έσα στον «πυρετο του πολέμου», ο Δημητράκης είχε ξεχάσει μία βασικη αρχη των χακεράδων: να δει σε ποιον τόπο βρισκόταν ο γκομπιούτερζ, του οποίου τα περιεχόμενα «απαλλοτρίωσε».
Ο κόσμος ολόκληρος είναι πλέον ένα μικρο χωριο, αλλα, βλέπεις, εαν στην Ελλάδα είναι μεσάνυχτα και κάτι, αυτο ουδόλως σημαίνει ότι και στον υπόλοιπο κόσμο είναι σκοτάδι.

Ο Δημητράκης με το που τελείωσε τη χακια, σκέφτηκε τί είχε παραλείψει, και τρόμαξε …αναδρομικα! «- Εφτα έως δέκα ώρες πίσω, μας κάνει απόγευμα μέχρι νωρις το βράδυ! Όλο και κάποιος θά ‘ταν ξυπνητος!…», ίδρωσε.
Αλλα ήταν τυχερος. Ψυχραιμότερες σκέψεις, συν ένα ντί-έν-ές-λουκάπ του έδειξαν μόλις δύο ώρες πίσω απ’ την Ελλάδα!… Σε χώρα δύο ώρες καθυστερημένη χρονικα, χιλιάδες χρόνια καθυστερημένη νοητικα («- Είναι τόσο βλάκες, που ούτε για δούλοι δεν κάνουν!», είχε πει ο Κικέρων), και δεκαδες χιλιάδες χρόνια καθυστερημένη ψυχικα.

Αυτο κι αν ήταν έκπληξη για τον Μητσάκο! Μόλις δύο ώρες πίσω, σ’ ένα χωριο ονόματι (στη γλώσσα των ιθαγενων) «Βοϊδοπερασιά».
«- Πρόσεχε, όμως, μαλάκα μου!», είπε ο Μήτσος, με το που πέρασε η πρώτη έκπληξη. «Μ’ αυτους, μη χαλαρώνεις ούτε στιγμη!»

Είχε περάσει κανας μήνας, που έβαλε το κλάστερ να δουλεύει, και σχεδον είχε ξεχάσει την ύπαρξή του, όταν ένα απόγευμα γύρισε σπίτι και είδε στην κεντρικη οθόνη ένα τεράστιο «σμάϊλυ». Το κλάστερ είχε βγάλει αποτέλεσμα!
Ευχαριστημένος τα μάλα, πήρε το «κλειδι» κι άρχισε τις δοκιμες με όσα αρχεία είχε κατεβάσει απ’ τον «στόχο» του. Ταυτόχρονα, κανόνισε να κοιμηθει καλα εκείνο το απόγευμα, ώστε τις «μικρες ώρες» να κάνει ακόμη μία …επίσκεψη. Αυτη, και μερικες που ακολούθησαν, του έδειξαν πώς δούλευε το «κύκλωμα» σ’ αυτο το επίπεδο.

Ο τύπος αυτος άφηνε συνέχεια on-line τον υπολογιστη του, μη φοβούμενος ότι κάποιος μπορει να διαβάσει τα κρυπτογραφημένα κείμενα που λάμβανε. Προφανως τα έπαιρνε σε κάποιον φορητο υπολογιστη εκτος δικτύου και Διαδικτύου, για να τ’ «ανοίξει» και να τα διαβάσει με την ησυχία του. Κι επίσης προφανως, είχε ένα προγραμματάκι «διαχείρισης έργου», για να τακτοποιει αυτόματα τις νεώτερες εκδόσεις όσων ελάμβανε.
Ο Δημητράκης αυτα τα βρήκε εύκολα, όπως βρήκε απ’ τις στάμπες ημερομηνίας-ώρας ότι η αποστολη στο γκομπιούτερζ του μυστηριώδους παραλήπτη γινόταν συντονισμένα κάθε Παρασκευη. Άρα, ο δικος μας τα αντέγραφε σε άλλον υπολογιστη, για να κάτσει το Σού-Κού να τα διαβάσει με την ησυχία του.

