άπου εκει κοντα άρχιζε και η εξεταστικη. Ο χοντρος χάθηκε, επειδη τα μαθήματα που χρώσταγε ήταν ήδη μπαγιάτικα – και, ποιος ξέρει πόσα καινούργια θα πρόσθετε αυτον τον μήνα στον σωρο της αναμονης για Σεπτέμβρη.
Ο Δημητράκης ξανάμεινε μόνος, ωσαν την καλαμια στον κάμπο.

Τα μηνυματάκια, πάλι με την Άννα, είχαν αραιώσει. Δεν ήξερε το πρόγραμμά της, δεν ήξερε ποιες είναι οι κατάλληλες ώρες να επικοινωνήσουν, και δεν ήθελε να την ενοχλει. Σ’ ένα απ’ αυτα, πάντως έγραψε: «- Νοιώθω σα ναυαγος σε έρημο νησι! Ελπίδα πουθενα!»… για να εισπράξει την απάντηση: «- Στείλε μπουκάλι με μήνυμα!»

Ο Δημητράκης καθιέρωσε ένα αυστηρο πρόγραμμα, σαν καλόγερος. Διάβασμα για τα μαθήματα, σενάριο για την εργασία (έσβηνε όσα μέρη ολοκλήρωνε), και, για …ξεκούραση, προσεκτικο διάβασμα των εργασιων που βρήκε στον ξένο υπολογιστη. Τί ήταν όλη αυτη η φασαρία τελικα; Για ποιο πράγμα;

Βρήκε εύκολα τον βασικο καμβά: οι σχετικες εργασίες έδειχναν πως, ο πραγματικος σκοπος ήταν το ψάξιμο όχι για τη χωροθέτηση των αρχαίων πόλεων, αλλα -συγκεκριμένα!- για την αντίστοιχη των αρχαίων και χριστιανικων ναων. Ή κι άλλων σημαντικων κτιρίων, πχ ανακτόρων. Φυσικα, έλειπαν πολλα πράγματα, για λόγους μάλλον ευνόητους: οι -χμ- ενδιαφερόμενοι δεν θα ζητούσαν απ’ τους φοιτητες τους να τους βρουν και τις σχέσεις μεταξυ των κτιρίων! Αυτες θα τις έβρισκαν αυτοι.

Ανέλαβε να τις βρει κι ο Δημητράκης.

Ένα ψάξιμο με το Google Earth, συν άπειρες εκτυπώσεις και συγκόλληση με σελοτέϊπ των Α4 στο πάτωμα, έδειξαν εύκολα τί ακριβως κάνανε οι αρχαίοι πολιτισμοι. Η συντριπτικη πλειοψηφία των κτιρίων αυτων είχε αστρονομικο προσανατολισμο – με την έννοια πως, είτε μιμούνταν τη θέση των άστρων κάποιων αστερισμων στον ουρανο, είτε τα ιερα έβλεπαν προς συγκεκριμένα σημεία του ορίζοντα.
Φάνηκε επίσης εύκολα ότι οι αρχαίοι πολιτισμοι είχαν ήδη συλλάβει την έννοια του «φράκταλ», πολυ πριν την εποχη μας: αυτοι οι μίνι-αστερισμοι απεικονιζόντουσαν σε διαφορετικες κλίμακες. Ας πούμε, πρώτα ήταν τα δομικα στοιχεία στο ίδιο κτίριο. Μετα, το ίδιο σχήμα ακριβως το απέδιδε μία σειρα πχ ναων, σε απόσταση μερικων εκατοντάδων μέτρων μεταξυ τους. Τέλος, το ίδιο σχήμα το έβλεπες να το υλοποιουν κάποιες πόλεις, κατανεμημένες πχ σ’ όλη την Ελλάδα.

Ωραία όλ’ αυτα, αλλα η εξήγηση της συμπεριφορας των αρχαίων κόλλαγε εκει, όπου υπήρχαν ασυμμετρίες και κενα. Γιατί οι αρχαίοι δεν έφτιαξαν όλα τα κτίρια να υπακούν σ’ αυτο το σχήμα, την απεικόνιση αστερισμων; Γιατί άφηναν κενα, κι έκαναν το πράγμα σαν τσατσάρα με σπασμένα δόντια;
Ο Δημητράκης κατάλαβε πως, για να εξηγήσει κάτι τέτοια φαινόμενα, έπρεπε να μπει στη νοοτροπία των αρχαίων – να μη σκέπτεται σα σημερινος άνθρωπος. Πράγμα που σήμαινε ψάξιμο. Πράγμα που σήμαινε χρόνο.

