Σ’ ένα απο τ’ Άλλα μου Μισά…
…Το Αστεράκι
!

ις επόμενες καναδυο μέρες, νύχτες μάλλον, τα όνειρα αυτου του είδους συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμο. Και στο ίδιο μοτίβο: πάντα δύο άτομα… πάντα αυτος και πάντα αυτη. Μονάχα η μορφη άλλαζε.

Δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να τη δει. Πώς, όμως; Αφου δεν είχε το τηλέφωνό της, κι αφου δεν τηλεφωνούσε ούτ’ αυτη, θα πήγαινε σπίτι της, να της χτυπήσει το κουδούνι. Άμ’ έπος, άμ’ έργον, λοιπον.
Η πολυκατοικία, όπου έμενε η Άννα, είχε θυροτηλεόραση. Αλλα, όταν ο Δημητράκης χτύπησε το κουδούνι, ούτε φωνη ούτ’ ακρόαση. Ούτε κάν έπαιξε το σήμα στην οθονίτσα, να φανει ότι κάποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη του σύρματος.

Ξαναπήγε τις επόμενες δύο μέρες απανωτα… είχε φτάσει Πέμπτη, και η Άννα δεν είχε δώσει σημεία ζωης. Ο Δημητράκης, έξυπνος ών, πήγαινε διαφορετικες ώρες – με το σκεπτικο ότι δε μπορει, όποιο καθημερινο πρόγραμμα κι αν είχε η Άννα, κάποια στιγμη θα πετύχαινε το κενο του προγράμματος, κι αυτην στο σπίτι της. Ωστόσο, αυτη η διαρκης απουσία τον ενοχλούσε – κι ας μην το παραδεχόταν στο συνειδητο μέρος του εαυτου του. Το μυαλο του άρχισε να κάνει τις ηλίθιες σκέψεις, που κάνει κάθε αντρικο μυαλο σε τέτοια περίπτωση: «με ξεγέλασε, τά ‘χει μ’ άλλον», «είναι μέσα και κάνει το κορόϊδο», «δεν με θέλει», κτλ κτλ κτλ.
Πέμπτη βράδυ, λοιπον, κι ο συνεπαγόμενος αρνητισμος όλων αυτων τον επηρέασε άσχημα. Κατσουφιασμένος χοντρα, δεν είχε όρεξη για τίποτε. Ούτε κάν για τον υπολογιστη του.

Ώσπου… χτύπησε το κινητο του. Τό άρπαξε με λαχτάρα.

«- Ναι;»

Απο την πρώτη ανάσα που άκουσε, κατάλαβε. Ήταν …εκείνη! Η Γη επανήλθε κάτω απ’ τα πόδια του Δημητράκη, για να ξαναχαθει στη στιγμη.

«- Δημήτρη;», έκανε μια γατούλα απ’ την άλλη άκρη του δικτύου.
«- Εγω είμαι! Καλησπέρα!»
«- Γιατί με ζαλίζεις; Τί θες στο σπίτι μου, και χτυπας συνεχως το κουδούνι;»

Ο Δημητράκης τά ‘χασε.

«- Νάαα…. συγνώμη… έεεεε…. συγνώμη, μωρε! Ήθελα οπωσδήποτε να σε δω, για να μιλήσουμε! Ο-πωσ-δή-πο-τε!», είπε, τονίζοντας τις συλλαβες της τελευταίας λέξης.
«- Να μιλήσουμε; δηλαδη, δεν ήθελες να κάνουμε έρωτα;»

Ο Δημητράκης τό ‘βλεπε το παιχνιδιάρικο χαμόγελο που σχηματιζόταν στο λατρεμένο στόμα, κι ας μην τό ‘βλεπε.

«- Έεεε…. ναι, κι αυτο, οπωσδήποτε. Αλλα θέλω να σου μιλήσω, γιατι αλλοιως θα σκάσω!»
«- Κοίτα τον, κοίτα τον, με το ζόρι να πει ότι θέλει να κάνουμε έρωτα! Δηλαδη, δε σ’ αρέσω πια;»

Το αόρατο χαμόγελο γινόταν πλατύτερο. Ο Δημητράκης κόντευε να σκάσει στ’ αλήθεια.

«- Μωρε… σταμάτα το δούλεμα! Δεν αντέχω! Αφου το ξέρεις πόσο πολυ θέλω να σε πάρω αγκαλίτσα, αλλα θέλω να σου πω κι ένα σωρο πράγματα!»

