω ξέρει ότι θα σκοτωθει. Έδειχνε άνθρωπο με αυτοκτονικες τάσεις, αλλ’ αυτο ήταν ψεύτικο.

Ο Δημητράκης δεν είχε πια κανέναν λόγο να λυπάται.

Advertisements