Αρχική

Σαν παραμύθι – IVβ

17 Σχόλια

Άννα τον κοίταξε στα μάτια. Προσεκτικα. Για λίγο.

«- Κρατας μυστικο;»
«- Ναι!», έκανε ο Δημητράκης, και φίλησε τα δυο του δάχτυλα σταυρωμένα.
«- Όταν κάνεις έρωτα, γεφυρώνονται πολλα περισσότερα απο δύο σώματα. Σκέψεις, συναισθήματα… Γι’ αυτο έχω πρόσβαση στη σκέψη σου! Θα μπορούσες κι εσυ να καταλάβεις τί σκέπτομαι εγω, αν προσπαθούσες λιγάκι. Αυτο, εκτος του ότι το ξέρω απο εμπειρία, το διδαχτήκαμε και στη σχολη.»
«- Σχολη; Άαααα, κατάλαβα! Τη σχολη ηθοποιων που έβγαλες!»
«- Ακριβως!»
«- Προχωρημένα πράγματα!… Σαν το Άκτορς Στούντιο!», είπε ο Δημητράκης, κι ανέσυρε όλες τις σκόρπιες γνώσεις του περι ηθοποιΐας, που είχε αποκτήσει απο τα ιντερνέτια. «Εκει που διδάσκουν τη μέθοδο Στανισλάφσκυ!», συμπλήρωσε θριαμβευτικα, «που τους βάζουν κολλύριο στα μάτια για να διαστέλλονται οι κόρες, κι έχουν φωτισμο απο κάτω με λυχνίες, να τρεμοπαίζει η φλόγα και να φαίνονται οι ηθοποιοι επιβλητικοι!», έδωσε ρέστα ο Δημητράκης.

Αμέσως σηκώθηκε όρθιος, και φώναξε: «- Βαγιάρρρ! Βαγιάρρρ!!!», μιμούμενος φωνη Ρώσσου βαρύτονου… εκει που ο Μέγας Πέτρος φωνάζει τους βογιάρους, στην ταινία του Αϊζενστάϊν.

«- Πώς είπες;», ρώτησε η Άννα χαμογελαστη, χαζεύοντάς τον.
«- Βαγιάρρρ! Βαγιάρρρ!!!», ξαναέκανε ο Δημητράκης.
«- Πώς;», ξαναρώτησε το χαμόγελο.

Ο Δημητράκης σταμάτησε απότομα.

«- Ά παράτα με, μωρη, εσυ με δουλεύεις!»

Λύθηκαν κι οι δυο στα γέλια. Ο έρμος ο Δημητράκης αγνοούσε ότι οι ηθοποιοι αρέσκονται να κάνουν τέτοιες πλάκες στους μη ηθοποιους, στις παρέες.

Η κουβέντα σιγα-σιγα σοβάρεψε. Ο Δημητράκης ρωτούσε για χίλια-δυό, και η Άννα του απαντούσε γι’ άλλα χίλια-δυό. Του εξήγησε το γιατί επηρεάστηκε τόσο απο τη φωνη της, που την υπάκουσε κι έκανε όσα έκανε.

«- Αυτα είναι γραμμένα στα γονίδιά μας, Δημήτρη! Δεν τα σκεπτόμαστε!»,
του είπε η Άννα. «Για παράδειγμα, συριχτη φωνη για το ανθρώπινο μυαλο σημαίνει αυτομάτως κίνδυνος! Γι’ αυτο κι εσυ -χωρις να το θες, χωρις να το σκεφθεις- πήρες αμέσως αμυντικη στάση, όταν σε διέταξα να γδυθεις. Και υπάκουσες αμέσως, επειδη ενστικτωδως μετρούσες τη δύναμη του εχθρου σου, και κοίταζες να κερδίσεις χρόνο, μέχρι να βγάλεις συμπέρασμα!«
«- Ουάου!», ανέκραξε ο Δημητράκης.
«- Εντάξει, δε λέω, έβαλα και λίγη σκηνοθεσία με το πιστόλι-αναπτήρα!»
«- Πάντως, μ’ έκανες κομμάτια! Με το τίποτε, μπορω να πω… Με μερικες φράσεις μονάχα!»

«- Δημήτρη, να θυμάσαι καλα αυτο που θα σου πω: στον Μεσαίωνα, οι άνθρωποι έλυναν τις διαφορες τους με τα σπαθια!», του είπε η Άννα. «Στην εποχη μας, όμως, ο λόγος αντικατέστησε το ξίφος. Επομένως, μην απορεις που μάθαμε τόσα κόλπα! Έπρεπε να γίνουμε καλοι ξιφομάχοι!«
«- Κι ο δικος σου ο εχθρος ποιος είναι, Άννα;»
«- Μα… το τέρας με τα χίλια κεφάλια! Το κοινο!»
«- Γιατί;»
«- Πρώτον, επειδη στο εξωτερικο, όπου μεγάλωσα και σπούδασα, δεν αστειεύονται. Έτσι και δεν κάνεις καλα τη δουλεια σου, θα σε κράξουν τόσο άγρια, που θα σε σβήσουν επαγγελματικα. Εδω, στην Ελλάδα, γλυτώνουμε μ’ ένα ψυχρο χειροκρότημα, κι αυτο είναι όλο.
Και δεύτερον… Δεν μπορω να σου εξηγήσω, αν δεν έχεις την ψυχολογία του ηθοποιου. Ξέρεις πόσες φίρμες της ηθοποιΐας κατεβάζουν ολόκληρα ουΐσκια, πριν βγουν στη σκηνη;»
«- Λες, έ;»
«- Το ξέρω, λόγωι δουλειας. Τό ‘χω δει. Σε βεβαιώνω γι’ αυτο.»

Ο Δημήτρης έμεινε για λίγο σιωπηλος, ν’ αφομοιώσει τις νέες πληροφορίες.

«- Καλα… και γιατί χρειάστηκε να μάθετε τόσα πράγματα;»
«- Και τί έπρεπε να μάθουμε, κατα τη γνώμη σου;»
«- Μμμμ… ξέρω ‘γω; Ορθοφωνία, καναδυο ξένες γλώσσες, τραγούδι, χορό, κίνηση, κινησιολογία… κανόνες μνήμης, να μην ξεχνάτε τα λόγια σας… Δεν φτάνουν αυτα;»

Η Άννα χαμογέλασε.

«- Δημήτρη, όχι. Δεν φτάνουν! Όχι στην εποχη μας! Τα πάντα εξελίσσονται, ακόμη και η ηθοποιΐα. Ακομη και οι ηθοποιοι! Εγω, ας πούμε, σου φαίνομαι ότι είμαι το ίδιο με τις χοντρες εκείνες, που φορούσαν κρινολίνα κι έπαιζαν στις βουβες ταινίες του 1900;
Να σ’ το θέσω αλλοιως: Αν μία απο εκείνες τις ηθοποιους του 1900 έπαιζε πχ Μήδεια, κι αν την παίξω εγω, θα είναι το ίδιο;»

«- Σαφως όχι!»
«- Άρα, κατάλαβες τί εννοω!»
«- Ναι!…»
«- Εμεις κάνουμε με το σώμα και τη φωνη μας, αυτο που οι συγγραφεις κάνουν με την πέννα τους: διαπερνουν τους λογικους φραγμους του αναγνώστη, και χτυπάνε κατ’ ευθείαν στο συναίσθημά του. Εμεις έχουμε ως στόχο τον θεατη. Γι’ αυτο και μάθαμε τόσα πολλα! Μέχρι και μάθημα Ψυχολογίας κάναμε!»
«- Μάλιστα!…»
«- Να μην το παινευτω, αλλα στη σχολη μας γίνεται τόσο καλη διδασκαλία, που ερχόντουσαν για μάθημα μέχρι και άσχετοι, που δεν διστάζανε να πληρώσουν τα δίδακτρα, για ν’ ακούσουν τα μαθήματα! Μέχρι και κατάσκοποι, να σκεφτεις!»
«- Κατάσκοποι;! Και πώς το ξέρεις αυτο; Το ομολόγησαν;»

Η Άννα γέλασε τρανταχτα.

«- Κοίτα, εκτος απ’ όσα μαθαίνονται με τα κουτσομπολια, αυτοι διακρίνονται απο δύο πράγματα: πρώτον, είναι υπερόπτες. Αδικαιολόγητα υπερόπτες. Και δεύτερον… ξέρεις, τους δίνουνε ένα επάγγελμα ψεύτικο, να λένε στον κόσμο ότι αυτη είναι η δουλεια τους. Έ, λοιπον, μερικοι δεν κολλούσαν με τίποτε με το δήθεν επάγγελμά τους. Άρα, τί κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;»
«- Ο κατάσκοπος!»
«- Μπράβο, βρε! Μαθαίνεις!», είπε η Άννα. «Μην ξεχνας ότι μέχρι κι ο Χίτλερ είχε πάρει μαθήματα ηθοποιΐας!«
«- Δε μου λες, όμως… Γιατί να σε πιστέψω εσένα, ότι είσαι ηθοποιος, και δεν είσαι κι εσυ κατάσκοπος; Γιατί να πιστέψω ότι το πιστόλι στην τσάντα σου είναι ψεύτικο;»
«- Πολυ σωστη ερώτηση, και μπράβο σου, είσαι πανέξυπνος! Κατάσκοπος είμαι κι εγω! Μπράβο Δημήτρη, το βρήκες! Δεν είμαι ηθοποιος!», έκανε η Άννα, σοβαρη-σοβαρη.
«- Ώχ ώχχχ!!!…», έκανε ο Δημητράκης.
«- Και, ξέρεις κάτι; Τόση ώρα, που κάναμε έρωτα, μας έπαιρνε η κρυφη κάμερα! Φυσικα, το βίντεο θα το κρατήσω εγω, για να σ’ εκβιάζω!», είπε η Άννα θριαμβευτικα.
«- Ώχχχχχ!!!»
«- Ξέρεις, όμως, κάτι ακόμη; Το κακο είναι, πως δεν δίναμε καλη γωνία στην κάμερα! Άρα, πρέπει να ξαναδοκιμάσουμε!», είπε η Άννα με άγρια χαρα, και του όρμησε.