Το γέλιο της Άννας ήχησε δυνατώτερο απ’ την καμπάνα της εκκλησίας.

«- Πόσα πολλα;»
«- Πολλα-πολλα! Θα μιλάμε, εγω δηλαδη, για κανα τρίωρο. Μετα, δεν ξέρω πόσο θα μιλήσεις εσυ!»

Μικρη παύση.

«- Μεθαύριο Σάββατο, ακριβως στις οκτω το πρωΐ, να είσαι…», ανέφερε ένα αρκετα έρημο μέρος στα περίχωρα της πόλης. «Δεν ξέρω πώς θα πας εκει, δεν με νοιάζει! Αλλα να ξέρεις: αν δεν σε βρω, θα φύγω! Δεν θα σε περιμένω ούτε πέντε λεπτα!»
«- Εντάξει, θα είμαι! Τρέχοντας θα πάω!»
«- Καληνύχτα τώρα!»
«- Καληνύχτα, και να ξέρεις ότι Σ’ ΑΓΑΠΩ!!!«

Το τηλέφωνο έκλεισε κάπως απότομα, αλλα ο Δημητράκης έβλεπε καθαρα το χαμόγελο στο πρόσωπο της Άννας. Σα νά ‘ταν δίπλα της.
Εμπρος στην προοπτικη να συναντηθούνε πάλι, δεν τον πείραξε η ιδέα ότι είχε καταλάβει ποιος χτυπάει το κουδούνι της, αλλα δεν του άνοιγε.

Έπεσε για ύπνο, αλλα ύπνος δεν του κόλλαγε. Απ’ τη χαρα του! Και, ξαφνικα, θυμήθηκε τί του είπε η Άννα στην πόρτα, όταν έφευγε: «…- Όταν θα είσαι έτοιμος!»
Τώρα, αυτη η έκφραση αποκτούσε πλήρες νόημα. Πλην όμως…

…»- Ξέρει όσα ξέρω κι εγω, γι’ αυτο και με περίμενε να ετοιμαστω;», αναρωτήθηκε ο Δημητράκης. «Απίθανο! Πώς να τα ξέρει όλ’ αυτα;»

Σάββατο πρωΐ, κι ο Δημητράκης είχε γίνει …Έλληνας γονέας! Είχε βάλει το ξυπνητήρι στις έξι ακριβως, αλλα τού ‘δωσε μια φιλικη φάπα κι έκανε πως ξανακοιμάται. Με τα σκεπάσματά του αγκαλια, συμπιεσμένα όλα μαζι σ’ έναν μπόγο, σα γυναικείο σώμα. Στον οποίο μπόγο δεν παρέλειπε να δίνει φιλάκια κάθε λίγο.

«- Τί βλακείες κάνω, Θεε μου!», πετάχτηκε ο Δημητράκης κανα μισάωρο μετα, ετοιμάστηκε βιαστικα, και βγήκε απ’ το διαμέρισμά του.

Στις οχτω παρα τέταρτο, ήταν εκει και περίμενε, σαν εύζωνος στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Τα πλησιέστερα κτίρια ήταν στα διακόσια μέτρα απο ‘κει που στεκόταν – συνεργεία, σιδεράδικα και τέτοια, που μόλις είχαν ανοίξει. Ο ίδιος βρισκόταν επάνω σε μία διασταύρωση του κεντρικου δρόμου, που οδηγούσε έξω απ’ την πόλη, με έναν δευτερεύοντα δρόμο, που οδηγούσε σε κάτι στάνες. Ο κεντρικος δρόμος λίγο παρακάτω ξεκινούσε να γίνεται κομμάτι της εθνικης οδου, άρα ενενηνταεννια τοις εκατο θά ‘φευγαν εκτος πόλης.

Στις οκτω ακριβως, ακόμη ήταν μόνος του και χάζευε τα σπουργίτια.

Στις οκτω κι ένα λεπτο, ένα σπορ αμαξάκι τον πλεύρισε με ταχύτητα κι απότομο φρενάρισμα της τελευταίας στιγμης. Ώσπου να θαυμάσει (ή να βρίσει) την ικανότητα του οδηγου, το τζάμι κατέβηκε και η Άννα του φώναξε να μπει μέσα. Μπήκε, δέθηκε, και …απογειώθηκαν! Η Άννα οδηγούσε αρκετα γρήγορα, το σανίδωνε χωρις δισταγμο.