Τέλος πάντων, θα το εξέταζε με την ησυχία του, όταν τέλειωνε με την εξεταστικη. Στο μεταξυ, «απαλλοτρίωνε» ό,τι έβρισκε στον ξένο υπολογιστη. Τα καινούργια τεφαρίκια ήσαν δύο βιβλία φωτοτυπημένα (και ακρυπτογράφητα), «Περι μετρικης παρ’ Ομήρωι«, γραμμένο απο ξένον ελληνιστη προφέσσορα πριν διακόσια τόσα χρόνια, και «Μέθοδος Εκμαθήσεως Ινδικης Μουσικης», υπο Ραβί Σανκάρ – ναι, του γνωστου καταξιωμένου μουσικου.
Καλα… το πρώτο δεν κυκλοφορούσε, οπότε η φωτοτυπία ήταν δικαιολογημένη. Σε κάποια πανεπιστημιακη βιβλιοθήκη θα υπήρχε (και μάλιστα σε βιτρίνα), δεν το έδιναν εύκολα, άρα λογικο που ζήτησε ο τύπος ένα φωτοτυπημένο αντίγραφο, να τό ‘χει να παίζει. Αλλα το δεύτερο; Μπορούσε κανεις να το βρει στα βιβλιοπωλεία εύκολα… αρκει να το πλήρωνε!

«- Και μετα λέτε τους Έλληνες κλέφτες κι απατεώνες, παλιοκουφάλες!», ξέσπασε ο Δημητράκης. «Σκατοτσιγκουναραίοι! Ρατσίσταροι! Υποκρίταροι! Δηλαδη, άμα ο συγγραφέας ήταν δικος σας, θα βγάζατε φωτοτυπίες, ή θα το παίζατε σεβασμος στο κοπυράϊτ;»

Τααυτόχρονα, ο Δημητράκης έριξε και μια ματια στο εγχώριο τμήμα του Διαδικτύου, να δει τί «παιζόταν». Πολλη βλακεία κυκλοφορούσε… Αντι οι συζητούντες στα φόρα (κατα κανόνα πολυ νέων ηλικιων – σαν αυτον) να βάλουν μπρος τη λογικη τους, ώστε να βρουν τις απαντήσεις, προτιμούσαν τα εύκολα αναμασήματα των ηλιθιοτήτων πού ‘γραφαν τύποι, σαν τον προσκεκλημένον συγγραφέψ της «Λαχέσεως» – που τα θεωρούσαν δεδομένες αλήθειες! Η δε κοπυπαστάδα έπεφτε σύννεφο.
Πολλη ζημια έκαναν κάτι τέτοιοι, τελικα. Έτσι, ο Δημητράκης δεν ασχολήθηκε με τη σαβούρα του Διαδικτύου πάνω απο ένα διήμερο.

Όλα καλα, αλλα μαζευόταν πολυ υλικο – κι αρκετο απ’ αυτο «δεν κόλλαγε». Τί μας νοιάζει, τώρα, πώς γράφουν οι ψυχοπαθεις;

Ακόμη ένα sms στη Διοτίμα του περι του θέματος, και πήρε την απάντηση του αλάνθαστου γυναικείου ενστίκτου. Ο Δημητράκης το τραγουδούσε παραφράζοντας:

Και η φωνη της στο μυαλο σου να σφυρίζει
«αυτοι» δεν έε-χουν «περιττάαα», βρε Δη-μη-τράκη!

Άρα, όλα χρειαζόντουσαν!

Επειδη, τώρα, ο ήρωάς μας είναι έξυπνο παιδι, «καθάρισε» γρήγορα όσα συμπεράσματα του έλειπαν. Σε διάστημα δύο εβδομάδων, είχε βρει και τις μεθόδους, και τον «αντικειμενικο στόχο» της επιχείρησης, που ήδη είχε κοστίσει δύο θανάτους… και κατατρόμαξε. Επ’ ουδενι δεν έπρεπε να δείξει -και σε κανέναν!- ότι είχε τρυπώσει σαν τυφλοπόντικας στα πόδια «αυτωνων».
Έπρεπε, όμως, να παραγγείλει λαμπάδα στο μπόϊ της Άννας!