Είχε προχωρήσει για τα καλα η νύχτα, όταν η Άννα του είπε γατουλιάρικα:
«- Δημήτρη, θα σε παρακαλούσα να φύγεις! Θα ήθελα να μείνω μόνη, να κάνω ένα μπάνιο και να τεντωθω στο κρεββάτι, να χαρω ύπνο! Είμαι πολυ κουρασμένη!»
«- Έ, έβαλα κι εγω το χεράκι μου!», καμάρωσε ο Δημητράκης.
«- Άαααα, κοίτα τον, κοίτα τον, το παίρνει απάνω του! Ορίστε μας!», έκανε η Άννα με ύφος θυμωμένο. «Άκου, κύριε! Ήμουν ήδη κουρασμένη προτου έρθεις εσυ, και δεν χρειάστηκε να βάλεις το χεράκι σου, ή οποιαδήποτε άλλη προεξοχη του σώματός σου, για να κουραστω!»
«- Εντάξει, βρε!», είπε ο Δημητράκης. «Δεν πιστεύω να θύμωσες!»
«- Όχι, δεν θύμωσα», απάντησε η Άννα τρυφερα, «αλλα αν επιμείνεις να μείνεις εδω για τη νύχτα, θα θυμώσω πραγματικα!»
«- Εντάξει, το σέβομαι. Μπέσα!», είπε ο Μήτσος, κι άρχισε να ντύνεται.

Τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα. Ολόγυμνη, ξυπόλητη, με ανακατεμένα μαλλια, πανέμορφη, περήφανη. Στοιχειό της Φύσης! Γυναίκα με κεφαλαίο «Γ».
Άνοιξε την πόρτα λίγο, ίσα-ίσα να βγει ο Δημητράκης, κι αυτη κρυβόταν απο πίσω.
«- Καληνύχτα!», είπε ο Δημητράκης.
«- Καληνύχτα!»

Έκανε να κλείσει την πόρτα τελείως.

«- Πότε θα σε ξαναδω;», την πρόλαβε χαμογελαστος με σιγανη, χαϊδευτικη φωνη.

Η Άννα χασμουρήθηκε.

«- Όταν θά ‘σαι έτοιμος! Καληνύχτα!»

Δεν της απάντησε. Της έστειλε ένα φιλι με το χέρι, όπως κάνουν τα παιδάκια, του το ανταπέδωσε, κι έκλεισε την πόρτα οριστικα.
Ο Δημητράκης κατέβηκε αργα και προσεκτικα απ’ τις σκάλες, να μην κάνει θόρυβο και προδώσει την Ωραία Κοιμωμένη του στους κουτσομπόληδες.

Όχι, δεν ήταν άσχετος με το θέμα. Είχε ξανακάνει έρωτα, αλλα το αποψινο δεν συγκρινόταν με τίποτε, απ’ αυτα που είχε βιώσει πιο πριν. Έ, τώρα, το ίδιο είναι ο τυφώνας «Άννα», με το να κάνει έρωτα στα βιαστικα, στο σχόλασμα απ’ το φροντιστήριο, στις (εντάξει, μεγάλες και καθαρες…) τουαλέττες της γνωστης φίρμας ταχυφαγείων; Με τη συμμαθήτριά του – ή, έστω, σ’ ένα στενο κρεββάτι με κάποια ψωροπερήφανη φοιτήτρια απο κάποια άλλη σχολη, που δεν ήθελε να τον ξαναδει;

Όχι δα!

Αυτα σκεφτόταν, όσο πήγαινε προς το σπίτι του, περπατώντας στον καθαρο νυχτερινο αέρα… υπο την επήρεια της γλυκιας ολοκληρωτικης παράλυσης, που αισθανόταν στους προσαγωγους. Το πώς έφτασε τελικα στο ταπεινο του φοιτητικο διαμέρισμα, και δεν σωριάστηκε στο δρόμο απο εξάντληση, να κοιμηθει εκει, καταγης, ήταν ένα θαύμα.

Κατάφερε και βρήκε τη δύναμη να ξεκλειδώσει, να μπει μέσα, ν’ αφήσει τα πράγματά του, να ξεντυθει, να πάει για κατούρημα, και να πέσει στο κρεββάτι. Έκλεισε αμέσως τα μάτια του… σα να του τά ‘κλεινε ένα χέρι αγαπημένο, βελούδινο, με χαρακτηριστικο άρωμα, που δε χόρταινε ο Δημητράκης να μυρίζει. Σα να τον νανούριζε μια γνωστη φωνη, που ακουγόταν μόνο γι’ αυτον. Που μιλούσε μόνο στ’ αυτια του.

Σ’ ελάχιστα δευτερόλεπτα, η αιθέρια φωνη τον παρέδωσε στον Μορφέα.

Ο ύπνος του, όμως, δεν θα ‘ταν ποτέ πιά ο ίδιος.

Σαν παραμύθι – IVα

5 Σχόλια

Δημητράκης ήταν προκομμένο παιδι. «Έπιαναν» τα χεράκια του! Έτσι, αφου πέρασε το πρώτο κύμα της φοιτητικης του εγκατάστασης, το φθινόπωρο που ήταν πρωτοετης, έπιασε «κοννέξια» με άτομα που τον ενδιέφεραν.
Για τα γκομπιούτερζ του και τα παρελκόμενά τους, κατέληξε σε κάποιο τοπικο κατάστημα -έπειτα απο μία έρευνα αγορας-, απο το οποίο ψώνιζε σχεδον αποκλειστικα. Τον πρώτο καιρο έδινε χρήματα κι αγόραζε… έδινε χρήματα κι αγόραζε… Κάμποσους μήνες μετα έγιναν φιλαράκια με τον ιδιοκτήτη, μέχρι που τον κέρναγε τζάμπα καφέδες τον Δημητράκη. Και τέλος έγινε τρόπον τινα συνέταιρος.
Ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου καταστήματος του έκανε πάσα ένα σωρο πελάτες για σέρβις, για να έχει ο ίδιος ήσυχο το κεφάλι του απο πολλες πλευρες. Ας πούμε, σε κάποιες περιπτώσεις δεν άξιζε κάν τον κόπο να κόψει παραστατικα. Τί μηχανήματα εκτος εγγύησης, τί παλιους ΗΥ, τί δύστροπους πελάτες, τί διαλυμένους υπολογιστες απο ζωηρα παιδάκια, ό,τι φανταστεις!

Ο Δημητράκης έκανε θαύματα. «Θεράπευε» τους διαλυμένους υπολογιστες, έβρισκε νέες χρήσεις για μηχανήματα που τά ‘χαν για πέταμα, και φυσικα γέμιζε την τσέπη του με καλο παραδάκι. Και η ζωη κυλούσε όμορφα… εκτος απ’ την εργασία, που δεν έλεγε να τελειώσει – ν’ απαλλαγει κι απ’ τις φάτσες που τις έβλεπε, και του γύρναγαν τ’ άντερα.

Το τηλεφώνημα που δέχτηκε, αλλα τον διέκοψε η Λενάρα, ήταν ακριβως απ’ το μαγαζι αυτο. Ο φιλαράκος του ο ιδιοκτήτης τον παρέπεμψε σε μία άσχετη κυρία, απ’ αυτες που απλα λένε: «- Το γκομπιούτερζ χάλασε», και τρέχεις εσυ να βρεις τί σημαίνει αυτο το «χάλασε».
Μάλλον είχε γεμίσει ιους και δεν ήξερε πώς ν’ απαλλαγει απο δαύτους.

Νωρις το απόγευμα της επόμενης ημέρας απ’ την επεισοδιακη συνάντηση με τη Λενάρα, ο Δημητράκης -φορτωμένος με την εργαλειοθήκη του- χτυπούσε ένα κουδούνι σ’ ένα διαμέρισμα.
Του άνοιξε μία όμορφη, καλοντυμένη νέα γυναίκα, κάπου δέκα χρόνια μεγαλύτερή του. Ψυχρη, τυπικη συμπεριφορα, κι ανάλογο ντύσιμο. Κάτι σαν στέλεχος εταιρίας. Του μίλησε στον πληθυντικο: «- Περάστε, εδω είναι ο υπολογιστης. Ό, τι χρειαστείτε, φωνάξτε με.» Ο ίδιος δεν ήξερε αν πρέπει να τη συμπαθήσει, ή να την αντιπαθήσει, αλλα δεν θά ‘θελε με τίποτε να την έχει αφεντικο. Φαινόταν απ’ τις γυναίκες που αντιγράφουν τα χειρότερα αντρικα ελαττώματα, και νομίζουν πως κάτι σπουδαίο έκαναν.
Τέλος πάντων, δεν θα την παντρευόταν κιόλας. Τί τον ένοιαζε;

Όντως, το γκομπιούτερζ ήταν τίγκα στους ιους, ωσαν εργαστήριο βιολογικου πολέμου. Ο Δημητράκης έβγαλε το ηλεκτρονικο απολυμαντικο, κι ανέλαβε δράση. Σε καμια ώρα, δουλεύοντας μόνος του στο γραφείο του σπιτιου, είχε τελειώσει. Το γκομπιούτερζ θα παραδιδόταν στις αγκάλες της υγιους κοινωνίας καθαρο κι αποτοξινωμένο!
Μάζεψε την τσάντα του και φώναξε την κυρία να της πει ότι τελείωσε. Αυτη όντως ήρθε, τον κοίταξε, και του είπε: «- Ελάτε μια στιγμη απο ‘δω, παρακαλω!»
Ο Δημητράκης την ακολούθησε σ’ ένα άλλο δωμάτιο, που ήταν η κρεββατοκάμαρα, αλλα δεν του έκανε εντύπωση. Εκει υπήρχε κι ένα μικρο τραπέζι με μία γυναικεία τσάντα επάνω, κι ο Δημητράκης το δικαιολόγησε μέσα του ότι η κυρία, όπως πολυς κόσμος, δεν θέλει ν’ αφήσει τον άλλον μόνον του να περιμένει – ιδίως σε θέματα πληρωμης. Διότι δεν το θεωρει ευγενικο.