«- Καλημέρα!»
«- Καλημέρα!»

Της έστειλε ένα φιλάκι. Αυτη χαμογέλασε. Ντυμένη απλα, μπλούζα, τζήν, γυαλια ηλίου και σπορ παπούτσια – αλλα πάντα όμορφη. Ένα μικρο μπανανάκι ήταν πεταμένο στο πίσω κάθισμα.

Για κάμποσο, δεν αντάλλαξαν πολλες κουβέντες. Ο Δημητράκης χάζευε έξω το τοπίο, σκεπτόμενος ότι ο προορισμος τους είναι κοντα, κι εκει θα μιλήσουνε για ώρες – όπως το σχεδίαζε. Όμως όχι, όταν πλησίασαν στον προορισμο «τους», η Άννα δεν έκοψε ταχύτητα.
Τη ρώτησε αν θα πήγαιναν «εκει», αλλα η Άννα απάντησε μ’ ένα ξερο «- Όχι!». Και όντως, συνέχισε στον εθνικο δρόμο με την ίδια ταχύτητα.
Ο Δημητράκης δεν είπε τίποτε. Εδω και κάμποση ώρα, όμως, τον έκαιγε να της πιάσει το χέρι – και ξερόστριβε. Η Άννα το πρόσεξε, και του χαμογέλασε.

«- Γιατί δεν κάνεις αυτο που θέλει η καρδια σου;», τον μάλλωσε γλυκα.

Ο Δημητράκης, χαμογελώντας αμήχανα (όπως κάθε ηλίθιος), καπάκωσε απαλα το δεξι της χέρι -που πάντα βρισκόταν πάνω στον μοχλο ταχυτήτων- με το δικο του αριστερο. Για την επόμενη μία ωρα, άλλαζαν ταχύτητες μαζι.
Αρκετα πριν περάσουν δύο ώρες απ’ την αναχώρησή τους, είχαν ήδη παρκάρει …στη μεθεπόμενη πόλη απ’ τη δικη τους. Δεν είναι και μεγάλη η Ελλάδα, κάθε εκατο χιλιόμετρα έχει κι απο μία πόλη μεσαίου μεγέθους (για τα εγχώρια δεδομένα). Και γίνεται ακόμη μικρότερη η Ελλάδα, όταν οδηγει η Άννα!
«- Δεν έχεις τίποτε συγγενεις, ή γνωστους εδω;», τον ρώτησε η Άννα λίγο πριν βγουν απ’ τον εθνικο δρόμο.
«- Όχι!», είπε ο Δημητράκης, κι απο μέσα του θαύμασε την Άννα ακόμη μία φορα. Τόσο έξυπνη, όσο κι όμορφη! Όντως, τον είχε πάρει πολυ στα σοβαρα, κι ας μην του τό ‘λεγε. Τόσες προφυλάξεις, να βρεθούνε μακρια απο αδιάκριτα άτομα – και χωρις να ξέρει το τί ήθελε να της πει; Σίγουρα τον υπολόγιζε πολυ.

Βρήκαν εύκολα την πιάτσα με τις καφετέριες, και η Άννα έδειξε πως εξακολουθούσε να τηρει τις ξένες συνήθειές της – αυτες που απέκτησε στη χώρα που μεγάλωσε. Ένα γερο πρόγευμα («- Καλα… Νηστικη ήταν; Νηστικη ήρθε να με βρει;», απόρησε ο Δημητράκης, όχι χωρις κάποια ικανοποίηση) …επι δύο, διότι κι ο Δημητράκης πείναγε σαν αρκούδος. Ευτυχως που δεν είχε κόσμο, δηλαδη, διότι, εκτος του ότι δεν θ’ άκουγε κανένας άλλος την κουβέντα τους, τους εξυπηρέτησαν αμέσως. Θά ‘ταν σπάσιμο να περιμένουν όλα όσα παράγγειλαν, με φούλ πελατεία στο μαγαζι.
Ώσπου να τελειώσουν οι ομελέττες και οι φυσικοι χυμοι, δεν μίλησαν. Όταν ήρθε ο καφες…

«- Λοιπον; τί ήθελες να μου πεις;», έκανε η Άννα κάπως παγερα, απολαμβάνοντας τις πρώτες γουλιες του καφε της.