Το θέμα είναι… εαν αυτος ο παραλήπτης ήθελε ν’ ανταλλάξει απόψεις με τους αποστολεις, τί έκανε; τηλέφωνο; επικίνδυνο! Σκάϋπ; τα ίδια! Κρυπτοφωνημένο τηλέφωνο; Κι αυτο επικίνδυνο – ακόμη περισσότερο! Αυτο-καρφωνόταν σε άλλες «υπερεσίες», που προφανως δεν τις ήθελε να μπλέξουν ανάμεσα στα πόδια του επ’ ουδενι.
Η-μέηλ; ούτε…
Η απάντηση ήταν οι συχνες-πυκνες απουσίες του μυστηριώδους μεσήλικα, κάθε δύο… τρεις βδομάδες. Προφανέστατα στο εξωτερικο, να βρεθει με τον άλλον ν’ ανταλλάξουν απόψεις. Μακρια απο ενοχλητικα αυτια και κινητα, και προφανως σε ηλεκτρομαγνητικα απομονωμένο χώρο.

Όλα καλα, αλλ’ αυτα ήταν ξένα ζόρια – κι ο Μητσάκος, όλως λογικως, δεν τα τραβούσε. Καιρος, λοιπον, να δει τί έγραφαν τα υπόλοιπα ακαδημαϊκα θύματα.

Ο κατα τύχη πρώτος, ένας ηπαπαραίος ονόματι Τόμας, είχε αντικείμενο στην Αστρονομία;… Αστροφυσικη; Αστρο-κατιτίς, τέλος πάντων: «Σόλαρ σύστεμ μάλτιπλετζ»!, ήτοι: «Πολλαπλότητες σε αστρικα συστήματα». Αρκετα ενδιαφέρον, με ωραίες ιδέες του τύπου: «τί θα γινόταν, αν;» Προσομοιώσεις, αστρονομικα δεδομένα, «άγρια» Μαθηματικα… ο τύπος είχε ιδρωκοπήσει τα μέγιστα τον κώλο του στο διάβασμα. Είχε ξεσκιστει. Έριξε γκασμα, κατα το κοινως λεγόμενον.
Πολυ ενδιαφέροντα συμπεράσματα… πχ για κάποιον λόγο, τα ηλιακα συστήματα έχουν αριθμο πλανητων πολλαπλάσιο του τρία.

Παρακάτω, ο Μήτσος συνάντησε την εργασία μιας Γαλλιδούλας, της Συλβί. Αυτη συνεργαζόταν με το Ινστιτύ Ορτοντόξ ντε …Παγί, και η εργασία της είχε ως θέμα: «Τί κρατάνε οι άγιοι στην …Αζιογκραφί Ορτοντόξ»!



«- Τί να κρατάνε, ρε; Λαμπάδα-Τρανσφόρμερ!», είπε ο Δημητράκης γελώντας. «Την κοιλια τους απ’ τα γέλια κρατάνε, με τις μαλακίες που γράφεις εδω πέρα! Και τ’ @@ τους, που νομίζεις ότι θα γίνεις και προφεσσόρα!», συμπλήρωσε. «- Ππού ππά, ρε Καρασυλβί! Ππού ππά, ρε!», είπε, μιμούμενος τον Αυλωνίτη. «Κοίτα, ρε, πώς πάει ο κόσμος να φτιάξει ακαδημαϊκη καριέρα!», μελαγχόλησε ο Δημητράκης.

Ο επόμενος ήτο Μεξικανος. Ο Χουαν είχε ως αντικείμενο ένα παρόμοιο με το δικο του, «Γιατί οι πόλεις των Μάγιας παράκμαζαν σε εκατο χρόνια». Όντως, οι Μάγιας εγκατέλειπαν τελείως τις πόλεις τους μετα απο 100 χρόνια, και πήγαιναν αλλου κι έκτιζαν ολόκληρη πόλη απ’ την αρχη.
«- Επειδη γέμιζαν οι βόθροι, και δεν υπήρχε Αχόρταγος να τους αδειάσει!», μονολόγησε ο Δημητράκης. «- Σκέφτηκες, ωρε καρα-Χουαν, τις συνέπειες απο εκατο χρόνια συνεχες χέσιμο;»



Άλλος, πάλι, ένας Ιταλος της Καλων Τεχνων, έκανε εργασία στα αναγεννησιακα βιτρω. Ο άνθρωπος έκανε ολόκληρη έρευνα επάνω στις κινήσεις του Ηλιακου μας συστήματος, για να δει πώς συνδυάζεται η μεταβολη του ηλιακου φωτος με τις αναπαραστάσεις των βιτρω των καθολικων ναων, και τυχον κρυμμένα μηνύματα σ’ αυτες!