Η κυρία μισάνοιξε την τσάντα της, κι απ’ το άνοιγμα φάνηκε κάτι σαν λαβη πιστολιου. Ο Δημητράκης πάγωσε. Η γυναίκα, πάντα με το ίδιο ψυχρο ύφος, με το χέρι της κοντα στην τσάντα της, του είπε:
«- Έχω κλειδώσει και δεν μπορεις να φύγεις. Το καλο που σου θέλω, να κάνεις ό,τι σου πω!»

«- Πώπώωωω, πού μπλέξαμε, ρε γαμώτοοο!!!», σκέφτηκε ο Δημητράκης. «Πώς πάω και μπλέκω έτσι;»
«- Γιατί το κάνετε αυτο; «, τη ρώτησε στα φανερα. Έντρομος.

Αυτη δεν απάντησε στην ερώτησή του, αλλα του είπε με απειλητικη σφυριχτη φωνη:

«- Γδύσου!»
«- Ορίστε;», είπε ο Δημητράκης εντελως παλαβωμένος.
«- Τσακίσου βγάλε τα ρούχα σου!», ξεκαθάρισε η γυναίκα, χαϊδεύοντας τη λαβη του πιστολιου.

Ο Δημητράκης υπάκουσε.

«- Και τώρα, παίξ’ τον!»
«- Ορίστεεεε;;;!!!», έκανε ο Δημητράκης στα πρόθυρα εγκεφαλικου.
«- Τί δεν κατάλαβες, και ρωτας; Πιάσε το πουλι σου και παίξ’ το!», είπε αυτη. «Μη μου πεις ότι θα είναι η πρώτη φορα!», του είπε ειρωνικα.

«- Θεε μου, γλύτωσέ με!», είπε ο Δημητράκης φανερα, αλλα υπάκουσε στα κελεύσματα της άγριας αυτης Βαλκυρίας, που τον παρακολουθούσε απαθέστατη, και άρχισε τις παλινδρομήσεις. Μέσα του τα είχε κάνει ντίπ σαλάτα, διότι -εκτος απ’ τον γνωστο εφιάλτη με τους ακαδημαϊκους νταβαντζήδες του- σκεπτόταν πως η ζωη μας καμια φορα εξαρτάται κι απο μια επιτυχημένη μαλακία.
Όταν τελείωσε, η γυναίκα του πέταξε ένα ρολό χαρτι κουζίνας, και του είπε να σκουπιστει. Ο Δημητράκης ακόμη μία φορα υπάκουσε, κι εκει που νόμιζε πως τελειώνουν τα βάσανά του με το σκούπισμα (υπάρχουν βιτσιόζικα και βιτσιόζικα άτομα στον πλανήτη), η γυναίκα με μία αστραπιαία λαβη τον πέταξε επάνω στο κρεββάτι της κρεββατοκάμαρας, και του πέρασε χειροπέδες.

Κι ενω ο Δημητράκης ήταν πολυ κοντα στο να τον χάσουμε πάνω στο άνθος της ηλικίας του απο συμφόρηση, η γυναίκα τον καβάλλησε! Στην κυριολεξία! Ανέβηκε επάνω στην πλάτη του! «- Ώχ!», σκέφτηκε ο έρμος ο Δημητράκης, που έπαιρνε συνεχως αναβολη απ’ τον Χάρο. «Τί έχει τώρα; να με κάνει άλογο γύρω-γύρω στο δωμάτιο;»
Όταν είδε, όμως, τα ρούχα της γυναίκας να εκτοξεύονται δεξια κι αριστερα του κρεββατιου, όταν ένοιωσε ένα βελούδινο ολόγυμνο κορμι να τρίβεται επάνω του, το πτηνον του Δημητράκη ξαναπαρουσίασε όπλα, προς μέγιστη έκπληξη του κατόχου του.

Δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα δυνατο γέλιο. Βλέπεις, είναι μάλλον αστείο να καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν κι άλλα κέντρα αποφάσεων στον άνθρωπο, εκτος απ’ το μυαλο…
Πριν να τον ρωτήσει η μυστήρια αυτη γυναίκα γιατί γελάει, τη ρώτησε αυτος: «- Αν θέλατε να κάνουμε έρωτα, γιατί δεν μου το είπατε απ’ την αρχη; Γιατί με βάλατε να κάνω όσα έκανα;»
«- Για να κρατήσεις πολλη ώρα όταν θα σε χρειαστω, ρε ηλίθιε!», απάντησε αυτη χαμογελώντας του ζεστα. «Και μη μου μιλας στον πληθυντικο, γιατί θα πειστω πως είσαι πραγματικα ηλίθιος!»

Μετα απο κανα τρίωρο, αφου ο Δημητράκης πήγε απ’ την Κόλαση στον Παράδεισο πρώτη θέση γκόλντεν κάρτα ταξιδιώτη, την παρακάλεσε να κάνουν ένα διάλειμμα, επειδη δεν μπορούσε ν’ ανασάνει πια. Φοβερη τεχνίτισσα στα ερωτικα η οικοδέσποινα, τον έκανε τούρμπο τον Δημητράκη. Πλην όμως, έπρεπε να σταματήσουν. Διότι, άμα το παράκανε στην πολλη την τέχνη η κυρία, η ανθρωπότητα θα είχε έναν Δημητράκη λιγότερον.
Η γυναίκα τον αγκάλιασε σα μωρο και τον χάϊδευε. Ο Δημητράκης ανταπέδωσε. Άρχισαν να μιλάνε για πολλα. Την έλεγαν Άννα, αυτον Δημήτρη, χάρηκα, παρομοίως (εδω γελάσανε πολυ και τα δυο τους), και κάποια στιγμη τον ρώτησε:

«- Δημήτρη, κατα τη γνώμη σου τί δουλεια κάνω;»

«- Πόρνη πολυτελείας!»,
σκέφτηκε να της απαντήσει, αλλα το κατάπιε.

«- Είσαι αγενέστατος!», του είπε αυτη. «Γάϊδαρε!»
«- Μα, εγω δεν είπα τίποτε!», διαμαρτυρήθηκε ο Δημητράκης, κάνοντας τον αθώο.
«- Δε λέω,», συνέχισε αυτη, κάνοντας πως δεν τον άκουσε, «μερικες γυναίκες αυτο τό ‘χουν τιμη τους και καμάρι τους! Άμα τους το πεις, κολακεύονται, διότι το θεωρουν κάπως σαν παράσημο! Αλλα εγω όχι! Όχι εγω!», είπε κάπως αυστηρα.
«- Εγω δεν είπα τίποτε!», επανέλαβε ο Δημητράκης, σαν παιδάκι που το μαλλώνουν.
«- Δεν είπα πως είπες κάτι, ρε γαϊδούρι!», του είπε η Άννα, «αλλα μ’ έβρισες! Δεν μ’ έβρισες;»
«- Πώς το ξέρεις;!», έκανε ο Δημητράκης έκπληκτος τα μέγιστα.
«- Εγω ρώτησα πρώτη!», αντιγύρισε η Άννα. «Δεν σκέφτηκες ότι είμαι ακριβη πουτάνα
«- Ναι!…», είπε ο Δημητράκης αμήχανος. «Για την ακρίβεια, στο μυαλο μου ήρθε η έκφραση πόρνη πολυτελείας, αλλα έπιασες το νόημα εκατο τοις εκατο! Πώς το κατάφερες;»
«- Θα σου πω, αλλα όχι αμέσως!», είπε η γυναίκα. «Αφου μ’ έβρισες, θα σε βασανίσω κι εγω λιγάκι! Δεν το δικαιούμαι;», του χαμογέλασε. «Λοιπον; Τί δουλεια κάνω, κατα τη γνώμη σου; Έχεις ακόμη μία ευκαιρία!»
«- Χμμμ… Διευθύντρια κάπου, ή στέλεχος εταιρίας, κάτι τέτοιο!»
«- Κρίνεις απ’ το ντύσιμό μου, έ;»
«- Ναι.»
«- Όχι, έπεσες τελείως έξω. Είμαι ηθοποιος
«- Άααα!!!… Μάλιστα!…», είπε ο Δημητράκης, που δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει ούτε μία κοινοτοπία της προκοπης. Μέσα του, όμως, σαν κάποιο διαβολάκι να του έβαζε τα λόγια… «- Δεν έχει και μεγάλη διαφορα!», σκέφτηκε και χαμογέλασε αυθόρμητα.
«- Άντε γαμήσου, αδιόρθωτε γάϊδαρε!», του είπε η Άννα, και γέλασαν μαζι τρανταχτα.