Ο Δημητράκης, κάπως αμήχανα στην αρχη, σαν αυτοκίνητο με τελειωμένη μπαταρία χειμώνα καιρο, άρχισε να μιλάει. Μετα, όμως, πήρε φόρα. Και της έλεγε… της έλεγε…
Μίλησε για τα όνειρά του με λεπτομέρειες πολλες. Σαν κερασάκι στην τούρτα, της είπε στα ίσα ότι την αγαπάει – κι ας τον θεωρει ηλίθιο, κι ας μην τον αγαπάει αυτη. Δεν τον πείραζε.

Η Άννα όλη αυτη την ώρα δε μιλούσε. Άκουγε κι απολάμβανε καφε, με το βλέμμα στο άπειρο. Με την τελευταία παρατήρηση του Δημητράκη, όμως, αντέδρασε. Άφησε τον καφε της στο τραπέζι, τον πήρε αγκαλια, και τον φίλησε στο στόμα. Φιλι με γεύση εσπρέσσο φρέντο!… Φανταστικο ήταν, σκέφτηκε ο ασυνήθιστος σε τέτοια Δημητράκης.
«- Φυσικα και σε θεωρω ηλίθιο!…», του είπε γλυκα, «που νομίζεις ότι σε θεωρω ηλίθιο!»
«- Δηλαδη, έτσι κι αλλοιως χάνω! Έγραψε!… Τελικα, είμαι ηλίθιος με πιστοποίηση!»
«- Σκάσε, ηλίθιε!», του είπε η Άννα τρυφερα, και τον ξαναφίλησε. Στις άκρες των ματιων της είχαν σχηματιστει δύο μικρα δάκρυα.
«- Έπ! Έεεεπ!», αντέδρασε κωμικα ο Δημητράκης. «Το ότι σ’ αγαπω, δεν το είπα για να κλάψεις!»
«- Γιατί όχι;», έκανε η Άννα, που αναζήτησε ένα χαρτομάντηλο στο τσαντάκι της, να σκουπιστει.
«- Επειδη… θα χαλάσει το μακιγιαζ! Για τέτοια είμαστε;», χαμογέλασε ο Δημητράκης.

Χαμογέλασε κι η Άννα.

«- Δεν πειράζει! Πες μου πάλι, μωρε, τη λεξούλα με τα έξι γράμματα! Θέλω να την ακούω!», έκανε η Άννα γλυκα.
«- Ορίστε;»
«- Σ’ αγαπω, ρε ηλίθιε!»
«- Κι εγω σ’ αγαπω!»

‘Οταν τέλειωσε κι αυτο το φιλι, ο Δημητράκης σα νά ‘χε ξαφνικα έμπνευση.

«- Θέλω να σε ρωτήσω… Έβλεπες κι εσυ τέτοια όνειρα;»
«- Πριν απο σένα! Και μερικα, ακριβως τα ίδια!»

Ο Δημητράκης ψιλοέπαθε μίαν πλάκα τινά. Μικρη σιγη.
«- Δηλαδη… ήξερες ποιος είμαι, όταν συναντηθήκαμε;»
«- Ναι! Για χρόνια σε περίμενα, αλλα δεν πήγαινε το μυαλο μου ότι μπορει και νά ‘σαι δέκα χρόνια μικρότερός μου, και μερικες δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακρια απ’ το πατρικο μου σπίτι!»
«- Και τότε, γιατί μου έκανες αυτο το χ’νέρ’ όταν συναντηθήκαμε;»

Η Άννα χαμογέλασε, και ξανακοίταξε προς το άπειρο. Γύρισε και τον χάϊδεψε.

«- Άααα, μην την ψάχνεις, εμεις οι γυναίκες είμαστε τρελλες! Ελάχιστη σχέση με τη λογικη! Έτσι μού ‘ρθε εκείνη τη στιγμη!»
Ο Δημητράκης χαμογέλασε, σα να ‘λεγε: «του τρελλου του λέμε πάντα ναι». Δεν είπε, όμως, τίποτε.
«- Και τί ήθελες να κάνω, δηλαδη; Πώς θα σου φαινόταν, αν έβαζα αμέσως τα κλάμματα μπροστα σου, κι έλεγα ότι σ’ αγαπω και ότι έχουμε ζήσει κι άλλες ζωες μαζι; Θα με περνούσες για εντελως τρελλη, και θά ‘φευγες!»
«- Ενω τώρα, μ’ αυτα που έκανες, σε πέρασα για γνωστ’κη!»