Τί κάνουμε τώρα, μάγκα μου;

Ζητάμε βοήθεια.

Απο ποιον;

Απ’ τον Καλο Θεούλη – κι απ’ όποιον, τέλος πάντων, μπορει να βοηθήσει.

Πώς;

Στέλνουμε το «μήνυμα στη μπουκάλα», που σου είπε η Άννα!

Οι βραδυνοι περίπατοι αργα το βράδυ, όταν η πόλη ερήμωνε κι ο αέρας ανανεωνόταν, απεδείχθησαν καλο φάρμακο της πνευματικης και ψυχικης υγείας του Δημητράκη.
Σε κάποιον απ’ αυτους, ξανάπεσε απάνω στη Λενάρα… και τον κόπρο! Ο οποίος κόπρος χάρηκε τα μάλα -θέτοντας την ουρα του σε ταλάντωση αριστερα-δεξια -, που ξανάδε τον Δημητράκη, κι έσπευσε να τρίψει τη μουσούδα του στο τζήν του νέου άντρα.

«- Καλησπέρα Λενάρα!», είπε ο Δημητράκης.

Αντι γι’ απάντηση, η Λενάρα άνοιξε το σακκίδιό της, κι έβγαλε κάτι εικονίτσες… του Χριστου και κάποιων αγίων.

«- Ώχ!…», σκέφτηκε ο Δημητράκης. «Ώρα είναι, ν’ αρχίσει να μου πουλάει εικονίτσες!» Σκέφτηκε ακόμη να της πει αυτο, που είπαν κάτι θεομπαίχτες φίλοι του σε μια γρια, που πήγε να τους πουλήσει εικονίτσες σε μία καφετέρια: «- Άσε, κυρα μου, εμεις είμαστε …γιαχωβάδες!»
Η Λενάρα, όμως, δεν είχε πρόθεση να μεταβληθει σ’ έμπορο θρησκευτικων ειδων. Σήκωσε ψηλα τις εικονίτσες, κι είπε μεγαλόφωνα:

«- Μετα τον Αγιάννη τον Πρόδρομο, ο Χριστός!»

Ξανάβαλε τις εικονίτσες στο σακκίδιό της, και γύρισε στον Δημητράκη:

«- Καιρο έχεις ν’ αγοράσεις κονσέρβες για τον Λεωνίδα!»

Τί όνομα κι αυτο! Άκου, «Λεωνίδας»! Σε πλήρη αντίθεση, όμως, με τον διάσημο συνονόματό του, του «Μολών λαβέ!», ο συγκεκριμένος κόπρος ήταν: «- Έλα, και πάρ’ τα όλα!» Τον χάϊδευες, και μετα απο λίγο ξάπλωνε ανάσκελα, και περίμενε χάδια και στην κοιλίτσα!
Τέλος πάντων, γούστα είν’ αυτα. Περι ονοματοδοσίας, ουδεις λόγος! Ίσως ο σκύλος να είχε επιδείξει ηρωϊκη συμπεριφορα στο παρελθον, δααγκώνοντας κανέναν επίδοξο βιαστη της Λενάρας – εξ ου και τ’ όνομα.

Ο Δημητράκης σκέφτηκε πως, αν τον είχε βαφτίσει τον κόπρο σ’ εκκλησία, φτηνότερα θα του ‘ρχότανε. Θα καθάριζε με παπούτσια (έστω και τέσσερα) και λαμπάδα κάθε Πάσχα.
«- Τώρα, ρε Λενάρα; Είναι κλειστα τα μαγαζια!», πήγε να βάλει τρικλοποδια στη λογικη της παλαβης.
«- Αύριο! Ανοίγουν στις οχτω και τέταρτο! Θα σε περιμένω!»

Δε γλύτωνες απ’ τη Λενάρα εύκολα!… Ο Δημητράκης αναστέναξε, κι είπε:
«- ‘Ντάξ’, ρε Λενάρα! Αλλα να ξέρεις, κοιμάμαι μέχρι αργα, επειδη είμαι κουρασμένος!»
«- Δε χανόμαστε, θα σε περιμένω αργότερα!»
«- Και πού θα με βρεις;»

Αντι γι’ απάντηση, η Λενάρα χαμογέλασε, του γύρισε την πλάτη, κι έφυγε. Κι ο Λεωνίδας απόκοντα.