Αυτη τη φορα ο Δημητράκης ένοιωσε μεν πάλι έκπληξη, αλλα εκατο φορες μικρότερη απ’ το σόκ που πρωτοδέχτηκε. Σίγουρα υπήρχε κάποιο αίτιο, που η Άννα μπορούσε και μάντευε τις σκέψεις του. Θα του τό ‘λεγε, πού θα πήγαινε;

«- Κι όσο για το ντύσιμο που είδες, είναι επειδη με κάλεσαν κάπου, σε μία δεξίωση, και δεν ξέρω τί μυαλα φοράνε οι διοργανωτες. Δεν κάλεσαν εμένα ατομικα, έστειλαν πρόσκληση σε όσα άτομα βρήκαν στο μισθολόγιο. Ξέρεις, πρόσφατα υπέγραψα συμβόλαιο με το ΔΗΠΕΘΕ της πόλης αυτης εδω. Κι επειδη δεν γνωρίζω με ποιους έχω να κάνω, διάλεξα ένα συντηρητικο ντύσιμο. Έβγαλα τα ρούχα απ’ τη ντουλάπα ν’ αεριστουν λιγάκι, και τα δοκίμαζα όταν με βρήκες, να στρώσουν πάνω μου.»
«- Και το πιστόλι;», είπε ο Δημητράκης.
«- Ά, αυτο! Μοιάζει με πραγματικο πιστόλι εικοσιδυάρι, αλλα στην πραγματικότητα είναι αναπτήρας. Είναι ένα κιτσαριο που κέρδισα κάποτε σε μία λαχειοφόρο, και σκέφτηκα να το πετάξω. Αλλα σήμερα τα πράγματα έχουν αγριέψει, και το κράτησα. Ποτέ δεν ξέρεις αν χρειαστει να κόψει το βήχα κάποιου!»
«- Εμένα κόντεψε να μου κόψει τη χολη, όμως! ‘Οταν το είδα, τά ‘κανα απάνω μου!»
«- Δεν πιστεύω νά ‘κανες κάτι τέτοιο στα σεντόνια μου!», είπε η Άννα, κι έκανε τάχαμ πως εξερευνα τα σεντόνια. «Θα σε στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια, άμα το διαπιστώσω!»
«- Ό… όχι, όχι!!! Μωρε, μη με παρεξηγεις, αλλα με κατατρόμαξες! Είσαι πολυ καλη ηθοποιος!»

«- Άμα είναι να βρίσκω τίποτε καφε δύσοσμα πράγματα στο κρεββάτι μου, να γίνω μία ηθοποιος της πλάκας, τότε!», είπε η Άννα, και ξαναγέλασαν παρέα.

«- Ηθοποιος της πλάκας, έ; Τότε, να παίζεις σε τσόντες!», ξανάπε το διαβολάκι μέσα στο μυαλο του Δημητράκη.

«- Ξεκόλλα, ρε βλαμμένε!», απάντησε η Άννα, κάνοντας τη θυμωμένη – αλλα τον φίλησε τρυφερα.

«- Δεν μου είπες, όμως, τελικα… Πώς κατάφερες και μάντεψες τις σκέψεις μου;»

Σαν παραμύθι – III

5 Σχόλια

ντε, για χάρη σας δεν θα συνεχίσω με το φραουλί μπακγκράουντ. Αλλα εννοείται πως αφηγούμαστε ένα (σαν) παραμύθι, έ; Δεν άλλαξε τίποτε!

Λοιπόοοοοννν… Το επόμενο κεφάλαιο στην επικη σάγκα του Δημητράκη θα μπορούσε να τιτλοφορηθει:

Αι γεναίκαι

Ο Δημητράκης περπατούσε στον δρόμο, όταν χτύπησε το κινητο του. Δεν πρόλαβε να το βγάλει απ’ το μπανανάκι του, κι αυτο σταμάτησε. «- Ποιος διάολος ήταν;», είπε ο Δημητράκης, και κοντοστάθηκε να δει τον αριθμο του καλούντος.
Ώσπου να δει τον αριθμο, όμως, ένοιωσε κάτι ζεστο να τρίβεται στη γάμπα του.

«- Τί γίνεται, ρε γαμ…!», είπε ο Δημητράκης, όταν το βλέμμα του αντίκρυσε έναν κόπρο, που χαϊδευόταν απάνω του. «- Φτού σου, ρε πούστη μου!», είπε ο Δημητράκης, φοβούμενος μην έφαγε και κανα κατούρημα. «Τώρα είμαστε κατ’ ευθείαν για το πλυντήριο!», μονολόγησε, αλλα το βλέμμα του κόπρου ήταν παρακλητικο, και η ουρα του έπαιζε παιχνιδιάρικα.
«- Ρε μπαγάσα!…», είπε ο Δημητράκης, χαμήλωσε, και χάϊδεψε το κεφάλι του κόπρου, που είχε ξετρελλαθει απ’ τη χαρα του.

Εκει, όμως, που χάϊδευε τον κόπρο, ξαφνικα είδε μπροστα του ίσκιο. Τον Ήλιο έκρυβε μία παρδαλη μακρια φούστα, που έκρυβε επίσης μία ρυπαρη γυναίκα, περίπου στα εξηντατόσα της.

Η Λενάρα ήταν γνωστος τύπος των δρόμων της πόλης, όπου σπούδαζε ο Δημητράκης. Φτωχια, άστεγη, και με το μυαλο τελείως και οριστικα στο off. Ζούσε απο ελεημοσύνες και τράκες φαγητο, κυρίως απ’ τα φαστφουντάδικα. Άκακη, δεν πείραζε κανέναν, τριγύρναγε μέρα-νύχτα στους δρόμους σαν την τρελλη του Σαγιώ, και ασχημονούσε: έκλανε μπροστα στον κόσμο, έβριζε, και πότε-πότε σήκωνε τη φούστα της κι έδειχνε το βρακι της.
Η αλήθεια είναι πως η Λενάρα, μεσα στην κοσμάρα της, το γλένταγε. Διότι, το φαγητο της το έβγαζε κατα καιρους απο κάτι σιχαμένους γέρους, που της το πληρώνανε, με αντάλλαγμα «το αυτόν, όπερ εχρησιμοποίει δια πληρωμάς και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία», που γράφει κι ο Ροΐδης. Έτσι η Λενάρα επιβεβαίωνε δύο παροιμίες ταυτόχρονα:

  • Ότι τα σκουπίδια του ενος είναι ο θησαυρος του άλλου.
  • Και ότι άβυσσος η ψυχη του ανθρώπου.

Διότι, αδελφοι μου, άλλος κοιτάζει να εξερευνήσει και να κατακτήσει -φερ’ ειπειν- τον Βόρειο Πόλο, κι άλλος κοιτάζει να εξερευνήσει και να κατακτήσει το περιεχόμενο της ρυπαρης κυλόττας της Λενάρας. Γούστα είν’ αυτα!

Ο Δημητράκης, γνώστης ών των περι γέρων κουτσομπολιων, σηκώθηκε αργα… σκεπτόμενος με τρόμο: «- Ώχ, ρε πούστη μου, ώρα είναι να μου την πέσει η Λενάρα! Αυτο μας έλειπε!»

Η αλήτισσα, όμως, τον κοίταζε κατ’ ευθείαν μέσα στα μάτια, σιωπηλη.

«- Με συγχωρείτε!», είπε ο Δημητράκης με προσποιητη ευγένεια – γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοια περιθωριακα άτομα έχουν δικη τους αντίληψη περι ευγένειας και ιδιοκτησίας, και δε ριψοκινδύνεψε να φάει κανα χέσιμο εκ του μη όντος. «Δεν ήξερα ότι ο σκύλος είναι δικος σας!»

«- Σε παρακολουθουν!», απάντησε η Λενάρα ξαφνικα και αυστηρα.

Ο Δημητράκης χλώμιασε. «- Ποιος με παρακολουθει; Τί; Πώς;» Το μυαλο του τα είδε όλα μονομιας. Τις μεταμεσονύκτιες χακιες, τον κακοποιο «φίλο» του, τις εργασίες των φοιτητων, κτλ κτλ κτλ.

Αντί γι’ απάντηση, η Λενάρα άνοιξε ένα φοβερο και βρωμερο σακκίδιο, κι έβγαλε απο μέσα κάτι μυστήρια πράγματα. Κομποσχοίνια, σκόρδα, ένα βιβλιαράκι με τον βίο του Αγ. Κυπριανου, και διάφορα άλλα τέτοια. Του έκανε νόημα να σωπάσει, κι άρχισε ένα υψίσυχνο μουρμουρητο, κάτι σαν «- Ίμμ ίμμ ίμμ ίμμ…»
Σε κανα πεντάλεπτο, που τέλειωσε, τα ξανάβαλε όλα στο σακκίδιο.