Γελούσαν τρανταχτα για κανένα δίλεπτο. Όταν ηρέμησαν…

…»- Υπάρχει κι άλλος λόγος για τη συμπεριφορα μου εκείνη τη μέρα, που δυσκολεύομαι να σου τον πω. Αλλα θα το κάνω!«, είπε η Άννα. «Όταν σε είδα, ξύπνησε μέσα μου κάτι σαν θηρίο. Θα έκανα τα πάντα, για να μη σ’ αφήσω να φύγεις!»
«- Και το κατάφερες!…», απάντησε ο Δημητράκης, κοιτάζοντας αυτος προς το άπειρο τώρα.

Μετα απο κάμποση ώρα, ο Δημήτρης θεώρησε πως θά ‘φευγαν, κι ετοιμάστηκε να βγάλει χρήματα, να πληρώσει. Όμως η Άννα παρήγγειλε ακόμη μία σοκολάτα ζεστη – σαφες δείγμα ότι θα καθόντουσαν κι άλλο.

Γύρισε ξαφνικα προς το μέρος του.

«- Υπάρχει και κάτι άλλο που θες να μου πεις!…», του είπε ξαφνικα. «…Αν και δεν το είχες προγραμματισμένο.»

Ο Δημητράκης αιφνιδιάστηκε. Η Άννα τον κατάλαβε, και του χαμογέλασε. Του έπιασε το χέρι τρυφερα.

«- Άχ, καρδούλα μου, δεν πήρες και πολλα πράγματα απο μένα! Χρειάζεσαι ακόμη φροντιστήριο!»

Ο Δημητράκης χαμογέλασε με αγάπη. Την κοίταξε στα μάτια, αλλα η Άννα τον πρόλαβε. Μίλησε πάλι πρώτη.

«- Μίλησέ μου! Άνοιξέ μου την καρδια σου! Πες μου αυτα που σε απασχολουν! Όλη η μέρα δικη μας είναι! Τί νομίζεις; ήρθαμε εδω για δύο ώρες μονάχα, και τέλος;»

Ο Δημητράκης έβγαλε έναν βαθυ αναστεναγμο, κι άρχισε να μιλάει για την πανεπιστημιακη του περιπέτεια. Της τα είπε όλα. Με το νι και με το σίγμα. Δεν παρέλειψε τίποτε. Μιλούσε για τις επόμενες δύο ώρες, κάνοντας μικρες διακοπες να πιει νερο και να πάρει ανάσες – και να διαπιστώσει αν η Άννα τον είχε κατανοήσει μέχρι το σημείο, που είχε φτάσει η κουβέντα.
Εκτος απ’ την περιγραφη των γεγονότων, της περιέγραψε και τα συμπεράσματά του: Όλος ο παρελθων πολιτισμος όλων των ανθρώπων θα περνούσε σε μία βάση δεδομένων… αυτοι που θα το έκαναν αυτο, θα έβγαζαν πολλα-πολλα-πολλα χρήματα… τώρα, και στο μέλλον. Απο εκμετάλλευση πχ των εισιτηρίων σε διαδικτυακα «ιδεατα» μουσεία, ή των πωλήσεων στ’ αντίγραφα των αρχαίων αγαλμάτων, ή την έκδοση των αρχαίων χειρογράφων, ή την ελαχιστοποίηση του κόστους σε νέες ανασκαφες. Εκει ακριβως που θα έδειχνε το γκομπιούτερ, εκει θα πήγαιναν οι εργάτες κατ’ ευθείαν και θα έσκαβαν!

Η Άννα αποδείχθηκε τόσο καλη ακροάτρια, όσο ήταν και ομιλήτρια. Όλη αυτη την ώρα του κρατούσε το χέρι, και πότε-πότε τον χάϊδευε στα μαλλια του. Όταν τέλειωσε την αφήγηση ο Δημητράκης, η Άννα άφησε το χέρι του, τραβήχτηκε πίσω στην καρέκλα της, κι έμεινε σιωπηλη. Κοιτάζοντας πέρα, μακρια.
«- Αυτοι κάπου το πάνε!», είπε μετα απο αρκετα λεπτα σιγης.
«- Χαίρω πολυ!», εκτόξευσε ο Δημητράκης, που είχε ψιλοαφαιρεθει – και του βγήκε αυθόρμητα ο τρόπος ομιλίας προς τα φιλαράκια του.