Ο Δημητράκης δεν έβγαλε νόημα απ’ όλ’ αυτα. Προς στιγμην θεώρησε ότι απλα αυτο είναι ένα διεθνες κύκλωμα, όπως οι αρχαιοκάπηλοι, που εκμεταλλεύεται τους έξυπνους φοιτητες για σοβαρες εργασίες απλήρωτες. Τώρα, βέβαια, ποιος ωφελείται, εαν οι εργασίες αυτες πουληθουν; Τυχον μουσεία; Ίσως… Νόημα, όμως, δεν έβγαινε.

Όμως, ο Μήτσος συνέχισε για κάμποσο τις «απαλλοτριώσεις» των καινούργιων εκδόσεων, σχεδον απο συνήθεια. Οι νυκτερινες επισκέψεις στον ξένο υπολογιστη, του είχαν γίνει περίπου εθιστικο ναρκωτικο!
Κι ο ίδιος δεν καταλάβαινε γιατι αφιέρωνε μία ώρα απ’ τη ζωη του ένα στα τόσα βράδυα γι’ αυτη τη δουλεια, μέχρις ότου πρόσεξε αυτο που ίσως ο «ανώτερος εαυτος του» ήξερε: μία εργασία είχε καιρο ν’ ανανεωθει. Κόντευε μήνας!

Απο ένα ίντερνετ καφέ, σαν ανώνυμος χρήστης, «γκούγκλισε» για τους συγγραφεις… με το σκεπτικο πως, όλο και κάποια πανεπιστημιακη επετηρίδα θα έγραφε κάτι γι’ αυτους. Ειδικα αν ήταν μεταπτυχιακοι, τότε σίγουρα θα είχαν φωτογραφία και σύντομο βιογραφικο σε κάποια πανεπιστημιακη ιστοσελίδα.
Μετα απο κανα μισάωρο, έπεσε σε …νεκρολογία: Ο Τόμας δεν ανανέωνε την εργασία του, επειδη -απλούστατα- είχε αυτοκτονήσει πριν δώδεκα μέρες! Σε κάποιο -ξεχασμένο απο Θεο κι ανθρώπους- επαρχιακο «κάμπους», είχε πηδήσει στο κενο απ’ την ταράτσα της φοιτητικης εστίας, φωνάζοντας ακατάληπτα πράγματα. Αυτόπτες μάρτυρες βεβαίωσαν ότι, πριν πηδήσει στο κενο, ούρλιαζε πως: «- Οι κεραυνοι του Δία θα σας κάψουν!», κι έδειχνε το κτίριο της πρυτανείας. Όλοι επιβεβαίωσαν ότι δεν έπινε και δεν έπαιρνε ναρκωτικα, κι όλοι το απέδωσαν σε ψυχολογικη κατάρρευση μετα απο υπερβολικη κούραση.

«- Παπαριες!», αγανάκτησε ο Δημητράκης, «Αυτα τα πράγματα δεν γίνονται ξαφνικα! Όταν καταρρέεις, αυτο γίνεται σταδιακα! Ά-μάααααν!!! Πού μπλέξαμε!…», μονολόγησε. «Οι τύποι δεν αστειεύονται!…

…Αλλα ούτε κι εγω αστειεύομαι!», κατέληξε.

Κοίταξε δεξια-αριστερα, κανεις δεν τον πρόσεχε. Οι «συμφώνως τωι νόμωι» κάμερες «ασφαλείας» του καφέ, ούτ’ αυτες δούλευαν – εκτος κι αν παρακολουθούσαν τις μύγες στα ντουβάρια. «- Αθάνατη μαμα Ελλας!», ψιθύρισε ευχαριστημένος ο Δημητράκης, πλήρωσε, κι έφυγε πεισμωμένος ν’ ανακαλύψει τί σημαίνουν όλ’ αυτα.

Advertisements