«- Κυρία Ελένη;», είπε ο Δημητράκης ανυπόμονα, ξεχνώντας προς στιγμην ότι μπορει να είχε γίνει τελείως ρεζίλι, στεκόμενος σαν κόπανος στο πεζοδρόμιο, να τον ξεματιάσει η Λενάρα. Αν και, περιέργως, οι περαστικοι δεν έδιναν καμμία σημασία. Προφανως η απλυσια και η βρώμα της Λενάρας ήταν κάτι σαν το απόλυτο οχυρωματικο καταφύγιο.
«- Κερια και λιβάνια!», του αντιγύρισε η Λενάρα. «- Λενάρα με λέν’! Εσυ γιατί τ’ αλλάζεις;», του είπε επιθετικα.
«- Με συγχωρείτε, δεν θα ξαναγίνει!», είπε ο Δημητράκης, αισθανόμενος εντελως μαλάκας.
«- Για πρώτη και μοναδικη φορα, σε συγχωρω!», του είπε η τρελλη του Σαγιώ, με αυτοκρατορικο ύφος!
«- Να με συμπαθάτε, αλλα θέλω να ρωτήσω: ποιος με παρακολουθει; πώς; και τί μου κάνατε; διότι αισθάνομαι πολυ ευχάριστα!»

Η Λενάρα έριξε μια ελαφρια κλωτσια στον τοίχο πίσω της.

«- Αυτο το βλέπεις;»
«- Το βλέπω!», απάντησε ο Δημητράκης.
«- Όλοι όσοι περνάν’ απο ‘δω, το βλέπουν;»
«- Το βλέπουν!»
«- Οι σκέψεις μας!…», είπε η Λενάρα, «…σαν ντουβάρια!»

Ο Δημητράκης κατάλαβε. Υπάρχει ένας κόσμος, όπου οι σκέψεις μας είναι πηχτες, σαν ύλη, και τις βλέπουν όλοι. Όχι, δεν τον πήραν χαμπάρι απ’ τις χακιες, διότι δεν άφηνε ίχνη. Καρα-εξακριβωμένο αυτο. Αλλα κι «αυτοι» διέθεταν ένστικτο… που μάλλον τους ειδοποίησε ότι κάτι άσχημο παίζει εις βάρος τους.
Ένας αναμμένος υπολογιστης, στο standby, οπωσδήποτε θα «ξυπνήσει» απο μια κλήση δικτύου… ακόμη και με σβηστη την οθόνη (για οικονομία), όποιος είναι δίπλα, θα δει τα ενδεικτικα λεντάκια να παίζουν, και θα καταλάβει ότι κάποιος ζητάει πρόσβαση στο μηχάνημα μέσωι του δικτύου.

Προφανως τον Δημητράκη όλους αυτους τους μήνες τον προστάτεψε το δικο του ένστικτο, που έμενε ξάγρυπνος για να κάνει τις χακιες στις 5 παρα 20′ τοπικη ώρα του «άλλου» υπολογιστη… σκεπτόμενος ότι και ο πλέον σκληροτράχηλος φύλακας της παρθενιας του υπολογιστη του, θα νυστάξει και θα χασμουρηθει κατα τις 4 και 30′ – και θα τα παρατήσει.

Συλλογισμος μέχρι στιγμης απόλυτα ορθος.

Όπως και ο συλλογισμος ότι τα προγράμματα-«Κέρβεροι», που «ξαγρυπνάνε» αντι του κατόχου, ήταν βούτυρο στο ψωμι των ικανοτήτων του Δημητράκη.

Ο Δημητράκης έκανε μερικα δευτερόλεπτα ν’ απαντήσει.

«- Και τώρα;»
«- Ρίξαμε λινάτσα!», του απάντησε η Λενάρα θριαμβευτικα, και του έδειξε μία ανεγειρόμενη οικοδομη δίπλα.

Ο κόπρος, σα να κατάλαβε τη συζήτηση, επιβεβαίωσε: «- Γούφ!»

Ο Δημητράκης κατάλαβε: με τα μαγικα της Λενάρας, αντι για τις δικες του σκέψεις, εφεξης «αυτοι» θα έπιαναν τις σκέψεις του κόπρου… Αντι για μίσος και «- Θα σας δείξω εγω, κουφάλες!», θα έβλεπαν όνειρα με κατιμάδες και κονσέρβες με σκυλοτροφες.
Γέλασε. Γέλασε δυνατα, αυθόρμητα, για πολυ, σαν παλαβος. Αλλα η αίσθηση ελευθερίας που αισθανόταν, δεν συγκρινόταν με τίποτε.

«- Λενάρα; Τί μπορω να κάνω για σένα;»
Η αλήτισσα χαμογέλασε σα γάτα, που κατάπιε το αγαπημένο καναρίνι της κυρίας της.
«- Να μου πάρεις ένα σάντουϊτς, γιατι πεινάω!», είπε η Λενάρα. «Ακολούθα!»

Μπροστα η Λενάρα με τον κόπρο, πίσω ο Δημητράκης, μπήκαν σ’ ένα φαστφουντάδικο. Εκει η Λενάρα παράγγειλε ένα σάντουϊτς, που θα χόρταινε φαντάρο μετα απο πόλεμο, όχι απλα αυτην. Θα του έκαιγε την τσέπη του Μητσάκου, αλλ’ ας πήγαινε και το παλιάμπελο. «- Χαλάλι!», σκέφτηκε ο Δημητράκης, που -περιέργως- δεν αμφέβαλε ούτε στιγμη για τις ικανότητες της παράξενης γυναίκας.
«- Θέλω και μπύρα!», είπε η Λενάρα, κι ο Δημητράκης προσφέρθηκε να της αγοράσει δύο μπύρες απ’ τις μεγάλες.
Τη μία την πήρε η Λενάρα και την περίλαβε. «- Την άλλη, κράτα την κάβα γι’ αύριο! Θα ξαναπεράσω!», είπε η Λενάρα στο παιδι του ταχυφαγείου, που την περίπαιξε: «- Γειά σου Λενάρα, προνοητικη!»

Η Λενάρα γύρισε ξαφνικα στον Δημητράκη. «- Τί με κοιτας; τον φίλο μας απο ‘δω, που θα σε βοηθήσει, δεν θα του πάρεις τίποτε;», και με τα μάτια της έδειξε τον κόπρο.
Ο Δημητράκης σκέφτηκε πως, αν αγόραζε και του κόπρου σάντουϊτς, μπορει και να παρεξηγιόταν κανένας εκει μέσα. Οπότε, είπε: «- Λενάρα, περίμενε!», πετάχτηκε σ’ ένα μάρκετ εκει κοντα, και γύρισε με καμια δεκαρια σκυλοκονσέρβες. Απ’ τις φτηνες, αλλα ήταν σε μεγάλους τενεκέδες με πολύχρωμες ετικέτες και κάναν εντύπωση.
Η Λενάρα έδωσε το περιεχόμενο της μίας στον κόπρο, στο πεζοδρόμιο, ο οποίος κόπρος με το ξαφνικο Τζόκερ, που τού ‘τυχε, έκανε Λαμπρή. Τις υπόλοιπες τις έχωσε στο σακκίδιό της.

Ο Δημητράκης γύρισε στη Λενάρα, και τη ρώτησε: «- Μπορω να φύγω τώρα;»

«- Όχι!», είπε η Λενάρα απότομα.

«- Τί σκατα θέλει πάλι;», σκέφτηκε ο Δημητράκης, και την κοίταξε παραξενεμένος.
«- Τώρα, μπορεις να φύγεις!», είπε η Λενάρα χαμογελαστη, και πριν προλάβει να τη ρωτήσει ο Δημητράκης ποια η διαφορα των μερικων δευτερολέπτων…

«…- Έπρεπε να βεβαιωθω αν έπιασε!», αποκρίθηκε η παλαβη θριαμβευτικα. «Έχει μυστικα αυτη η τέχνη!», του έκλεισε το μάτι.

Ο Δημητράκης χαιρέτησε κι έφυγε.

«- Τί άλλο θα δουν ακόμη τα μάτια μας, ρε φούστη μου!», μονολόγησε. «Μάλλον έχουν πληρότητα τα τρελλάδικα, σαν τα ξενοδοχεία στη Μύκονο, γι’ αυτο κυκλοφοράει αυτη έξω. Δεν εξηγείται αλλοιως!»

Σαν παραμύθι – II

6 Σχόλια

έσα στον «πυρετο του πολέμου», ο Δημητράκης είχε ξεχάσει μία βασικη αρχη των χακεράδων: να δει σε ποιον τόπο βρισκόταν ο γκομπιούτερζ, του οποίου τα περιεχόμενα «απαλλοτρίωσε».
Ο κόσμος ολόκληρος είναι πλέον ένα μικρο χωριο, αλλα, βλέπεις, εαν στην Ελλάδα είναι μεσάνυχτα και κάτι, αυτο ουδόλως σημαίνει ότι και στον υπόλοιπο κόσμο είναι σκοτάδι.

Ο Δημητράκης με το που τελείωσε τη χακια, σκέφτηκε τί είχε παραλείψει, και τρόμαξε …αναδρομικα! «- Εφτα έως δέκα ώρες πίσω, μας κάνει απόγευμα μέχρι νωρις το βράδυ! Όλο και κάποιος θά ‘ταν ξυπνητος!…», ίδρωσε.
Αλλα ήταν τυχερος. Ψυχραιμότερες σκέψεις, συν ένα ντί-έν-ές-λουκάπ του έδειξαν μόλις δύο ώρες πίσω απ’ την Ελλάδα!… Σε χώρα δύο ώρες καθυστερημένη χρονικα, χιλιάδες χρόνια καθυστερημένη νοητικα («- Είναι τόσο βλάκες, που ούτε για δούλοι δεν κάνουν!», είχε πει ο Κικέρων), και δεκαδες χιλιάδες χρόνια καθυστερημένη ψυχικα.