Η Άννα προφανως δεν θεώρησε την απάντηση ειρωνικη, διότι δεν αντέδρασε καθόλου. Δεν έδωσε κάν σημασία. Γύρισε προς το μέρος του.

«- Δε μου λες;», είπε. Ο Δημητράκης την κοίταξε με προσμονη. «Όταν ήσουν μικρος, δεν έπαιζες με πλαστικα τουβλάκια;»
«- Πλαστικα τουβλάκια;»
«- Ναι, αυτα που τα ενώνεις, τα συναρμολογεις, και φτιάχνεις διάφορα αντικείμενα. Ανθρωπάκια, αυτοκινητάκια, σπιτάκια, κάστρα, κτλ.»
«- Ναι! Σαφως κι έπαιζα με τέτοια!»
«- Σήμερα, πιστεύω ξέρεις καλα να προγραμματίζεις έναν υπολογιστη. Σωστα;»
«- Σωστα! Τί θες να πεις;»
«- Και στις δύο περιπτώσεις, με τα ίδια υλικα δεν φτιάχνεις διαφορετικα πράγματα;»
«- Ναι.»
«- Με τις εντολες του υπολογιστη σου, δεν φτιάχνεις διαφορετικα προγράμματα;»
«- Ναι.»
«- Αλλα οι εντολες είναι οι ίδιες κάθε φορα! Όπως και τα τουβλάκια είναι τα ίδια κάθε φορα!»
«- Σωστα! Όπως και τα άτομα, που φτιάχνουν όλες τις ενώσεις!», θυμήθηκε τη γυμνασιακη Χημεία ο Δημητράκης.
«- Ακριβως!»
«- Τί θες να μου πεις μ’ όλ’ αυτα, βρε Άννα; Δεν το κατάλαβα ακόμη!»

Η Άννα έμεινε για λίγο σιωπηλη.

«- Τα συμπεράσματά σου…»
«- Ναι;»
«- …Δεν είναι τα μόνα πιθανα!»

Δεν της απάντησε.

«- Αν ανακατέψεις τα υλικα σου, μπορει να βγει κάτι τελείως διαφορετικο, απ’ αυτο που νομίζεις τώρα!«
«- Σαν τί;»
«- Δεν ξέρω ακόμη – και δεν πάει πουθενα το μυαλο μου. Φοβάμαι ότι αυτο πρέπει να το βρεις εσυ!», ανασήκωσε τους ώμους της.

Ο Δημητράκης έμεινε σιωπηλος.

«- Και κάτι ακόμη: αυτοι βιάζονται! Και βιάζονται ΠΟΛΥ!»

«- Πού το ξέρεις αυτο;», ρώτησε ο Δημητράκης.
«- Απο ένστικτο. Δεν εμπιστεύεσαι το γυναικείο μου ένστικτο;»
Ο Δημητράκης συγκατένευσε σιωπηλος.

Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα.

«- Δε μου λες… Πότε ιδρύθηκε η σχολη σου;»
«- Πριν καμια δεκαρια χρόνια. Μμμ, για νά ‘μαι ακριβης, λιγώτερα. Γιατί;»
«- Δεν υπήρχαν σχολες Πληροφορικης στην Ελλάδα πιο πριν;»
«- Υπήρχαν!… Πολλες!… και με πολλους αποφοίτους. Πάρα πολλους!»
«- Έ, λοιπον, όντως κάποιοι βιάζονται! Μόλις πήραν χαμπάρι τί ακριβως θέλουν και πότε το θέλουν, έβαλαν μπρος τη σχολη σου!«, συνεπέρανε η Άννα θριαμβευτικα.
«- Γιατί να φτιάξουν καινούργια σχολη; δεν τους αρκούσαν οι ήδη υπάρχουσες;», απόρησε ο Δημητράκης.
«- Για να την ελέγχουν απόλυτα, καρδούλα μου!… Γι΄αυτο!…»

Ο Δημητράκης σοβάρεψε. Πολυ. Το μυαλο του έπιασε αστραπιαία τις κρυφες πτυχες των γεγονότων, που του είχαν διαφύγει τελείως μέχρι τότε.
Δαγκώθηκε, κι η Άννα το πρόσεξε – κι επενέβη, επειδη το τιμόνι της κουβέντας πήγαινε ολοταχως σε ξέρα.