Επιστρέφοντας σπίτι, ο Δημητράκης κατάλαβε το νόημα της χειρονομίας της τρελλης: του έλεγε πως έπρεπε να «παραδώσει τη σκυτάλη». Σε ποιον, όμως; Έ; Και πώς; Χμμμ… εδω κόλλαγε το sms της Άννας, για τη μπουκάλα με το μήνυμα.

Άρα, έπρεπε να φτιάξει το μήνυμα, και να το στείλει.

Κάτι άλλο, όμως, τον είχε ενοχλήσει άσχημα…

«- Τον Χριστο τον σταυρώσανε, και τον Πρόδρομο τον αποκεφαλίσανε!», μουρμούρισε. «Καλα, ρε, όλοι είναι βαλτοι να με παλαβώσουν;»

Απ’ την άλλη, πάλι, ξαναρχότανε η ψυχραιμία και τον καλμάριζε:

«- Σιγα να μην είναι Χριστος, ο επόμενος! Και σιγα μην είμαι Πρόδρομος εγω! Μόνο συμβολικα – κι αν

Μετα απο έναν ήσυχο ύπνο, ξύπνησε ευδιάθετος. Έφτιαξε καφε, και σκέφτηκε λιγάκι τη μορφη του «μηνύματος της μπουκάλας».

Διαδίκτυο; δηλαδη, ν’ αφήσει ένα μήνυμα σε κάποιο φόρουμ; Μπάαα… Ήταν γεμάτο μαλάκες, ανίκανους να σκεφτουν. Και τί θά ‘γραφε, δηλαδη; «Ζητείται ικανος να λύσει πολυ δύσκολο αίνιγμα»; Και θά ‘δινε όλα τα στοιχεία του αινίγματος on-line; Ξούουουου, μακρια κι αλάργα!!! Εδω λέμε να μη μας πάρουν χαμπάρι, θα πάμε εμεις οι ίδιοι να βάλουμε το κεφάλι μας στο ντορβα με τα φίδια;

Όχι, απορρίπτεται. Εντελως. Και κακως το σκέφτηκε εξ αρχης.

Τότε;

Μα, υπήρχε η λύση!… ήταν πασίγνωστη, δεν χρειαζόταν να την εφεύρει αυτος. Την χρησιμοποιούσαν τόσο οι μυστικες εταιρείες δια μέσου των αιώνων, όσο και -φερ’ ειπειν- τα πολιτικα κόμματα – όσο κι οι σημερινοι νέοι, ιδίως όσοι είχαν «tribal» νοοτροπία! Παναπει, όσοι συμμετείχαν σε ομάδες.
Αναρχικοι, χουλιγκάνια, σκέητερς, ράππερς, ρέηβερς, ήμο, γκόθικ, ποδηλατάκηδες, παπάκηδες… ό,τι φανταστεις.

Όσο κι οι αρχαίοι πολιτισμοι, περι των οποίων διάβαζε.

Σύμβολα!!!

Μια που περπατούσε τις νύχτες, λοιπον, θά ‘βρισκε έρημους τοίχους, και θ’ άφηνε και τα δικα του σύμβολα – όπως ο Λεωνίδας άφηνε τα τσίσια του. Ο Δημητράκης προμηθεύτηκε σπραίϋ – μαύρου χρώματος, για να μη δίνει στόχο. Το μαύρο χρώμα θα μπορούσε να το χρησιμοποιει οποιοσδήποτε.
Εδω, δεν ήταν ο σκοπος να ξεχωρίσει απ’ τους άλλους. Ο σκοπος ήταν να φανερώσει …στα …κρυφα… όσα ήθελε να πει!

Επομένως, το πρώτο θέμα του (κι όλα τα επόμενα) έπρεπε να ικανοποιει ένα «δύσκολο» κριτήριο: να το καταλάβει ο «Χριστος», και να μην το καταλάβει κανεις άλλος. Έξυπνο παιδι, όμως, ο Δημητράκης, έδωσε πάλι λύση.

Θα ζωγράφιζε κάτι, που βρήκε αυτος συμπερασματικα, αλλα δεν υπήρχε έτοιμο στις εργασίες!

Διάνα!!!

Στο κάτω-κάτω, ο …»Χριστος» δεν έπρεπε να περάσει και μια δοκιμασία, ν’ αποδείξει ότ’ είναι άξιος;

Advertisements