Αυτο κι αν ήταν έκπληξη για τον Μητσάκο! Μόλις δύο ώρες πίσω, σ’ ένα χωριο ονόματι (στη γλώσσα των ιθαγενων) «Βοϊδοπερασιά».
«- Πρόσεχε, όμως, μαλάκα μου!», είπε ο Μήτσος, με το που πέρασε η πρώτη έκπληξη. «Μ’ αυτους, μη χαλαρώνεις ούτε στιγμη!»

Είχε περάσει κανας μήνας, που έβαλε το κλάστερ να δουλεύει, και σχεδον είχε ξεχάσει την ύπαρξή του, όταν ένα απόγευμα γύρισε σπίτι και είδε στην κεντρικη οθόνη ένα τεράστιο «σμάϊλυ». Το κλάστερ είχε βγάλει αποτέλεσμα!
Ευχαριστημένος τα μάλα, πήρε το «κλειδι» κι άρχισε τις δοκιμες με όσα αρχεία είχε κατεβάσει απ’ τον «στόχο» του. Ταυτόχρονα, κανόνισε να κοιμηθει καλα εκείνο το απόγευμα, ώστε τις «μικρες ώρες» να κάνει ακόμη μία …επίσκεψη. Αυτη, και μερικες που ακολούθησαν, του έδειξαν πώς δούλευε το «κύκλωμα» σ’ αυτο το επίπεδο.

Ο τύπος αυτος άφηνε συνέχεια on-line τον υπολογιστη του, μη φοβούμενος ότι κάποιος μπορει να διαβάσει τα κρυπτογραφημένα κείμενα που λάμβανε. Προφανως τα έπαιρνε σε κάποιον φορητο υπολογιστη εκτος δικτύου και Διαδικτύου, για να τ’ «ανοίξει» και να τα διαβάσει με την ησυχία του. Κι επίσης προφανως, είχε ένα προγραμματάκι «διαχείρισης έργου», για να τακτοποιει αυτόματα τις νεώτερες εκδόσεις όσων ελάμβανε.
Ο Δημητράκης αυτα τα βρήκε εύκολα, όπως βρήκε απ’ τις στάμπες ημερομηνίας-ώρας ότι η αποστολη στο γκομπιούτερζ του μυστηριώδους παραλήπτη γινόταν συντονισμένα κάθε Παρασκευη. Άρα, ο δικος μας τα αντέγραφε σε άλλον υπολογιστη, για να κάτσει το Σού-Κού να τα διαβάσει με την ησυχία του.

Το θέμα είναι… εαν αυτος ο παραλήπτης ήθελε ν’ ανταλλάξει απόψεις με τους αποστολεις, τί έκανε; τηλέφωνο; επικίνδυνο! Σκάϋπ; τα ίδια! Κρυπτοφωνημένο τηλέφωνο; Κι αυτο επικίνδυνο – ακόμη περισσότερο! Αυτο-καρφωνόταν σε άλλες «υπερεσίες», που προφανως δεν τις ήθελε να μπλέξουν ανάμεσα στα πόδια του επ’ ουδενι.
Η-μέηλ; ούτε…
Η απάντηση ήταν οι συχνες-πυκνες απουσίες του μυστηριώδους μεσήλικα, κάθε δύο… τρεις βδομάδες. Προφανέστατα στο εξωτερικο, να βρεθει με τον άλλον ν’ ανταλλάξουν απόψεις. Μακρια απο ενοχλητικα αυτια και κινητα, και προφανως σε ηλεκτρομαγνητικα απομονωμένο χώρο.

Όλα καλα, αλλ’ αυτα ήταν ξένα ζόρια – κι ο Μητσάκος, όλως λογικως, δεν τα τραβούσε. Καιρος, λοιπον, να δει τί έγραφαν τα υπόλοιπα ακαδημαϊκα θύματα.

Ο κατα τύχη πρώτος, ένας ηπαπαραίος ονόματι Τόμας, είχε αντικείμενο στην Αστρονομία;… Αστροφυσικη; Αστρο-κατιτίς, τέλος πάντων: «Σόλαρ σύστεμ μάλτιπλετζ»!, ήτοι: «Πολλαπλότητες σε αστρικα συστήματα». Αρκετα ενδιαφέρον, με ωραίες ιδέες του τύπου: «τί θα γινόταν, αν;» Προσομοιώσεις, αστρονομικα δεδομένα, «άγρια» Μαθηματικα… ο τύπος είχε ιδρωκοπήσει τα μέγιστα τον κώλο του στο διάβασμα. Είχε ξεσκιστει. Έριξε γκασμα, κατα το κοινως λεγόμενον.
Πολυ ενδιαφέροντα συμπεράσματα… πχ για κάποιον λόγο, τα ηλιακα συστήματα έχουν αριθμο πλανητων πολλαπλάσιο του τρία.

Παρακάτω, ο Μήτσος συνάντησε την εργασία μιας Γαλλιδούλας, της Συλβί. Αυτη συνεργαζόταν με το Ινστιτύ Ορτοντόξ ντε …Παγί, και η εργασία της είχε ως θέμα: «Τί κρατάνε οι άγιοι στην …Αζιογκραφί Ορτοντόξ»!



«- Τί να κρατάνε, ρε; Λαμπάδα-Τρανσφόρμερ!», είπε ο Δημητράκης γελώντας. «Την κοιλια τους απ’ τα γέλια κρατάνε, με τις μαλακίες που γράφεις εδω πέρα! Και τ’ @@ τους, που νομίζεις ότι θα γίνεις και προφεσσόρα!», συμπλήρωσε. «- Ππού ππά, ρε Καρασυλβί! Ππού ππά, ρε!», είπε, μιμούμενος τον Αυλωνίτη. «Κοίτα, ρε, πώς πάει ο κόσμος να φτιάξει ακαδημαϊκη καριέρα!», μελαγχόλησε ο Δημητράκης.

Ο επόμενος ήτο Μεξικανος. Ο Χουαν είχε ως αντικείμενο ένα παρόμοιο με το δικο του, «Γιατί οι πόλεις των Μάγιας παράκμαζαν σε εκατο χρόνια». Όντως, οι Μάγιας εγκατέλειπαν τελείως τις πόλεις τους μετα απο 100 χρόνια, και πήγαιναν αλλου κι έκτιζαν ολόκληρη πόλη απ’ την αρχη.
«- Επειδη γέμιζαν οι βόθροι, και δεν υπήρχε Αχόρταγος να τους αδειάσει!», μονολόγησε ο Δημητράκης. «- Σκέφτηκες, ωρε καρα-Χουαν, τις συνέπειες απο εκατο χρόνια συνεχες χέσιμο;»



Άλλος, πάλι, ένας Ιταλος της Καλων Τεχνων, έκανε εργασία στα αναγεννησιακα βιτρω. Ο άνθρωπος έκανε ολόκληρη έρευνα επάνω στις κινήσεις του Ηλιακου μας συστήματος, για να δει πώς συνδυάζεται η μεταβολη του ηλιακου φωτος με τις αναπαραστάσεις των βιτρω των καθολικων ναων, και τυχον κρυμμένα μηνύματα σ’ αυτες!

Ο Δημητράκης δεν έβγαλε νόημα απ’ όλ’ αυτα. Προς στιγμην θεώρησε ότι απλα αυτο είναι ένα διεθνες κύκλωμα, όπως οι αρχαιοκάπηλοι, που εκμεταλλεύεται τους έξυπνους φοιτητες για σοβαρες εργασίες απλήρωτες. Τώρα, βέβαια, ποιος ωφελείται, εαν οι εργασίες αυτες πουληθουν; Τυχον μουσεία; Ίσως… Νόημα, όμως, δεν έβγαινε.

Όμως, ο Μήτσος συνέχισε για κάμποσο τις «απαλλοτριώσεις» των καινούργιων εκδόσεων, σχεδον απο συνήθεια. Οι νυκτερινες επισκέψεις στον ξένο υπολογιστη, του είχαν γίνει περίπου εθιστικο ναρκωτικο!
Κι ο ίδιος δεν καταλάβαινε γιατι αφιέρωνε μία ώρα απ’ τη ζωη του ένα στα τόσα βράδυα γι’ αυτη τη δουλεια, μέχρις ότου πρόσεξε αυτο που ίσως ο «ανώτερος εαυτος του» ήξερε: μία εργασία είχε καιρο ν’ ανανεωθει. Κόντευε μήνας!

Απο ένα ίντερνετ καφέ, σαν ανώνυμος χρήστης, «γκούγκλισε» για τους συγγραφεις… με το σκεπτικο πως, όλο και κάποια πανεπιστημιακη επετηρίδα θα έγραφε κάτι γι’ αυτους. Ειδικα αν ήταν μεταπτυχιακοι, τότε σίγουρα θα είχαν φωτογραφία και σύντομο βιογραφικο σε κάποια πανεπιστημιακη ιστοσελίδα.
Μετα απο κανα μισάωρο, έπεσε σε …νεκρολογία: Ο Τόμας δεν ανανέωνε την εργασία του, επειδη -απλούστατα- είχε αυτοκτονήσει πριν δώδεκα μέρες! Σε κάποιο -ξεχασμένο απο Θεο κι ανθρώπους- επαρχιακο «κάμπους», είχε πηδήσει στο κενο απ’ την ταράτσα της φοιτητικης εστίας, φωνάζοντας ακατάληπτα πράγματα. Αυτόπτες μάρτυρες βεβαίωσαν ότι, πριν πηδήσει στο κενο, ούρλιαζε πως: «- Οι κεραυνοι του Δία θα σας κάψουν!», κι έδειχνε το κτίριο της πρυτανείας. Όλοι επιβεβαίωσαν ότι δεν έπινε και δεν έπαιρνε ναρκωτικα, κι όλοι το απέδωσαν σε ψυχολογικη κατάρρευση μετα απο υπερβολικη κούραση.