«- Πάντως, πίστεψέ με, εκτος απο ηθοποιος που είμαι, ξέρω και να μαγειρεύω!», του χαμογέλασε η Άννα. «Με τα ίδια υλικα φτιάχνω διαφορετικα φαγητα! Κάποτε θα σου μαγειρέψω και σένα, τζουτζούκο μου, να δεις τί προκομμένο κορίτσι είμαι!», του είπε παιχνιδιάρικα, τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμο του.

Το αγαπημένο άρωμα, που έβγαινε απ’ τ’ ανοιχτο πουκάμισο της Άννας, μετέτρεψε ένα συγκεκριμένο μέρος της ανατομίας του Δημητράκη σε κάγκελο. Χαμογέλασε, αλλα κρατήθηκε ψύχραιμος. Η Άννα το πρόσεξε, έσκυψε, και ξεκούμπωσε και το δικο του το πουκάμισο.
Ο Δημητράκης έκανε να τραβηχτει πίσω, αλλα η Άννα τον είχε ήδη προλάβει.
«- Γιατί τραβιέσαι πίσω, Δημήτρη;», τον πείραξε. «Τί κρύβεις αυτου; Για να δω!», είπε.

Ο έρμος ο Δημητράκης δεν έκρυβε τίποτε, αλλα οι μελανιες απ’ τα δαγκώματα της Άννας πριν μία εβδομάδα, ήταν ακόμη εκει.

«- Δαγκωματιες!», είπε η Άννα, χαμογελώντας θριαμβευτικα. «Πάπάπάααα, η λυσσάρα, κοίτα τί τού ‘κανε του παιδιου! Πώπώωωω, σα δε ντρέπεται η πουτάνα!», ξανάπε η Άννα, και τα τζάμια της καφετέριας κόντεψαν να σπάσουν απ’ τα γέλια και των δυο τους.

Όταν τελείωσε αυτο το κύμα γέλωτος, ήταν σειρα του Δημητράκη να την πειράξει.
«- Μια που είπες ότι θα μου μαγειρέψεις, θες να πάμε σε καμια ταβέρνα, να δανειστούμε κατσαρόλες;»
Η Άννα χαμογέλασε.
«- Δεν θα μας δώσουν, αλλα θα μας δώσουν φαγητο έτοιμο… ελπίζω! Θεε μου, δεν το πιστεύω! Πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα με την κουβέντα μας! Είναι ώρα να τιμήσουμε το ντόπιο φαγητο! Πεινας, δεν πεινας;», του είπε. «Πες ναι, αγάπη μου, επειδη εγω πεινάω πάλι!»

Άλλο που δεν ήθελε ο Δημητράκης.

Όταν πήγε να βγάλει χρήματα να πληρώσει, έφαγε μια γερη τσιμπια με νύχια στο χέρι, κι έκανε πίσω απ’ τον πόνο. Όλο το ποσον το πλήρωσε αυτη.
Στον δρόμο, όμως, ένοιωσε την τρυφερότητα του χεριου της Άννας, να κρατάει το δικο του.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε ομαλα κι ευχάριστα. Όντως τίμησαν το ντόπιο φαγητο… και το ντόπιο κρασι. Η Άννα φάνηκε σοφα προνοητικη γι’ ακόμη μία φορα: είχε φροντίσει να εξαντλήσει τη σοβαρη κουβέντα με τον καφε, επειδη το δυνατο, καλο ντόπιο κρασι έριξε το ζευγάρι σε μία γλυκεια ημινύστα.

Το απόγευμα έκαναν βόλτα στην πόλη, μετα ξαναπήγαν για καφε να στανιάρουν… και για φροντιστήριο ηθοποιΐας!

Ξαναπέρασε η ώρα, βράδυασε, κι εκει που ο Δημητράκης απορούσε για το πότε θα γυρίσουν, κατάλαβε πως ο Παράδεισος μπορει να έχει πολλες μορφες.

Μπορει να μοιάζει μέχρι και με απρόσωπο επαρχιακο ξενοδοχείο β’ κατηγορίας, δι’ εμπορικους αντιπροσώπους.

Advertisements