«- Παπαριες!», αγανάκτησε ο Δημητράκης, «Αυτα τα πράγματα δεν γίνονται ξαφνικα! Όταν καταρρέεις, αυτο γίνεται σταδιακα! Ά-μάααααν!!! Πού μπλέξαμε!…», μονολόγησε. «Οι τύποι δεν αστειεύονται!…

…Αλλα ούτε κι εγω αστειεύομαι!», κατέληξε.

Κοίταξε δεξια-αριστερα, κανεις δεν τον πρόσεχε. Οι «συμφώνως τωι νόμωι» κάμερες «ασφαλείας» του καφέ, ούτ’ αυτες δούλευαν – εκτος κι αν παρακολουθούσαν τις μύγες στα ντουβάρια. «- Αθάνατη μαμα Ελλας!», ψιθύρισε ευχαριστημένος ο Δημητράκης, πλήρωσε, κι έφυγε πεισμωμένος ν’ ανακαλύψει τί σημαίνουν όλ’ αυτα.

Σαν παραμύθι – I

20 Σχόλια

ήμερα, λέω να σας αφηγηθω ένα παραμύθι!

(Ψίθυροι στο ακροατήριο: «- Γιατί, τις υπόλοιπες μέρες τί μας λες, δηλαδη;»
Επιβάλλω ησυχία στο πολυπληθες αναγνωστικον μου κοινον: «- Σιωπη! Δεν θα το κάνουμε χάβρα εδω μέσα!»)

Λοιπον, αγαπητα μου παιδια, στους καιρους μας ζούσε στην Ελλάδα ένα καλο παιδι, που το έλεγαν -ας πούμε- Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν πανέξυπνος και άριστος μαθητης, και έκανε ό,τι όλα τ’ άλλα παιδάκια της ηλικίας του, μέχρι που τελικα μπήκε στο πανεπιστήμιο, να σπουδάσει γκομπιούτερζ.
Στο πανεπιστήμιο, λοιπον, διακρίθηκε απο νωρις, και όλοι οι προφέσσορες τον πρόσεξαν απο νωρις… και ο Δημητράκης είχε λαμπρο μέλλον στα γκομπιούτερζ. Και όλοι οι προφέσσορες του ζητούσαν να κάνει πτυχιακη εργασία γι’ αυτους, και ο Δημητράκης ήταν αναποφάσιστος, ώσπου τελικα διάλεξε.

Ταυτόχρονα, στον ελεύθερο χρόνο του άρχισε να κάνει παρέα με κάποιον άλλον συμφοιτητη του, που τον θεωρούσε φίλο του καλον. Έλα, όμως, που ένα βράδυ που πήγαν σε κλάμπ, ο Δημητράκης έχασε τον φίλο του για λίγο… και τον ξαναβρήκε κάπου σε μια γωνια, να δίνει κάτι περίεργα χάπια και κάτι περίεργες σκόνες σε σακκουλάκια σε κάτι περίεργα άτομα.

Ο Δημητράκης πάθεν πλάκεν, διότι κάτι είχε ακουστα για τέτοια χημικα προϊόντα, αλλα δεν είπε τίποτε. Ο άλλος, όμως, τον είχε αντιληφθει, και μ’ ένα παγωμένο απειλητικο χαμόγελο του είπε να μη μιλήσει πουθενα γι’ αυτο που είδε απόψε, διότι αλλοιως θα πάθαινε μεγάλο κακο. Κι όχι μόνον αυτος, αλλα και οι γονεις του και τ’ αδέρφια του.

Φυσικα, μετα απ’ αυτο η «φιλία» αυτη πήγε στον πάτο της χέστρας. Ο Δημητράκης έκοψε παρτίδες με τη μία, και απλα συνέχισε να περνάει μαθήματα και να εκπονει εργασίες. Εκει, λοιπον, που είχε αρχίσει την πτυχιακη του, είδε πως αυτη του ξύνιζε κάπως, και είπε στον προφέσσορα να σταματήσει, να ψάξει γι’ άλλη.

«- Καλα, ξαναέλα αύριο απο ‘δω, να το συζητήσουμε!», του είπε αυτος.

Την άλλη μέρα, στο συγκεκριμένο γραφείο δεν υπήρχε μονάχα ο συγκεκριμένος προφέσσωρ… υπήρχε κι ένα άλλο μυστήριο άτομο κάποιων δεκαετιων ηλικίας, που ο Δημητράκης το είχε ξαναδει στο πανεπιστήμιο, αλλα δεν είχε καταλάβει τί ρόλο έπαιζε ακριβως. Ώσπου ξαφνικα κατέβηκε στο κεφάλι του Δημητράκη το Πνεύμα το Άγιον το ζωοοποιον, και κατάλαβε ότι αυτος ο μεσήλιξ τύπος μπαινόβγαινε εκει μέσα ωσαν νταβατζης, να πούμε, κάποιων δασκάλων. Για ποιων τον λογαριασμο δούλευε, όμως, άγνωστον.

«- Πλησίασε, Δημητράκη!», του είπε ο προφέσσωρ.

Ο Δημητράκης όντως πλησίασε, κι εκει μέσα δέχτηκε ακόμη μία αστραπη του Διος το ανυπεράσπιστο κεφάλι του: είδε θρονιασμένον σε μια καρέκλα και τον «φίλο» του με τα χημικα προϊόντα. Και οι τρεις χαμογελούσαν.

«- Λοιπον, Δημητράκη;», του είπε ο προφέσσωρ. «Τί έλεγες, ότι θες ν’ αλλάξεις εργασία;»

Ο Δημητράκης, όμως, ήταν έξυπνος. Παραήταν έξυπνος, για να μην καταλάβει τον εκβιασμο.

«- Μπάαα!», απάντησε. «Το σκέφτηκα καλύτερα, θα συνεχίσω μ’ αυτην, και με συγχωρείτε που σας έβαλα σε κόπο!»

Ο Δημητράκης εκών-άκων συνέχισε με το θέμα που σιχαινόταν, σκεπτόμενος ότι όλα έχουν ένα τέλος – ακόμη και οι πτυχιακες. Ακόμη και οι σπουδες. Ακόμη και οι εκβιασμοι.

Έλα, όμως, που θέλει ο παπας ν’ αγιάσει, αλλα δεν αφήνουν οι διαβόλοι! Ο επιβλέπων προφέσσωρ κάθε μέρα γινόταν και πιο απαιτητικος… και πιο απειλητικος… και η Δημητράκειος εργασία άρχισε να γίνεται χοντρη σαν πεθερα, και να θυμίζει τηλεφωνικο κατάλογο. Ο δε Δημητρακης αναγκάστηκε να περνάει μερόνυχτα ολόκληρα στο Ιντερνέτι, διαβάζοντας διάφορα άσχετα με τις σπουδες του θέματα για βιβλιογραφία. Μέχρι και τις σεξουαλικες συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων έμαθε.

Βέβαια, μορφώνεσαι μ’ όλ’ αυτα, αλλα μία πτυχιακη εργασία με θέμα: «Μοντέλο χωροταξικης ανάπτυξης αρχαίων πόλεων» ή είναι όσου μεγέθους πρέπει να είναι και τελειώνει και δίνει έναν άλφα προβιβάσιμο βαθμο προόδου, ή, αν αφεθει να γιγαντωθει, ξεφεύγει τελείως απο τις δυνατότητες ενος φοιτητάκου. Και στο κάτω-κάτω, οι «διατμηματικες» σαχλαμάρες μπορει να είναι της μόδας, αλλα δεν δίνουν γρήγορο αποτέλεσμα… σκεφτόταν ο Δημητράκης, και χτυπούσε το κεφάλι του στα ντουβάρια, που πήγε και διάλεξε τέτοια ιστορία με σκοπο να διακριθει, προς όφελος της μελλοντικης του ακαδημαϊκης πορείας.

Μαζι με την εργασία, το μυαλο του Δημητράκη είχε καταλάβει και η ερευνητικη προσπάθεια να βρει τρόπο ν’ απαλλαγει απο προφέσσορες και «φίλους». Στο κάτω-κάτω, η ησυχία μας είναι κάτι το αυτονόητο, δεν τη χρωστάμε σε κανέναν. Πλην όμως, η προσπάθεια ν’ αλλάξει εργασία απέτυχε, και η εναλλακτικη λύση του να παρατήσει τελείως τις σπουδες, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει. Θα πλήγωνε τους γονεις του, φτωχους ανθρώπους, που έκαναν τα πάντα για να σπουδάσει ο Δημητράκης αυτο που αγαπούσε.

(Κατάλαβες, τώρα, Ανώνυμε της 13 Απριλίου 2011 2:40 μ.μ., ποιο είναι το πλεονέκτημα των Ελληνακίων, πλην της εξυπνάδας τους; Παναπει, ποιος τα βάζει στη -συναισθηματικη- φυλακη, απο την οποία ΔΕΝ μπορουν να ξεφύγουν, για να τα εκμεταλλεύονται οι πονηροι; Ή, θαρρεις, οι πονηροι δεν έχουν ψυχολογήσει τον Έλληνα και τα παιδάκια του;

Μ’ άλλα λόγια, όπως έγραψε κάποτε και ο Λεωνίδας Χρηστάκης: «… Το ποσοστο των φοιτητων που χώνει τελικα το πτυχίο στον κώλο του κυρίου πρυτάνεως, είναι τρομερα μικρο.»

Επομένως, καταλάβατε όλοι-ες σας γιατί, όταν ακούω τη φράση «φοιτητης επαναστάτης», ξύνω τ’ αρχίδια μου; )

Κι έτσι, απλα έμενε η πορεία προς τα εμπρος – αν και με το κεφάλι σκυφτο.

Ο Δημητράκης, παρα την πίεση που δεχότανε -και παρα την εξυπνάδα του-, δεν είχε καταλάβει ακόμη ένα πράγμα: προς τί η εμμονη του προφέσσορα να του στέλνει κάθε λίγο με το e-mail αντίγραφα της εργασίας του, μια που αυτη ήταν ακόμη ατελης.
Η περιέργεια, όμως, είναι μεγάλη δύναμη!… παραλλήλως δε, ο Δημητράκης ήτο και γατόνιον στα γκομπιούτερζ. Παρα την κούρασή του, κατασκόπευσε τον προφέσσορα, και είδε ποιες ώρες δεν ήταν στο γραφείο του.

Κάποια μέρα, λοιπον (νύχτα μάλλον), ο Δημητράκης μπήκε απρόσκλητος και αόρατος στο γκομπιούτερζ του κυρίου καθηγητη, κι έκανε μία «ξενάγηση» -ούτως ειπειν- εκει μέσα. Το τί είδε το παιδι, δε λέγεται! Το γκομπιούτερζ του προφέσσορος ήτο σαν μία μαγικη πύλη, που οδηγούσε σ’ έναν κόσμο άλλο τόσο μαγικον. Με πράματα και θάματα!
Βέβαια, πριν δει τα πράματα και τα θάματα ο Μητσάκος, διαπίστωσε ότι ο προφέσσωρ έστελνε με το e-mail όλες μα όλες τις εργασίες που «επέβλεπε» (διότι ο Δημητράκης δεν ήταν ο μόνος φοιτητης, που τον λουζόταν) σε μία συγκεκριμένη διεύθυνση – και μάλιστα κρυπτογραφημένες!

Το Δημητρογατόνιον βρήκε εύκολα τον τρόπο να «κόβει βόλτες» (αόρατον και ακατασκεύαστον και σκότος υπεράνω της αβύσσου) και στο γκομπιούτερζ του παραλήπτη, αλλα έμενε ένα προβληματάκι: έπρεπε να βρει το «κλειδι» αποκρυπτογράφησης. Διότι, την σήμερον κρυπτογραφεις μ’ ένα «κλειδι» τα κείμενα και τ’ αποκρυπτογραφεις με άλλο.

Το πρώτο στάδιο της εργασίας αυτης ήταν -θεωρητικα- εύκολο, διότι ο Μητσάκος ήξερε πολυ καλα την αρχικη μορφη του δικου του κειμένου, άρα έπρεπε να κάνει δοκιμες, να δει πώς θ’ «άνοιγε» ο άλλος την κρυπτογραφημένη εργασία.
Το δεύτερο στάδιο ήταν επίσης εύκολο: αρκούσε και περίσσευε μία αντιγραφη των αρχείων του ξένου υπολογιστη στον δικο του. Έτσι, κι αλλοιως, δεν άφηνε ηλεκτρονικα ίχνη στις «βόλτες» του στα ξένα χωράφια. Άρα, θα είχε στη διάθεσή του και άλλες εργασίες, άλλων ταλαίπωρων, να δει πού πήγαινε η δουλεια τελικα. Διότι, οι πονηροι αυτου του είδους μοιράζουν ερευνητικα αντικείμενα σε πολλους, ώστε κανένας απ’ τους πολλους να μην ξέρει ποιος είναι ο τελικος σκοπος όλων αυτων των ερευνων μαζι.

Το τρίτο στάδιο, όμως, μπορει ν’ αποδεικνυόταν παλούκιον μέγα. Διότι ναι μεν, μπορεις να βάλεις το γκομπιούτερζ να σου κάνει δοκιμες, ώσπου να βρει το «κλειδι». Αλλα τί γίνεται, όταν το «κλειδι» που γυρεύεις παραείναι μεγάλο; Απλούστατα: ή περιμένεις καμια …πεντακοσαρια χρόνια (στην κυριολεξία!) μέχρι να το βρεις, ή ψάχνεις για γρήγορο γκομπιούτερζ.
Όπως είπαμε, όμως, αγαπητα μου παιδια, ο Μητσάκος ήταν πανέξυπνος. Κι έτσι, είχε την πρόνοια να βρει το κρυπτογραφικο «κλειδι» του κυρίου προφέσσορος.

«- Μεγάλο!… Πολυ μεγάλο!», μονολόγησε ο Δημητράκης, διότι ήξερε πως όντως το μέγεθος μετράει. (Στα «κλειδια»! Πού πήγε το μυαλο σας; 🙂 ) «Αυτο δεν είναι πολιτικο κλειδι!», συνέχισε το παραμιλητο. «Ωχ!!! Μπλεξαμε με τις υπερεσίες, και πώς θα ξεμπλέξουμε!», ξανάπε ο Δημητράκης.

Η δουλεια της εύρεσης του «κλειδιου» του παραλήπτη όντως πήγαινε για αιώνες, οπότε ο Δημητράκης έπρεπε επειγόντως να βρει γκομπιούτερζ γρήγορο. Το πανεπιστημιακο «θηρίο» ήταν ό,τι χρειαζόταν, αλλα εκει θα έδινε στόχο. Θα λουζόταν τουλάχιστον ενοχλητικες ερωτήσεις, του τύπου: «- Τί γυρεύεις εδω;», κτλ κτλ.
Κι έτσι του απέμεινε να φτιάξει την εναλλακτικη λύση του «σμήνους» (κλάστερ) φτηνων γκομπιούτερζ της πλάκας.



Τους επόμενους δύο μήνες, ο Δημητράκης έδωσε όλο του το χαρτζηλίκι σε αγορες μεταχειρισμένων «λαϊκων» γκομπιούτερζ απο μαθητες, φοιτητες, και λοιπη πιτσιρικαρία. Για να μη δώσει στόχο στην πόλη που έμενε, «χτυπούσε» τις πωλήσεις μέσω αγγελιων του Διαδικτύου. Τελικα, κατάφερε αναστενάζοντας να στήσει ένα «σμήνος» απο είκοσι τέτοια φτηνα γκομπιούτερζ. Αναστενάζοντας, διότι είκοσι επι εκατο ευρα έκαστον -ύστερ’ απο σκληρα παζάρια-, μας κάνει δυο χιλιάρικα ευρα το όλον. Βάλε και τα ταχυδρομικα, δυόμιση. Μέχρι και την τροφη του περιόρισε, προκειμένου να βρει αυτα τα χρήματα!

Αλλα μπρος στον τελικο σκοπο, να παλουκώσει τους βρυκόλακες, τί είναι κάτι τέτοιες ταλαιπωρίες!

Διατριβες…

16 Σχόλια

ο Ρωμαίϊκο, δεν μπορεις να το πεις και συνώνυμο της (πολιτικης τε και κοινωνικης) διαφάνειας. Άρα, αν προχωρήσω στη διατύπωση αυτου που ζητάω, οι περισσότεροι-ες θα με κοιτάξετε με ύφος: «- Εργοδότη, χρειάζεσαι επειγόντως ψυχίατρο!». Και θά ‘χετε δίκιο.
Τέλος πάντων… Ζητάω το εξης:

  • Πού μπορούμε να βρούμε έστω τις περιλήψεις, έστω τους τίτλους απο τις πτυχιακες και τις διδακτορικες εργασίες των φοιτητων του «Χ» ελληνικου πανεπιστημίου;

Γνωρίζω ότι κάτι πήγε να γίνει με την ηλεκτρονικη οργάνωση των πανεπιστημιακων τμημάτων (e-mails, κατάλογοι προσωπικου, κτλ κτλ) σε διάφορα εγχώρια πανεπιστήμια, αλλα έχω καιρο να το ψάξω, και δεν ξέρω αν η φάση αυτη έχει προσχωρήσει και σε «ανεβάσματα» φοιτητικων εργασιων.
Υπήρχε κάποτε κι ένα site, το «amphitheatro.gr», αν θυμάμαι καλα, που ανέβαζε εργασίες, αλλα μετα απο σύντομο διάστημα έκλεισε.

Επίσης, ζητω το εξης:

  • Ειδήσεις, όσο σύντομες ή ψευδεις κι αν είναι, για τυχον «περίεργες» αυτοκτονίες ή εν γένει «περίεργους» θανάτους φοιτητων. (Ναι, όπως και του Τσαλικίδη.)

Απο εκει και μετα, είναι δικο μου θέμα.

Ελπίζω μόνο, να μην αποδειχθει αυτο ακόμη ένα περιστατικο, όπου άνοιξα το βρωμόστομό μου, και ακολούθησε ο χαμος… (Θυμάστε την ιστορία με τις εκκλησίες, παραμονες Χριστουγέννων του 2010; Δεν πρόλαβα να κάνω την ανάρτηση, κι είχαμε έναν νεκρο στην Ελλάδα, και 21 στην Αίγυπτο. Προσεύχομαι να μην επαναληφθει η ανάδειξή μου σε «προφήτη κακων».)